Σχέδιο Β

Σχέδιο Β

Το Σχέδιο Β συγκροτήθηκε σε πολιτική κίνηση τον Μάιο του 2013. Σχέδιο Β σημαίνει σε πρώτο στάδιο την αποχώρηση από τη ζώνη του ευρώ, που στην πορεία μπορεί να οδηγήσει όχι μόνο σε έξοδο από την κρίση και απαλλαγή από τα δεσμά των δανειστών, αλλά να αποτελέσει την αρχή για μια νέα Ελλάδα.

URL Ιστότοπου:

Ιταλία Εκλογές 4ης Μαρτίου-Η απολεσθείσα συζήτηση για το ευρώ, του Ντέιβιντ Μπρόντερ

 

ΙΤΑΛΙΑ -- ΕΚΛΟΓΕΣ 4ης Μαρτίου

 Η απολεσθείσα  συζήτηση για το ευρώ

 Του Ντέιβιντ Μπρόντερ *

 [Η Ιταλία, όπως και η Ελλάδα, είναι μία από τις χώρες όπου φανερώνεται πολύ έντονα το πόσο το πολιτικό-κομματικό κατεστημένο έχει στραφεί ενάντια στις κοινωνικές ανάγκες και διαθέσεις της λαϊκής πλειοψηφίας και έχει γίνει η δύναμη επιβολής του ευρω-καθεστώτος. Μέσα στις ιταλικές λαϊκές τάξεις υπάρχει πλειοψηφική αποδοκιμασία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ευρώ, με χαρακτηριστική την απόρριψη της ΕΕ από τις νεότερες γενιές, αλλά το θέμα αυτό καταπνίγεται σήμερα και από τα τυχάρπαστα «ευρωσκεπτικιστικά» κόμματα που έβγαλε στον αφρό η κρίση της Ευρωζώνης όσο γίνεται ορατή η προσέγγισή τους στην κυβερνητική εξουσία. Έτσι, ενώ το θέμα του ευρώ ήταν στο επίκεντρο της ιταλικής δημόσιας συζήτησης τα τελευταία χρόνια, όσο πλησιάζουν οι εκλογές εξαφανίζεται από το προσκήνιο. Εν τέλει, τα γεγονότα  δείχνουν σαφέστατα ότι τόσο τη συζήτηση όσο κυρίως  τους αγώνες για την αποδέσμευση από την ασφυξία του ευρώ και της ΕΕ μπορούν να τα φέρουν σε πέρας μόνο οι δυνάμεις που αποβλέπουν στη  χειραφέτηση των εργαζομένων από το κεφάλαιο και τις υπερεθνικές ενώσεις του, στην κοινωνική απελεύθερωσή τους. Όλοι οι άλλοι είναι «περαστικοί»,  ή κερδοσκόποι για αλλότριους σκοπούς όπως η ακροδεξιά, της συντριβής που βιώνουν οι λαοί υπό το ευρω-καθεστώς.]

Καθώς ο Ιταλός πρόεδρος έχει προκηρύξει κοινοβουλευτικές εκλογές για τις 4 Μαρτίου, ο διεθνής επιχειρηματικός Τύπος παρουσιάζει μια πολύ οικεία αφήγηση: η Ιταλία ήταν η τελευταία χώρα που η ψήφος υπέρ των λαϊκιστικών δυνάμεων θα απειλούσε με αναταραχή την Ευρωζώνη. Ο Economist προειδοποίησε για μια «Νέα αβεβαιότητα στην Ευρώπη» , ενώ  ο κύριος τίτλος του Forbes  έγραφε ότι «Η Ευρώπη οπλίζεται με θάρρος ενώπιον των ιταλικών εκλογών». Ένας αρθρογράφος των  Financial Times   εξέφρασε τη γνώμη ότι ο πιθανός θρίαμβος του Κινήματος των Πέντε Αστέρων και της ακροδεξιάς Λέγκας του Βορρά θα προκαλούσε «καρδιακή προσβολή στους διεθνείς επενδυτές».

Όπως με την ήττα του Ματέο Ρέντσι στο περί συντάγματος δημοψήφισμα του Δεκεμβρίου του 2016, τα διεθνή ΜΜΕ είδαν τις επερχόμενες εκλογές στην Ιταλία μέσα από το πρίσμα της ευρύτερης ευρωπαϊκής πολιτικής, όπου ορίζονται ως μέρος μιας αφήγησης περί ανερχόμενου λαϊκισμού. Αλλά το μέλλον της Ευρωζώνης δεν αποτελεί θέμα της κεντρικής εκλογικής καμπάνιας στην Ιταλία. Στην πραγματικότητα, αυτό το τόσο κρίσιμο ζήτημα για την ίδια τη ζωή στην  Ιταλία είναι αξιοσημείωτα απόν, αφού ακόμη και οι κάποτε ευρωσκεπτικιστές σήμερα υπαναχωρούν από  τη ρήξη με το ευρώ.

Για να δείξουμε αδρά  το πώς η όλη υπόθεση περί λαϊκισμού  έχει αναστραφεί, αρκεί απλώς να σημειώσουμε την επανάκαμψη του Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Το 2011, ως πρωθυπουργός, είχε εκδιωχθεί από την κυβέρνηση εντελώς παράτυπα με τη συνέργια των Ευρωπαίων αξιωματούχων, θεωρούμενος ως ένας δημαγωγός που εμποδίζει την επίλυση της κρίσης στην Ευρωζώνη. Το 2018, επανήλθε ως ο προμαχώνας ενάντια στον λαϊκισμό στην Ευρώπη, και μάλιστα  με τις  ευλογίες της Άνγκελα Μέρκελ, πρόσφατα.

Και το πιο σημαντικό είναι ότι ακόμη και οι λαϊκιστές τους οποίους ισχυρίζεται ο Μπερλουσκόνι ότι αντιμάχεται εγκατέλειψαν τα σχέδια για την έξοδο από το ευρώ. Όντας πιο κοντά από ποτέ στην κυβερνητική εξουσία, ο ηγέτης του Κινήματος των Πέντε Αστέρων Λουίτζι ντι Μάγιο  αυτοπροσδιορίζεται σήμερα ως πολέμιος της «ακραίας, λαϊκιστικής αντιευρωπαϊκής» πολιτικής.  Ενώ το κόμμα του αφιέρωσε όλη την προηγούμενη δεκαετία σε εκκλήσεις για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για τη έξοδο από το ευρώ, ο Ντι Μάγιο απέκλεισε ρητά και κατηγορηματικά το σχετικό δημοψήφισμα. Το ίδιο ισχύει για την ακροδεξιά Λέγκα του Βορρά που εντάχθηκε στον συνασπισμό του Μπερλουσκόνι.

 Εν απουσία κάποιας δύναμης η οποία να εξετάζει έστω το ενδεχόμενο δημοψηφίσματος για το ευρώ και που πιθανώς θα εκπροσωπηθεί κοινοβουλευτικά, οι διεθνείς επενδυτές δεν χρειάζεται ακόμη  να χρησιμοποιήσουν  απινιδωτές [για να συνέλθουν από την καρδιακή προσβολή]. Ωστόσο, η Ιταλία είναι επίσης μια χώρα με δυσοίωνες οικονομικές προοπτικές στην οποία αμφισβητείται πραγματικά η μακροπρόθεσμη δέσμευση στην Ευρωζώνη – ή, τουλάχιστον, η συναίνεση του λαού σ’ αυτήν. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η λαϊκή υποστήριξη του ευρώ είναι πιο μικρή από οποιοδήποτε άλλο κράτος-μέλος. Λιγότεροι από τους μισούς Ιταλούς θεωρούν το ευρώ «καλό για τη χώρα» και το ένα τρίτο τάσσεται υπέρ της επιστροφής στη λιρέτα, το ιταλικό νόμισμα πριν από το 2002.

Σ’ αυτή τη γενικότερη εικόνα, το πιο αξιοσημείωτο όλων είναι η δραματική διακύμανση της υποστήριξης του ευρώ μεταξύ των γενεών. Αυτή ειδικά η διαίρεση φανερώνει κάτι πολύ διαφορετικό από έναν ευρωσκεπτικισμό που βασίζεται στη νοσταλγία ή στον επαρχιωτισμό. Διότι ενώ οι ηλικίας  σαράντα πέντε και άνω επιθυμούν την παραμονή στην Ευρωζώνη σε αναλογία τριών προς έναν, η αποχώρηση από το ευρώ είναι ελαφρώς πλειοψηφική μεταξύ των νεότερων Ιταλών.   Αυτή η γενιά, που έχει πληγεί σκληρά από την κρίση,  δεν αισθάνεται καθόλου δεσμευμένη στη συναίνεση που ένωσε τόσο τις [λεγόμενες] κεντροαριστερές όσο και τις [λεγόμενες] κεντροδεξιές κυβερνήσεις από τη δεκαετία του 1990.  

Αν και  οι αμφιβολίες των νέων Ιταλών για το νόμισμα αντιπροσωπεύουν μια ευρύτερη αποξένωση από τη θεσμική ζωή, οι νέοι αυτοί είναι στενά συνδεδεμένοι επίσης με τον ειδικό ρόλο του ευρωπαϊσμού στον ιταλικό δημόσιο λόγο.   Όταν εισήλθε η Ιταλία στην Ευρωζώνη, το 2002, οι πολιτικές της ελίτ υποσχέθηκαν ότι το ενιαίο νόμισμα θα σηματοδοτούσε μια νέα εποχή σταθερότητας και οικονομικής μεγέθυνσης. Οι ισχυρισμοί αυτοί αποδείχθηκαν κενοί περιεχομένου στην περίοδο μετά την κρίση του 2008, καθώς η ανεργία των νέων εκτοξεύτηκε στο 40%.  Καθώς η ιταλική οικονομία εισήλθε σε ύφεση, η ένταξη στο ευρώ σήμαινε λιτότητα όπως επίσης δημοσιονομικούς και νομισματικούς περιορισμούς που την ώθησαν σε έναν κύκλο χρέους και στασιμότητας.

Παρατηρώντας τη χαμηλή παραγωγικότητα και τις ανεπαρκείς υποδομές της Ιταλίας στη μετά το 2002 περίοδο, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι μια απλή επιστροφή στη λιρέτα δεν θα πρόσφερε αυτόματη λύση στα διαρθρωτικά προβλήματα της χώρας. Αλλά ταυτόχρονα είναι δύσκολο να δούμε οποιαδήποτε προοδευτική εξέλιξη εντός του πλαισίου της Ευρωζώνης – δεδομένης, ιδίως, της ασφυκτικής επιρροής που ασκεί στην ιταλική πολιτική ζωή.  Η συμμόρφωση με τους κανόνες της Ευρωζώνης παρείχε ιδεολογική κάλυψη στις  «τεχνοκρατικές» και τις κυβερνήσεις των «μεγάλων συνασπισμών» για πάνω από έξι χρόνια.  Το ευρώ έχει πλέον ταυτιστεί με μια εντεινόμενη  αίσθηση δημοκρατικού ελλείμματος.

Η εμπειρία της Ιταλίας μέσα στην Ευρωζώνη επιδείνωσε την προϋπάρχουσα πολιτική αναταραχή. Η Ευρώπη όχι μόνο δεν θεράπευσε τις εγχώριες ασθένειες, αντιθέτως η χώρα έγινε πειραματικό εργαστήριο καταστροφικών μεταρρυθμίσεων που επιβλήθηκαν με την αγνόηση ακόμη και με  την απροκάλυπτη περιφρόνηση της λαϊκής συγκατάθεσης. Το ευρώ τροφοδότησε την έλλειψη εμπιστοσύνης των νέων Ιταλών στην κεντρώα συναίνεση και οδήγησε ανυπότακτες δυνάμεις προς τα δεξιά. Η διακυβέρνηση του ευρω-καθεστώτος δεν παρέλυσε απλώς την κυβερνητική δράση, υπονόμευσε και την πίστη των Ιταλών στην ίδια την πολιτική. Ανεξαρτήτως του ποιος θα επικρατήσει στις επερχόμενες γενικές εκλογές, αυτή η διαδικασία πιθανότατα θα βαθύνει.

Το όνειρο της Ευρώπης

Το ευρώ εισάχθηκε στην Ιταλία στα τέλη της δεκαετίας του 1990 με μια προπαγάνδα που θα μπορούσε να περιγραφεί ως προβολή μιας αχαλίνωτα αισιόδοξης προοπτικής. Εκείνη την εποχή υπήρχε ενθουσιώδης υποστήριξη της ένταξης στην Ευρωζώνη από όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα, ενώ το μέγιστο μέρος της νομικής προπαρασκευής για την ένταξη έγινε, στα 1996-2001,  υπό τις κυβερνήσεις του Κόμματος της Ελιάς, ενός κεντροαριστερού συνασπισμού, προδρόμου του σημερινού Δημοκρατικού Κόμματος. Για το Κόμμα της Ελιάς, η ιταλική  υπογραφή, το 1997, στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, που υπαγορεύει τους κρατικούς προϋπολογισμούς των κρατών-μελών, και στη συνέχεια η ένταξη στην Ευρωζώνη ισοδυναμούσαν με τον ενστερνισμό της «Ευρώπης» ως ενός νέου οράματος προόδου.   Για τους πρώην κομμουνιστές που συμμετείχαν στον συνασπισμό αυτόν, το μαρξιστικό όραμα ενός κόσμου χωρίς κράτη και χρήμα είχε δώσει τη θέση του στην προοπτική ενός υπερκράτους και ενός ενιαίου νομίσματος.

Καθώς  πρώην κομμουνιστές συμμάχησαν με πρώην χριστιανοδημοκράτες για να σχηματίσουν το Δημοκρατικό Κόμμα, ο ευρωπαϊσμός αποτέλεσε την ιδεολογική συγκολλητική ουσία, αντικαθιστώντας τα βασισμένα στις κοινωνικές τάξεις πολιτικά οράματα του 20ού αιώνα.  Από την προσέγγιση του κομμουνιστή ηγέτη Ενρίκο Μπερλιγκουέρ με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία , τη δεκαετία του 1980, μέχρι τις κεντροαριστερές κυβερνήσεις της δεκαετίας του 1990 και την υιοθέτηση του «τρίτου δρόμου», η εγκατάλειψη του κοινωνικού μετασχηματισμού στην Ιταλία συμβάδιζε με την υιοθέτηση του ευρω-φεντεραλισμού ως πολιτικού ορίζοντα. Με την υποχώρηση του εργατικού κινήματος και την άνοδο της ιδεολογίας της κοινωνικής αγοράς, η αριστερά της Ιταλίας συνέπραξε με  πλήθος Ευρωπαίων σοσιαλδημοκρατών που θεωρούσαν τις Βρυξέλλες σύμμαχο στον αγώνα ενάντια στις εγχώριες αντιδραστικές δυνάμεις .Ο ενστερνισμός της Ευρωζώνης ήταν το τελευταίο στάδιο αυτής της ιδεολογικής πορείας.

Η πορεία  αυτή συνεχίστηκε ακάθεκτα τα τελευταία χρόνια. Επιτομή της αποτελεί η προσπάθεια του επικεφαλής του Δημοκρατικού Κόμματος Ματέο Ρέντσι να επανασχεδιάσει την πολιτική σκακιέρα, αντικαθιστώντας τη δυαδικότητα αριστερά-δεξιά με μια άλλη που θέτει τους "κεντρώους" ευρωπαϊστές  ενάντια στους «λαϊκιστές» ευρωσκεπτικιστές. Αν και κάποια στοιχεία  αυτής της κατασκευής αποτελούν δάνειο από τον Εμανουέλ Μακρόν, είναι ενδεικτική η μακροχρόνια πίστη  των ιταλικών ελίτ  στο ότι το «μάντρωμα» της Ιταλίας σε κάποιο ευρύτερο πλαίσιο θα μπορούσε να μετριάσει ή να κατανικήσει την υποτιθέμενη ροπή της προς την αστάθεια.   Υπ’ αυτό το πρίσμα, η «Ευρώπη» είναι το σύμβολο του εκσυγχρονισμού και της δημοκρατίας και οι υπερασπιστές της οι πρωτοπόροι της προσπάθειας να γίνει η Ιταλία μια «κανονική χώρα».

Στην πραγματικότητα, ενώ η κεντροαριστερά συχνά περιέγραφε τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι ως την επιτομή της ίδιας  της «ανωμαλίας», δεν υπήρχαν διαφωνίες μεταξύ τους στο ζήτημα της ένταξης στην Ευρωζώνη.  Επιστρέφοντας στην κυβερνητική εξουσία τον Μάιο του 2001, ο δισεκατομμυριούχος μεγιστάνας έσπευσε να δηλώσει πίστη στο ευρώ. Εκείνα τα Χριστούγεννα, ο πρωθυπουργός Μπερλουσκόνι, με προσωπική του δαπάνη, ταχυδρόμησε στους Ιταλούς είκοσι εκατομμύρια αριθμομηχανές για τη μετατροπή του νομίσματος , συνοδευόμενες με ενυπόγραφη επιστολή του. Ακόμη κι όταν ήταν στην αντιπολίτευση των κεντροαριστερών κυβερνήσεων , τη δεκαετία του 1990,  ο Μπερλουσκόνι υποστήριζε αναφανδόν την ένταξη της Ιταλίας στο ευρώ: όπως είπε στις 25/3/1998, «Εμείς [της Forza Italia] μπορούμε να διεκδικήσουμε μεγάλο μέρος των ευσήμων για την ένταξη της Ιταλίας στο ευρώ: πάντα δείχναμε πόσο υπεύθυνοι είμαστε». 

Όπως παρατήρησε ο Μάρκο Τραβάλιο, ο Μπερλουσκόνι χαιρέτισε κατ’ αρχάς το ευρώ ως δύναμη επιβολής της τάξης. Μετά τη νίκη του στις εκλογές, τον Μάιο του 2001,  έσπευσε να βεβαιώσει ότι ήταν υπερήφανος που η Ιταλία εντάχθηκε στο ευρώ υπό την καθοδήγηση ενός «μεγάλου ευρωπαϊστή» ως κεφαλής του κράτους. Πράγματι, ο πρόεδρος Κάρλο Αζέλιο Κιάμπι εξέφρασε την πεποίθηση ότι το ευρώ , περισσότερο από ένα οικονομικό σχέδιο, ήταν μια νέα αυγή: η δημιουργία του ήταν ένα ιστορικό γεγονός, η πραγματοποίηση ενός ονείρου, συνώνυμου με τη θεραπεία της οικονομίας, τη νομισματική σταθερότητα, τα χαμηλά επιτόκια, τη διαφάνεια όσον αφορά τα αγαθά και τις υπηρεσίες και άρα τη μεγαλύτερη ελευθερία των καταναλωτών, αλλά πάνω απ’ όλα ήταν συνώνυμο με τη  γέννηση της Ευρώπης ως πολιτικού υποκειμένου. 

Στις 15 Ιανουαρίου του 2002, μόλις δύο εβδομάδες εντός της Ευρωζώνης, ο Μπερλουσκόνι είπε στους τηλεθεατές ότι «το ευρώ λειτουργεί, αυτή είναι μια αδιαφιλονίκητη αλήθεια».

Ακόμη και στις τελευταίες του ομιλίες από τη θέση της κυβέρνησης, ο Μπερλουσκόνι , όπως και η κεντροαριστερή αντιπολίτευση, παρουσίασε την Ευρωζώνη ως μια εξωτερική εγγύηση για τη διόρθωση των οικονομικών δεινών της Ιταλίας. Μιλώντας στις 22/2/2009, ο δισεκατομμυριούχος πρωθυπουργός σημείωνε:

Εάν η Ευρώπη είναι σήμερα ικανή να αντιδράσει αποτελεσματικά στις συνέπειες της χρηματοπιστωτικής κρίσης, μέσω εθνικού σχεδιασμού κατά της κρίσης, αυτό οφείλεται στη σταθερότητα του ευρώ και στην αποκατάσταση της ευελιξίας του προϋπολογισμού.

Στην πραγματικότητα όμως, η κρίση έκανε ακόμη πιο ασφυκτικά τα δεσμά του ευρώ. Η ιταλική κυβέρνηση, μην μπορώντας να χρησιμοποιήσει τη νομισματική πολιτική για να μειώσει το χρέος ή , στην πραγματικότητα, για να δώσει ώθηση στις επενδύσεις, ήταν  έρμαιο των διαθέσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) όταν ξέσπασε η κρίση.

Κατά τη δεκαετία του 2000, ο Μπερλουσκόνι περιστασιακά ρίσκαρε λέγοντας ότι η μετατροπή της λιρέτας σε ευρώ, κατά το πρώτο διάστημα πραγματικής εφαρμογής,   είχε αυξήσει τις τιμές και είχε μειώσει τις αποταμιεύσεις των Ιταλών, φτάνοντας μέχρι το σημείο  να χαρακτηρίσει το νόμισμα ως το «ευρώ του Πρόντι», μια κοροϊδευτική αναφορά στον πρώην πρωθυπουργό του Κόμματος της Ελιάς. Ήταν η κρίση της Ευρωζώνης, στις αρχές της δεκαετίας του 2010, που τον διαχώρισε από την ευρωπαϊστική συναίνεση,  όταν καταβυθίστηκε η εμπιστοσύνη των επενδυτών στις νοτιοευρωπαϊκές οικονομίες.  Οι διοικητές της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Ζαν-Κλοντ Τρισέ και Μάριο Ντράγκι χρησιμοποίησαν την κρίση για να αναγκάσουν τις εκλεγμένες κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Ιταλίας να συμμορφωθούν με το απλοϊκό δόγμα ότι η κρίση οφειλόταν στο μεγάλο δημόσιο χρέος, το οποίο έπρεπε να πληρωθεί μέσω περικοπών στους προϋπολογισμούς. Επιδοκίμαζαν ηχηρά  τη θέση του αντιπολιτευόμενου Δημοκρατικού Κόμματος που έριχνε την ευθύνη στην «ανευθυνότητα» του Μπερλουσκόνι.

Την παρέμβαση των Τρισέ-Ντράγκι συμβόλισε κυρίως η επιστολή τους προς την κυβέρνηση της Ρώμης [https://www.reuters.com/article/us-italy-ecb/trichets-letter-to-rome-published-urged-cuts-idUSTRE78S4MK20110929] τον Αύγουστο του 2011, με την οποία απαιτούσαν δραστικές περικοπές στον ιταλικό προϋπολογισμό, χωρίς τις οποίες η ΕΚΤ θα σταματούσε να αγοράζει ιταλικά ομόλογα. Η επιστολή δεν ήταν μια παρέμβαση για να σταματήσει η κρίση, αλλά μια κίνηση για να ωθηθεί η Ιταλία πιο κοντά στο χείλος της κρίσης, προκειμένου να επιβληθεί πολιτική αλλαγή. Ήδη ο πρόεδρος Ναπολιτάνο (άνθρωπος του Δημοκρατικού Κόμματος και βετεράνος της δεξιάς πτέρυγας του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος) είχε εν αναμονή μια νέα κυβέρνηση. Ο Μπερλουσκόνι δεν είχε πολιτικά και οικονομικά εργαλεία για να αντιδράσει στις αυξανόμενες πιέσεις της αγοράς και τον Νοέμβριο ο Ναπολιτάνο διόρισε το σύμβουλο  της  Goldman Sachs Μάριο Μόντι ως πρωθυπουργό μιας κυβέρνησης μη εκλεγμένων τεχνοκρατών. Ο Μπερλουσκόνι παραπονέθηκε ότι έγινε «πραξικόπημα».

Νέες αντιπολιτεύσεις

Μετά τις αναστατώσεις του 2011, η κεντροδεξιά άρχισε να ξαναγράφει την ιστορία ως προς τη στάση της έναντι της Ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης γενικότερα. Ο Μπερλουσκόνι παρουσίασε τον εαυτό του ως αντίπαλο του ασύνετου ευρωπαϊσμού που είχε οδηγήσει τη χώρα στο ενιαίο νόμισμα, κατηγορώντας αποκλειστικά το Δημοκρατικό Κόμμα. Λίγο πριν την έξωσή του από την κυβέρνηση, τον Νοέμβριο του 2011, ο Μπερλουσκόνι δήλωσε ότι «αυτό το παράξενο νόμισμα δεν έπεισε κανέναν». Στα τέλη του 2012, προειδοποίησε ότι «αν τα επιτόκια δεν μειωθούν, θα αναγκαστούμε να φύγουμε από το ευρώ και να επιστρέψουμε στο εθνικό μας νόμισμα για να γίνουμε ανταγωνιστικοί». Και αργότερα πρότεινε να επανεισαχθεί η λιρέτα παράλληλα με το ευρώ, μια πρόταση που απορρίφθηκε μετά πολλών επιπλήξεων από τις Βρυξέλλες. [Όλες οι αναφορές στους παρακάτω συνδέσμους κατά σειρά: http://www.telegraph.co.uk/finance/financialcrisis/8859135/Debt-crisis-as-it-happened-October-28-2011.html   http://atlanticsentinel.com/2012/12/berlusconi-threatens-italian-eurozone-exit-rises-in-polls/ https://www.bloomberg.com/news/articles/2017-03-09/enter-berlusconi-a-man-a-ban-and-his-plan-to-restore-the-lira]

Παρόλο που η ρητορική του Μπερλουσκόνι αναγνώριζε ότι μειωνόταν η υποστήριξη του κοινού προς το ευρώ, η κεντροδεξιά δεν είχε καμιά πρόθεση να αμφισβητήσει τους υφιστάμενους κανόνες της Ευρωζώνης. Από τον Νοέμβριο του 2011 μέχρι τις εκλογές του Φεβρουαρίου του 2013, το κόμμα του Μπερλουσκόνι, όπως και το Δημοκρατικό Κόμμα, υποστήριξαν κοινοβουλευτικά την κυβέρνηση του Μ. Μόντι.  Ακόμη και μετά  από  τις εκλογές του 2013, στην Ιταλία υπήρξαν επί πέντε χρόνια κυβερνήσεις που υποστηρίζονταν από το Δημοκρατικό Κόμμα και στοιχεία της κεντροδεξιάς,  αλλά χωρίς τον Μπερλουσκόνι. * Αυτές οι κυβερνήσεις συμμορφώθηκαν χωρίς καμιά εξαίρεση σε μια παρόμοια ατζέντα, εφόσον τα πακέτα αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ επέβαλλαν συγκεκριμένες οικονομικές «μεταρρυθμίσεις», που περιλάμβαναν  από περικοπές του προϋπολογισμού μέχρι την αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης.

Η κατάσταση βελτιώθηκε κάπως μετά το 2015, όταν η ΕΚΤ αύξησε την αγορά ιταλικών ομολόγων, στο πλαίσιο μιας μορφής ποσοτικής χαλάρωσης. Εντούτοις, η ΕΚΤ σχεδιάζει να μειώσει κατά το ήμισυ τη στήριξή της μετά τον Ιανουάριο του 2018 [https://www.theguardian.com/business/2017/oct/26/ecb-to-halve-bond-buying-as-it-plans-to-scale-back-quantitative-easing].  Η μείωση της αγοράς ομολόγων θα προκαλέσει αύξηση των επιτοκίων στα ιταλικά ομόλογα, αναγκάζοντας την ιταλική κυβέρνηση να μειώσει τις δημόσιες δαπάνες για να συμμορφωθεί με τους αυστηρούς περί προϋπολογισμών κανόνες που επιβάλλει το Δημοσιονομικό Σύμφωνο. Η χώρα, συνεπώς, είναι στο έλεος της δημοσιονομικής πολιτικής που επιβάλλουν τα δόγματα του γερμανικής παραλλαγής φιλελευθερισμού (ordo-liberal dogmas), ανεξαρτήτως της επιλογής των ψηφοφόρων στις 4 Μαρτίου.

Ο ασφυκτικός ευρωζωνικός περιορισμός των πολιτικών επιλογών βασίζεται στη μακρά ιστορία των «τεχνοκρατικών» κυβερνήσεων της Ιταλίας που διαχωρίζουν την οικονομική πολιτική από τη βούληση των ψηφοφόρων και τοποθετούν την εκτελεστική εξουσία πάνω από τις διακυμάνσεις της πολιτικής των κομμάτων. Στην πραγματικότητα, το κλισέ ότι το πολιτικό σύστημα της Ιταλίας είναι χαοτικό αποκρύπτει την πιο ουσιώδη πραγματικότητα  μιας κρατικής μηχανής ανθεκτικής στη λαϊκή πίεση, η οποία επίσης βασίζεται ως προς αυτό στις έξωθεν εγγυήσεις. Πέντε δεκαετίες μετά το φασισμό, ο δυισμός του Ψυχρού Πολέμου διατήρησε τη χριστιανοδημοκρατική τάξη πραγμάτων, χωρίς καμιά διακοπή στην άσκηση της εξουσίας. Μετά τη δεκαετία του 1990, και την κατάρρευση αυτής της ψευδούς σταθερότητας, η Ευρωζώνη πρόσφερε στα [λεγόμενα] κεντρώα κόμματα ένα νέο καθεστώς συνεχούς διακυβέρνησης. 

Η απαξίωση αυτής της τάξης πραγμάτων τη δεκαετία του 2000 δημιούργησε το πλαίσιο μέσα στο οποίο εμφανίστηκε το Κίνημα των Πέντε Αστέρων (M5S) για να αμφισβητήσει τα κατεστημένα κόμματα. Το M5S, που ιδρύθηκε το 2007-8, υποσχόταν επί μακρόν ότι θα εκδιώξει την «κάστα», θα βάλει στην άκρη το Popolo della Libertà (PdL –Λαό της Ελευθερίας)  του Μπερλουσκόνι, όπως και το «Δημοκρατικό Κόμμα χωρίς L” του Ματέο Ρέντσι. Εκτός από την ισχυρή ρητορική του κατά της διαφθοράς, από την ίδρυσή του μία από τις βασικές πολιτικές επιλογές του M5S ήταν η επαναφορά της λιρέτας για να ανακτήσει η Ιταλία την «οικονομική κυριαρχία» της.  Με την κατάρρευση της αριστεράς το 2008, (μετά την υποστήριξη της κυβέρνησης του κεντρώου συνασπισμού από την Κομμουνιστική Επανίδρυση),  το M5S εμφανίστηκε ως η βασική δύναμη πολιτικής ανανέωσης.

Ομαλοποίηση

Οι δυνάμεις που τροφοδότησαν το M5S είναι προφανείς. Η έλλειψη πολιτικών επιλογών, μια περιχαρακωμένη και διεφθαρμένη πολιτική τάξη και οι δεινές οικονομικές συνθήκες, ιδίως για τους νέους, συνέβαλαν στην εξάπλωση της απογοήτευσης. Σε αντίθεση με τα κατεστημένα κόμματα και με τους κρατικούς θεσμούς που δεν είναι δεκτικοί στην λαϊκή πίεση, το  M5S πρόσφερε «άμεση δημοκρατία» σε όποιον ήθελε να ενταχθεί στις γραμμές του μέσω του διαδικτυακού συστήματος ψηφοφοριών. Υποσχόταν να αλλάξει όχι μόνο τα αποτελέσματα, αλλά και το πώς ασκείται η πολιτική στην Ιταλία, ένα μήνυμα που φαινόταν να συντονίζεται με μια ζορισμένη γενιά νεαρών ψηφοφόρων. Σήμερα, πάνω από το ένα τρίτο των   κάτω των 45 ετών υποστηρίζουν  το M5S. Για πολλούς από αυτούς, το M5S είναι η απάντηση στη συνεχιζόμενη ανεργία και στα προβλήματα των νέων μεταξύ 18 και 34 ετών, το 68% των οποίων δεν μπορεί να ζήσει ανεξάρτητα  και καθηλώνεται στο οικογενειακό σπίτι.

Εκτός από τις τεράστιες οικονομικές ανισότητες, η διαίρεση των γενεών συσχετίζεται και με έναν ιδεολογικό διαχωρισμό που αφορά την Ευρώπη. Μετά το 1945, οι ιταλικές ελίτ ως επί το πλείστον θεωρούσαν το ευρωπαϊκό σχέδιο κλειδί για την αντιμετώπιση των ιστορικών κακοδαιμονιών της χώρας και τον φεντεραλισμό [την υποστήριξη του  ομοσπονδιακού συστήματος] ως την  υψηλότερη ένδειξη των δημοκρατικών και εκσυγχρονιστικών διαπιστευτηρίων της χώρας. Αν και κάποιοι αντιφασίστες της εποχής του πολέμου, όπως ο Αλτιέρο Σπινέλι, είχαν εκφράσει την επιθυμία για ηπειρωτική ενότητα, αυτό αργότερα συγχωνεύτηκε σε έναν μύθο που έδενε  άμεσα την αναγέννηση της ιταλικής δημοκρατίας με τον ευρω-φεντεραλισμό. Είναι αποκαλυπτικό το ότι , στις 25 Απριλίου 2017, στην πορεία για τη νίκη κατά του ναζισμού, το Δημοκρατικό Κόμμα του Μιλάνου έφερε σημαίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κομματικά πανό χρωματισμένα με τα μπλε και κίτρινα χρώματα  της ΕΕ, αντί για την ιταλική τρίχρωμη πράσινη-κόκκινη-άσπρη σημαία.

Ο ενθουσιασμός για το ευρωπαϊκό σχέδιο έχει μια ορισμένη απήχηση στους  συνταξιούχους οπαδούς του Δημοκρατικού Κόμματος, αλλά  πολύ λιγότερη στους νέους ψηφοφόρους που πιθανότατα θα ψηφίσουν M5S (αν πάνε καν να ψηφίσουν). Οι νέοι δεν είναι απλώς απομακρυσμένοι από τις μνήμες του πολέμου και των αρχικών υποσχέσεων του ευρωπαϊκού σχεδίου, αλλά και πολύ λιγότερο προσκολλημένοι στα κεντρώα κόμματα, που τα πρόσφατα χρόνια αποδείχθηκαν ανίκανα να δώσουν την ελπίδα ότι τούτη η γενιά θα τα καταφέρει καλύτερα από ό,τι οι προηγούμενες.  Πολλοί νέοι ψηφοφόροι δεν έχουν ζήσει καμιά άλλη εποχή πλην της τρέχουσας εποχής της κρίσης, τόσο όσον αφορά την εγχώρια όσο και την ευρωπαϊκή πολιτική.  Με αυτή την έννοια, δεν εκπλήττεται κανείς που διακατέχονται από πολύ πιο έντονο ευρωσκεπτικισμό σε σχέση με τους γονείς τους, σε όλο το φάσμα  της διαίρεσης δεξιάς-αριστεράς.

Ακολουθώντας αυτές τις κοινωνικές τάσεις, ήταν εύκολο για το M5S να υιοθετήσει το κάλεσμα  για αποχώρηση από το ευρώ, ιδίως στην αρχική φάση διαμαρτυρίας. Αρχίζοντας με τις διαδηλώσεις της Ημέρας V  (v για  vaffanculo ή «Άντε γαμηθείτε!») του τέλους της δεκαετίας του 2000,  η προσπάθεια του M5S να εκφράσει την οργή απέναντι στις κυβερνητικές αρχές ταίριαζε εύκολα με την αντιπάθεια για την απόμακρη εξουσία της ΕΕ και της ΕΚΤ.  Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση συχνά στερείται πολιτικής σαφήνειας, εφόσον το M5S ουδέποτε περιέγραψε ένα σχέδιο για το πώς ακριβώς θα πραγματοποιούνταν η επιστροφή στη λιρέτα. Αυτό φάνηκε καθαρά σε μια τηλεοπτική εμφάνιση βουλευτίνας του M5S (μια εμφάνιση που χλευάστηκε πολύ) τον Δεκέμβριο του 2017, όταν υποστήριξε ότι το δημοψήφισμα για την έξοδο από το ευρώ είναι αναγκαίο, αλλά η ίδια δεν μπορούσε να πει τι θα ψήφιζε. 

Καθώς το  M5S προσεγγίζει την κυβερνητική εξουσία, προσπαθεί να γίνει «πιο κατεστημένο», ιδίως υιοθετώντας μια πιο ήπια στάση στο θέμα του ευρώ. Ενώ ήταν επί μακρό χρονικό διάστημα μέλος της ευρωκοινοβουλευτικής ομάδας «Ευρώπη της Ελευθερίας και της Άμεσης Δημοκρατίας» (EFDD – μιας ακραίας δεξιάς ομαδοποίησης της οποίας ο πιο εξέχων εκπρόσωπος είναι ο Νάιτζελ Φάρατζ), τον Ιανουάριο του 2017, ο ηγέτης του, Μπέπε Γκρίλο, αναφέρθηκε σε μια αλλαγή πολιτικής. Κάλεσε τα μέλη να ψηφίσουν υπέρ της ένταξης στη «Συμμαχία Φιλελεύθερων και Δημοκρατών για την Ευρώπη» (ALDE), την ευρωκοινοβουλευτική  ομάδα των φεντεραλιστών  στην οποία συμμετέχουν προσωπικότητες όπως ο Γκι Φερχόφστατ και οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες. Ωστόσο, και αφού το 78% των μελών υποστήριξε την πρόταση, η ALDE απέκρουσε τον Γκρίλο, αναγκάζοντάς τον σε έναν καινούργιο εναγκαλισμό με τον Φάρατζ.

Παρόλο που επιχείρησε να ενταχθεί στην ALDE, το M5S συνέχισε να ζητά δημοψήφισμα για το ευρώ, αλλά καθώς πλησιάζουν οι εκλογές του Μαρτίου απομακρύνεται απ’ αυτή τη θέση του. Τον Σεπτέμβριο του 2017, ο υποψήφιός του για την πρωθυπουργία Λουίτζι ντι Μάγιο απευθύνθηκε στο επιχειρηματικό φόρουμ Cernobbio, διαβεβαιώνοντας τους βιομήχανους  ότι δεν ήθελε μια «ακραία, λαϊκιστική, αντι-ευρωπαϊκή» κυβέρνηση και ότι σχεδίαζε το δημοψήφισμα για το ευρώ μόνο ως «έσχατη λύση». Στις 18 Δεκεμβρίου, ο Ντι Μάγιο δήλωσε ότι ενώ αυτός θα επέλεγε την έξοδο από το ευρώ εάν ετίθετο αυτό το θέμα σε ψηφοφορία, ένα τέτοιο δημοψήφισμα θα ήταν αναγκαίο μόνο αν η Ευρωζώνη αποτύγχανε να μεταρρυθμιστεί.

Αυτή η μετατόπιση  ολοκληρώθηκε με τη δημοσίευση του προγράμματος του M5S στις 21 Ιανουαρίου, στο οποίο δεν υπάρχει καν αναφορά στην ΕΕ ή στην Ευρωζώνη. Με το κόμμα του πιο κοντά από ποτέ στην κυβερνητική εξουσία, ο Ντι Μάγιο επέλεξε να αφοπλίσει αυτό που θα μπορούσε να αποτελέσει μια βόμβα στα θεμέλια της κυβέρνησής του. Ταυτόχρονα, ακόμη και οι δυνητικοί εκ δεξιών εταίροι στο συνασπισμό του M5S υπαναχώρησαν σ’ αυτό το θέμα, ανάγοντας την υπέρ του Italexit στάση τους σε μια καταδίκη της αποτυχίας του ευρώ.

Η άκρα δεξιά

Όπως σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, η συζήτηση για το ευρώ παραμορφώνεται εφόσον συνδέεται με μια πιο γενική διαμάχη για την πολιτισμική ταυτότητα,  στην οποία το Δημοκρατικό Κόμμα και οι σύμμαχοί του παρουσιάζουν τις αμφιβολίες για το νόμισμα ως μια «λαϊκιστική» ή «φασιστική» απόρριψη του φιλελεύθερου κοσμοπολιτισμού. Υπό μία έννοια, αυτό όντως αντανακλά τις απόψεις της ιταλικής ακροδεξιάς για το ευρώ και την ΕΕ. Αλλά η υπόθεση του ιταλικού εθνικισμού είναι, όπως πάντα, πολύ πιο περίπλοκη. Όπως ακριβώς μια ευρω-φεντεραλίστρια του Δημοκρατικού Κόμματος σαν την Πατρίσια Πρεστιπίνο μπορεί να μιλά για την «υπεράσπιση της ιταλικής φυλής» [PD's Prestipino: Support for mums to continue Italian 'race' http://www.italianinsider.it/?q=node/5685] με την αντίσταση στην πολυπολιτισμικότητα, μια ακροδεξιά δύναμη όπως οι Fratelli d’Italia μπορούν να παρουσιάζουν τις εντάσεις που προκαλεί το ευρώ ως απειλή για την ενοποιημένη ευρωπαϊκή ταυτότητα.

Σε όλη την Ευρώπη, νέες πολιτικές δυνάμεις που επιζητούν να ριζώσουν στις παλιές βιομηχανικές ζώνες έχουν αναγνωρίσει την εναντίωση στο ευρώ ως μέσο αποδυνάμωσης των παλιών αριστερών κομμάτων στο «κοινωνικό» πεδίο, ενώ ταυτόχρονα προσαρμόζουν την αποβιομηχάνιση και την αποστέρηση σε μια ευρύτερη εθνικιστική αφήγηση. Ο Φλοριάν Φιλιπό, σύμβουλος της Μαρίν Λεπέν, εξέφρασε με τον καλύτερο τρόπο αυτή την προσπάθεια κατά τη διάρκεια της γαλλικής προεδρικής εκστρατείας του 2017, προωθώντας μια πιο κοινωνική οικονομική ατζέντα παράλληλα με ισχυρή συνηγορία υπέρ της εξόδου από το ευρώ.  Έτσι, πριν από τις ιταλικές εκλογές της 4ης Μαρτίου, βλέπουμε   έναν οικονομολόγο που είναι κατ’ όνομα  υπέρ μιας «υπό την αριστερή έννοια κυριαρχίας», όπως ο Αλμπέρτο Μπανάι, να μετακινείται [ως υποψήφιος] στη Λέγκα του Βορρά.

Ωστόσο, ενώ ακόμη και πολύ πρόσφατα ο ηγέτης της Λέγκα Ματέο Σαλβίνι χαρακτήρισε το ευρώ «αποτυχημένο πείραμα», το μεγαλύτερο ακροδεξιό κόμμα της Ιταλίας δεν προτείνει πλέον αμετάκλητη ρήξη. Αυτό οφείλεται στη συμφωνία του με τη Forza Italia του Μπερλουσκόνι και άλλα μικρότερα κόμματα που παρουσιάζονται ως ο «κεντροδεξιός συνασπισμός»  στις εκλογές της 4ης Μαρτίου. Ο Μπερλουσκόνι, που, στη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος στη Μάλτα το 2017, υποσχέθηκε στην Άνγκελα Μέρκελ πως θα «αντισταθεί στον λαϊκισμό», ενσωμάτωσε σκληροπυρηνικές αντιδραστικές δυνάμεις σε έναν εκλογικό συνασπισμό (αν και όχι αναγκαία σε μια κυβερνητική συμμαχία) με τη δέσμευση της παραμονής στο ευρώ.

Ενώ η εκλογική καμπάνια της Λέγκας βασίζεται άκαμπτα στη φυλή, τη μετανάστευση και στον χειρισμό εκ μέρους της ΕΕ της προσφυγικής κρίσης,  η προοπτική της κυβερνητικής εξουσίας απαίτησε να παραγκωνίσει το ζήτημα της Ευρωζώνης. Έτσι, με τα δύο κόμματα , τη Λέγκα και το Κίνημα των Πέντε Αστερων, να έχουν εγκαταλείψει τις θέσεις τους για δημοψήφισμα ( ο αριστερός συνασπισμός Potere al Popolo –Εξουσία στο Λαό είναι η μόνη δύναμη που υποστηρίζει τη «ρήξη με τις ευρωπαϊκές συνθήκες») η κύρια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τους όρους συμμετοχής της Ιταλίας. Κανένα κόμμα δεν προτείνει ουσιαστική ευρύτερη μεταρρύθμιση της Ευρωζώνης, συνεπώς το βασικό πεδίο διαφωνιών είναι απλώς το όριο που θέτει η Ευρωζώνη στα ελλείμματα του προϋπολογισμού.

Η Λέγκα, όπως και το Κίνημα των Πέντε Αστέρων, διακηρύσσοντας ότι αποτελεί εμπόδιο στις κρατικές επενδύσεις, επιμένει ότι δεν αναγνωρίζει το όριο του 3% και υποστηρίζει τη θέση να αποφασίσει  η επόμενη κυβέρνηση  με τον δικό της τρόπο τις δαπάνες, προκειμένου  να μειώσει το κρατικό χρέος. Ταυτόχρονα, το Δημοκρατικό Κόμμα έχει υποσχεθεί να «αγγίξει το όριο» του 3% διατηρώντας ένα έλλειμμα 2,9% για να υποστηρίξει τις επενδύσεις. Ο Μπερλουσκόνι  κατά καιρούς επιδίωξε να δώσει διαβεβαιώσεις για την υπευθυνότητά του: μιλώντας πρόσφατα στις Βρυξέλλες [https://www.reuters.com/article/eurozone-italy-berlusconi/berlusconi-backs-eu-rules-on-deficits-ahead-of-election-idUSB5N1JD02C]  έδωσε έμφαση στην «ανάγκη να τιμούμε τις δεσμεύσεις μας προς την Ευρώπη, περιλαμβανομένου του ορίου του 3%», αν και αργότερα, σε μια  συνέντευξη σε ιταλικό ραδιόφωνο, πρόσθεσε  ότι αυτό το όριο θα έπρεπε να γίνει σεβαστό «εάν είναι δυνατόν». Όπως πάντα, η στρατηγική του γηραιού μαέστρου είναι να λέει  σε όλους ό,τι θέλουν να ακούσουν, διατηρώντας ανοικτές τις επιλογές του.

Αποκαλυπτικό από αυτή την άποψη ήταν το ρεπορτάζ της εφημερίδας La Repubblica στις 28 Ιανουαρίου [τρέχοντος έτους] για μια συνάντηση ανάμεσα στον Μπερλουσκόνι και τον πρόεδρο της Κομισιόν Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ. Ο μεγιστάνας είχε ήδη ενσωματώσει τη Λέγκα και το μεταφασιστικό μόρφωμα Fratelli d’Italia στο συνασπισμό του, εξασφαλίζοντας ότι μια κυβέρνηση της δεξιάς θα κρατούσε την Ιταλία μέσα στο ευρώ. Στη συνάντηση όμως, είπε, καθώς λέγεται, στον Γιουνκέρ ότι , αφού είχε  φιμώσει την αντίθεση αυτών των δυνάμεων στο ευρώ, έλπιζε να τις εγκαταλείψει μετά τις εκλογές. Ένας τέτοιος ελιγμός θα έμοιαζε με τις κινήσεις του μετά τις εκλογές του 2013, όταν, αφού είχε συμπαραταχθεί μ’ αυτές τις ίδιες δυνάμεις, τις εγκατέλειψε στηρίζοντας τον  μεγάλο συνασπισμό με το Δημοκρατικό Κόμμα [μέχρι τον Νοέμβριο εκείνου του έτους].

Το δημοκρατικό έλλειμμα

Η προσπάθεια του Μπερλουσκόνι να περιορίσει την εκστρατεία των εταίρων του σχετικά με το ευρώ, αφού είχε καλλιεργήσει επί αρκετά χρόνια ο ίδιος την αμφιβολία για τη βιωσιμότητα του ενιαίου νομίσματος, απέδωσε καρπούς, σπρώχνοντας  το θέμα της Ευρωζώνης στο περιθώριο της εκλογικής συζήτησης. Ο βετεράνος περφόρμερ πέτυχε, υπ’ αυτή την έννοια, να πραγματοποιήσει μια κλασική ταχυδακτυλουργική εξαφάνιση: ρίχνεται η αφετηριακή βολή, ο καπνός διαλύεται και ο ελέφαντας εξαφανίζεται πίσω από την κουρτίνα του μάγου. Όμως, όταν σιγάσουν τα χειροκροτήματα, μπορεί να ακούσει κανείς το κουρασμένο γηραιό θηρίο να αγκομαχά στα παρασκήνια.  Σε όσα τεχνάσματα κι αν καταφύγει ο Μπερλουσκόνι, για να αφοπλίσει το θέμα του ευρώ, η χαρακτηριστική μυρωδιά της κοπριάς του ελέφαντα ακόμη υπάρχει στον αέρα.

Ενώ το όριο των ελλειμμάτων δείχνει με τυπικό τρόπο τον οικονομικό  ζουρλομανδύα που φοράει η Ευρωζώνη στα κράτη-μέλη, η συζήτηση γι’ αυτό το θέμα απλώς ξύνει ελαφρά την επιφάνεια των περιορισμών που επιβάλλει η Ευρωζώνη.  Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι οι μικροπαραλλαγές της πολιτικής των δαπανών που προβάλλουν τα κατεστημένα κόμματα, αλλά το ότι η ένταξη σ’ αυτήν απαγορεύει στην Ιταλία να ακολουθεί ανεξάρτητη νομισματική πολιτική.  Παρόλο που η μόνιμη υποτίμηση της λιρέτας , εκτός από τις περιόδους σταθερών ισοτιμιών, δεν ήταν ακριβώς μια χρυσή εποχή (η λιρέτα ήταν, πάν’ απ’ όλα, ασταθής), οι κυβερνήσεις στη Ρώμη είχαν τουλάχιστον τη δυνατότητα αυξανόμενων νομισματικών προσαρμογών, μειώνοντας τα χρέη σε λιρέτα και, το πιο σημαντικό, χρησιμοποιώντας τις υποτιμήσεις για να διατηρήσουν ανταγωνιστικές τις ιταλικές εξαγωγές.

Συνεπώς, τα προβλήματα υπερβαίνουν κατά πολύ τους συγκεκριμένους κανόνες του ευρώ ή αφορούν ακόμη λιγότερο τις τιμές μετατροπής του 2002. Το ενιαίο νόμισμα είναι ένας μηχανισμός που έχει ωφελήσει τις γερμανικές εξαγωγικές βιομηχανίες και τα κρατικά οικονομικά εις βάρος της περιφέρειας της ευρωπαϊκής ηπείρου. Η εξασφάλιση τεχνητά χαμηλής συναλλαγματικής ισοτιμίας  (σε σχέση με το γερμανικό μάρκο) επέτρεψε στις γερμανικές εταιρείες να βυθίσουν τους αντιπάλους τους σε χώρες όπως η Ιταλία κάτω από ένα τεράστιο κύμα φθηνών εξαγωγών. Και αφού έπνιξαν τις ιταλικές βιομηχανίες, ο γερμανικός χρηματοπιστωτικός τομέας ήταν ελεύθερος να πετάξει τη  σωσίβια λέμβο: ανακυκλώνοντας τα πρωτοφανή πλεονάσματα της Γερμανίας ως φθηνή πίστωση τόσο στο κράτος όσο και στους καταναλωτές. Με τη σειρά της η Ιταλία αναγκάστηκε να εκδώσει τα χρέη της σε ένα νόμισμα το οποίο είναι ουσιαστικό ξένο.  Οι κοινωνικές συνέπειες αυτής της δυναμικής είναι καταστροφικές.

Οι οικονομικά καταστροφικές συνέπειες της Ευρωζώνης δεν φάνηκαν τόσο δραματικά στην Ιταλία όσο στην Ελλάδα. Υπάρχει στασιμότητα και αργή έξοδος των νέων Ιταλών, αντί μιας δραματικής κατάρρευσης. Ωστόσο, μακροπρόθεσμα, η επίδραση αυτού του νομισματικού συστήματος είναι διαβρωτική όχι μόνο για τις προοπτικές οικονομικές μεγέθυνσης της Ιταλίας, αλλά και για τη δημοκρατική πολιτική.  Η παγίδευση σε ένα χρεοκοπημένο οικονομικό «πιστεύω» το μόνο που θα επιφέρει είναι το μίσος των λαϊκών στρωμάτων. Και οποιαδήποτε σοβαρή πρόταση για την εκ βάθρων αλλαγή της ιταλικής οικονομίας  θα πρέπει να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση.

Στην πορεία προς τις εκλογές της 4ης Μαρτίου, η Λέγκα και το M5S υπαναχώρησαν από τις αντι-ευρώ θέσεις τους και αυτή η υπαναχώρηση δεν αντιστοιχεί στην  αύξηση της λαϊκής υποστήριξης προς το ευρώ. Πράγματι,  είναι δύσκολο να θεωρήσει κανείς ότι η Ευρωζώνη θα αντιμετώπιζε την επόμενη κρίση με καλύτερο τρόπο [για τα λαϊκά στρώματα]  από ό,τι την προηγούμενη. Βεβαίως, τα δεινά της Ιταλίας χρονολογούνται πριν από το 2002. Όμως μια επιστροφή στη λιρέτα προσφέρει, κυρίως, την ευκαιρία να μειωθούν οι εξασθενητικές αποπληρωμές του χρέους και να επαναληφθούν οι δημόσιες επενδύσεις.   Η αποδοχή της Ευρωζώνης, όπως είναι συγκροτημένη, ουσιαστικά σημαίνει ότι η Ιταλία αποδέχεται να μείνει παγιδευμένη στον σημερινό φαύλο κύκλο, με τη μαζική μετανάστευση των Ιταλών να αποτελεί τη μοναδική βαλβίδα αποσυμπίεσης της μόνιμης στασιμότητας.

Υπ’ αυτή την  έννοια, στην Ιταλία η μάχη για το ευρώ δεν είναι απλώς μια μάχη ανάμεσα στην εθνική κυριαρχία και το ευρωπαϊκό σχέδιο ή ανάμεσα στις ουτοπικές ιδέες του παρελθόντος και τη δυστοπική πραγματικότητα του παρόντος. Συμπυκνώνει το όλο πρόβλημα του νεοφιλελεύθερου «πιστεύω», την ουσία --ή μάλλον την επιμονή των κυρίαρχων δυνάμεων-- ότι  «δεν υπάρχει εναλλακτική». Οι παθιασμένες διαμάχες μεταξύ των βασικών κομμάτων, που στην πράξη  συμμαχούν στο βαθμό που αυξάνεται η μεταξύ τους σύγκλιση όσον αφορά τα οικονομικά και πολιτικά θέματα, διαμορφώνουν ένα πλαίσιο στο οποίο η σύγκρουση ταυτοτήτων αντικαθιστά τις ελπίδες για οποιαδήποτε αλλαγή που να έχει νόημα. Σ’ αυτές τις εκλογές, πιθανόν θα δούμε την περαιτέρω  εξασθένηση των κομμάτων του λεγόμενου κέντρου, αλλά και μια πτώση στη συμμετοχή ίσως στο 60%, σε μια χώρα όπου επί πολλά χρόνια η συμμετοχή στις εκλογές ξεπερνούσε το 90%.

Η Ιταλία, παρά το 36% της ανεργίας στους νέους και μια αυξανόμενη απώλεια πίστης προς την πολιτική, δεν μπορεί να θεωρείται μια ξεχαρβαλιασμένη παλιά δύναμη που αδυνατεί να ακολουθήσει τον βηματισμό της προόδου. Στην πραγματικότητα, αφότου κατέρρευσαν τα κόμματα που βασίζονταν στις κοινωνικές τάξεις, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, το πολιτικό της σύστημα έγινε παιδί της παρούσας στιγμής, ο κατακερματισμός του αντανακλά πιστά την επικρατούσα ιδέα της εξατομίκευσης.  Η ρητορική είναι μανιασμένη, η προσκόλληση στις ταυτότητες είναι βαθιά και η έλλειψη επιλογών έκδηλη.   Αλλά καθώς τα ιστορικά κόμματα του γαλλικού κέντρου καταρρέουν και η Γερμανία μπαίνει σε μια περίοδο ενός πιο αδύναμου μεγάλου συνασπισμού, η Ιταλία δεν φαίνεται καθόλου σαν κάτι το διαφορετικό. Τα γεγονότα στη Ρώμη δεν συνιστούν παρέκκλιση, αλλά συμπύκνωση μιας άκρως ευρωπαϊκής κρίσης.

----

* Ο Μπερλουσκόνι επανίδρυσε, τον Ιούνιο του 2013, το κόμμα Forza Italia και απέσυρε τη στήριξη προς την κυβέρνηση «μεγάλου συνασπισμού» του Ενρίκο Λέτα τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, δεν στήριξε επίσης τις επόμενες παρόμοιου τύπου κυβερνήσεις του Ματέο Ρέντσι (2014-2016) και του Πάολο Τζεντιλόνι (2017) -- η ομάδα που αποσπάστηκε από το κόμμα του, ιδρύοντας το κόμμα Νέα Κεντροδεξιά,  υπό τον Α. Αλφάνο συμμετείχε σ' αυτές. (Σ.τ.Μ.)

Πηγή:https://jacobinmag.com/2018/02/italian-elections-berlusconi-five-star-movement-italexit

*Ο Ντέιβιντ Μπρόντερ είναι ιστορικός του ιταλικού και γαλλικού κομμουνισμού.

Μετάφραση: Αριάδνη Αλαβάνου

Τα μεγάλα παραμύθια του ΣΥΡΙΖΑ και η Χρεοκρατία, του Κ. Παπουλή

Τα μεγάλα παραμύθια  του ΣΥΡΙΖΑ και η Χρεοκρατία

Του Κ. Παπουλή

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ πέρα από το ότι αποδεικνύεται η πιο καταστροφική για τον τόπο και τον λαό από οποιαδήποτε κυβέρνηση της μεταπολίτευσης, αποδεικνύεται και μια κυβέρνηση μικρών και θλιβερών Γκαιμπελίσκων. Ας δούμε πέντε, από τα πολλά «μαργαριτάρια-παραμύθια» της ομάδας Τσίπρας και των βουλευτών του που ακούμε τελευταία:

Παραμύθι πρώτο: «Το επιτόκιο 3,5% που δανείστηκε η χώρα το τελευταίο της ομόλογο, είναι  χαμηλότερο, και από αυτό που δανειζόταν η χώρα όταν δεν είχε χρεοκοπήσει-μπει στα μνημόνια»

Η Αλήθεια: Σημασία δεν έχει το ονομαστικό επιτόκιο, αλλά το πραγματικό (ονομαστικό επιτόκιο αφαιρούμενου του πληθωρισμού). Το πραγματικό επιτόκιο που δανείστηκε η χώρα είναι μεγαλύτερο  και από αυτό  του Φεβρουαρίου του 2010. (Εφόσον βέβαια, ο  Γ. Παπανδρέου επέλεγε να δανειστεί 20 και πλέον δις για το 2010 -όσα χρειαζόταν η χώρα για όλο το έτος-, και να καθυστερήσει την χρεοκοπία, αντί να φέρει το Δ.Ν.Τ. και τα μνημόνια).

Για να είμαστε σαφείς: η Ελλάδα ακόμη και λίγο πριν την χρεοκοπία (το 2007-2008-2009),  δανειζόταν με ένα χαμηλό ονομαστικό επιτόκιο περίπου ίδιο με την Γερμανία,  γιατί ως χώρα της ΟΝΕ, είχε την εμπιστοσύνη των αγορών (οι χώρες της ΟΝΕ δεν χρεοκοπούν έλεγαν οι αγορές). Μόνο που ο πληθωρισμός της χώρας, ήταν όλα αυτά τα χρόνια περί το 3,5%- 4%. Εν ολίγοις η χώρα δανειζόταν με μηδενικά έως και αρνητικά επιτόκια. Τον Νοέμβρη του 2009 η απόδοση του δεκαετούς ομολόγου του ελληνικού δημοσίου ήταν 4,84%, για να φτάσει τον Φεβρουάριο του 2010 στο 6% και κάτι, και τελικά, τον Μάιο του 2010 στο 7,94%.

Η χώρα σήμερα ακολουθεί πολιτική εσωτερικής υποτίμησης, δηλαδή αποπληθωρισμού για να αυξήσει την διεθνή ανταγωνιστικότητά της, αφού δεν μπορεί (εντός ευρώ) να κάνει εξωτερική υποτίμηση. Για αυτό ο πληθωρισμός από το 2013-2016 ήταν αρνητικός. Ανέκαμψε σε θετικό πρόσημο το 2017 (πέριξ της μονάδας), για να επανέλθει σε αρνητικό πρόσημο τον Ιανουάριο του 2018 (-0,2%). Άρα, με τα τελευταία δεδομένα (Ιανουάριος), το πραγματικό επιτόκιο δανεισμού ήταν    3,7% και άρα πολύ μεγαλύτερο από τον Φεβρουάριο του 2010 και περίπου ίσο με τον Μάιο του 2010 που μπήκαμε στα μνημόνια. Άρα κύριοι του ΣΥΡΙΖΑ μην «παίζετε» με τα νούμερα.

Παραμύθι νο 2: «Αυτοδύναμη και καθαρή Έξοδος».

Η Αλήθεια: «Ακόμη και αν η χώρα βγει βραχυχρόνια στις αγορές σύντομα, ή θα χρεοκοπήσει και τυπικά,  ή θα επιστρέψει στην αγκαλιά των επίσημων δανειστών».

Υπάρχει μια οικονομική «διαπίστωση»: Για να μειώνεται το χρέος μιας χώρας ως ποσοστό του ΑΕΠ πρέπει το ποσοστό αύξησης του ΑΕΠ να είναι μεγαλύτερο από το πραγματικό επιτόκιο.

Παγκοσμίως σήμερα, με πρώτη την Αμερική, τελειώνει η εποχή του φτηνού χρήματος. Η πολιτική των κεντρικών τραπεζών αλλάζει και τα επιτόκια θα αυξηθούν. Ήδη τα ομόλογα του αμερικάνικου δημοσίου παίρνουν την ανηφόρα. Σύντομα θα ακολουθήσει  και η ευρωζώνη. Η κρίση χρέους συνολικά στην ευρωζώνη θα επανεμφανιστεί. Όταν λοιπόν η Γερμανία θα δανείζεται με ονομαστικό επιτόκιο πάνω από 3%, όπως  και πριν την κρίση, με πόσο θα δανείζεται η Ελλάδα; Ίσως με τα επιτόκια που είχαν διαμορφωθεί το 2010; Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και τα υπάρχουσα δάνεια από τους μηχανισμούς είναι κύρια σε κυμαινόμενα επιτόκια.

Όταν μάλιστα η οικονομία τότε της χώρας (πριν την κρίση) δεν είχε διαλυθεί σε τέτοιο βαθμό, και το δημόσιο χρέος της πριν τις αναθεωρήσεις του, το 2009 ήταν ως ποσοστό του ΑΕΠ 113%, ενώ σήμερα ξεπερνά το 185%. Βέβαια, θα πει κανείς, έχουν εξαφανιστεί τα μεγάλα, δίδυμα ελλείμματα, δημόσιο και εξωτερικό που είχε τότε η ελληνική οικονομία.  Όμως σε συνθήκες αποπληθωρισμού ή αναιμικού πληθωρισμού, και χαμηλής ανάπτυξης-στασιμότητας, λόγω   λιτότητας, που αναμένεται βραχυχρόνια- μεσοχρόνια-μακροχρόνια,  το υπόλοιπο (πραγματικό επιτόκιο μείον την ανάπτυξη) επί το ποσοστό του χρέους,  θα είναι σημαντικό και πολύ μεγαλύτερο από τα όποια πρωτογενή πλεονάσματα.  Η δυναμική του δημόσιου χρέους, στην πραγματικότητα η δυναμική ενός τεράστιου εξωτερικού χρέους, δείχνει χρεοκοπία.

Είναι πιθανό σήμερα το ελληνικό πρόβλημα, να πάρει μια ακόμη παράταση. Ο ξένος παράγοντας φαίνεται να επιθυμεί την συνέχεια της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και για αυτό τον ανταμείβει με καλά, άλλα με κούφια λόγια για την ελληνική οικονομία. Οι υπηρεσίες του ΣΥΡΙΖΑ προς την ευρωπαϊκή νομισματική τάξη και το κατεστημένο της Ε.Ε. ήταν υποδειγματικές. Όμως η Ελλάδα αναπτύσσει όλο και μεγαλύτερη ταχύτητα στην τροχιά της επίσημης χρεοκοπίας, και βρίσκεται όλο και πιο βαθιά στο έλεος και στην εξάρτηση από τους ξένους δανειστές.

 Παραμύθι νο 3: «Η ανεργία μειώνεται και η κατάσταση  στην αγορά εργασίας βελτιώνεται».

Η αλήθεια: Η μετανάστευση και η μερική απασχόληση εμφανίζουν μια αλχημιστικά μειούμενη ανεργία. Η αγορά εργασίας διαλύεται, οι μισθοί καταρρέουν.

Με στοιχεία του ΕΦΚΑ για τον Μάιο του 2017, σε σύνολο 2145 χιλιάδων μισθωτών-ασφαλισμένων  του ιδιωτικού τομέα, 637 χιλιάδες εργάζονται με καθεστώς μερικής απασχόλησης, πάνω από 3 στους δέκα, και με μέσο μικτό μισθό 390 ευρώ το μήνα. (βλ: καθημερινή, 14/2). Η μερική απασχόληση κάνει θραύση, διαλύοντας τις εργασιακές σχέσεις και συμπιέζει όλο και περισσότερο τους μισθούς. Η μέση απασχόληση στις επιχειρήσεις δείχνει να ανεβαίνει κατά 2,26% (πάλι για τον Μάιο του 2017), το μέσο ημερομίσθιο  όμως έπεσε κατά 2,38%.

Για να αυξάνει η απασχόληση, η συνολική εργασία (ας το πούμε έτσι) πρέπει η αύξηση του ΑΕΠ να είναι μεγαλύτερη από την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία για το έτος 2017 το ΑΕΠ παρέμεινε στάσιμο.  Κατά την γνώμη μας μειώθηκε και απλώς στους αριθμούς εμφανίζεται ένα τμήμα του ΑΕΠ που «ασπρίζει».

Αλλά ας δεχτούμε ότι ήταν στάσιμο. Δεν γίνεται έτσι να αυξάνει η συνολική απασχόληση. Έστω ότι η παραγωγικότητα της εργασίας ανά ώρα ανέβηκε κατά 1% το 2017, οι συνολικές ώρες απασχόλησης τότε μειώνονται κατά 1%.  Συνεπώς ή όποια αύξηση της απασχόλησης καταγράφουν τα στοιχεία, πρόκειται στην ουσία  για αύξηση της μερικής απασχόλησης εις βάρος της σταθερής.

Επίσης οι απασχολούμενοι και στα επίσημα στοιχεία αυξάνουν  αριθμητικά,  λιγότερο από την μείωση των ανέργων. Αυτό οφείλεται στην καθαρή μετανάστευση. Η κατάσταση όμως είναι πολύ χειρότερη. Στην πραγματικότητα, κοντά στις 500.000 έχουν μεταναστεύσει στο εξωτερικό τα χρόνια της κρίσης, κυρίως νέοι και επιστήμονες. Π.Χ 12.500 γιατροί είχαν πάρει «εισιτήριο χωρίς επιστροφή» μέχρι πέρσι, ενώ 3 στους 4 τουλάχιστον νέους γιατρούς διαλέγουν να κάνουν ειδικότητα στο εξωτερικό.

Αν τώρα υπολογίζαμε  ότι  αυτοί που εργάζονται σε καθεστώς μερικής απασχόλησης δούλευαν κανονικά, τότε θα «περίσευαν» άλλοι  318 χιλιάδες, θα είχαμε δηλαδή 318 χιλ. περισσότερους ανέργους.  Επίσης πολλοί στην πραγματικότητα άνεργοι (μηχανικοί, ελ. Επαγγελματίες, «μαθητευόμενοι» σε σεμινάρια,  κλπ) καταγράφονται ως απασχολούμενοι, ενώ άλλοι (που δεν έψαξαν για δουλειά λόγω απογοήτευσης το τελευταίο διάστημα) καταγράφονται από την ΕΛΣΤΑ ως μη οικονομικά ενεργοί.

Συμπερασματικά, λείπουν από την χώρα,   2 εκατομμύρια θέσεις εργασίας και ο εφιάλτης στην αγορά εργασίας επιδεινώνεται καθημερινά.

Παραμύθι νο 4: «Φταίει η διαχείριση της δεξιάς για την χρεοκοπία και τα μνημόνια».

Η Αλήθεια: «Η Ελλάδα χρεοκόπησε λόγω τεράστιων εμπορικών ελλειμμάτων, που  καλύφτηκαν από εξωτερικό δημόσιο χρέος, με λίγα λόγια, η κύρια αιτία της χρεοκοπίας είναι η συμμετοχή στην ΟΝΕ».

Με αφορμή το ζήτημα των φαρμάκων, αναπτύσσεται ένα γκεμπελικό σενάριο που ενοχοποιεί την «δεξιά» για αλόγιστες δαπάνες, μίζες και αρπαγή του δημόσιου χρήματος, και έτσι επιχειρείται να αθωωθεί, η πολιτική των μνημονίων και του ΣΥΡΙΖΑ. Όμως όλα  αυτά είναι περίπου το ίδιο με το να ισχυριστεί  κάποιος, ότι το συνάχι δημιουργεί τον καρκίνο. 

Το 2007-2008 το εξωτερικό έλλειμμα της χώρας έφτασε το 15% του ΑΕΠ, 35-40 δις ετησίως. Δεν είναι καθόλου άσχετο με το ότι το ευρώ έφτασε στο 1,6 δολάρια, και το ότι το ελληνικό ευρώ (λόγω υψηλότερου πληθωρισμού, έγινε το πιο σκληρό ευρώ της ευρωζώνης). Υπήρχε δηλαδή πολλαπλή υπερτίμηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας της Ελλάδας έναντι όλων των εμπορικών της εταίρων, διογκώνοντας το εμπορικό έλλειμμα. Ουσιαστικά, ήδη από το όταν μπήκαμε στο ευρώ η δραχμή, ήταν υπερτιμημένη, λόγω της ανάλογης πολιτικής της σκληρής δραχμής,  μια που και τότε το εξωτερικό έλλειμμα πλησίαζε το 8% του ΑΕΠ.  

Αν δεν ήμασταν στο ευρώ θα είχε γίνει διολίσθηση-υποτίμηση1 της δραχμής και τα πράγματα θα έμπαιναν σε ισορροπία. Αντίθετα λόγω της συμμετοχής στο ευρώ, τόσο ο ιδιωτικός τομέας όσο και ο δημόσιος τομέας αντιμετώπιζαν την εμπιστοσύνη των αγορών και των ξένων αποταμιευτών. Οι τράπεζες γέμισαν με ξένες καταθέσεις, ενώ ο δημόσιος τομέας δανειζόταν (όπως είπαμε και παραπάνω)  με μηδενικά ή και αρνητικά πραγματικά επιτόκια. Ένα μεγάλο μέρος του εμπορικού ελλείμματος ισοφαρίζονταν από τον δανεισμό του δημόσιου τομέα από το εξωτερικό. Το 80% του δημόσιου χρέους πέρασε σε χέρια ξένων και σε γαλλικές και γερμανικές κ.α. τράπεζες. Ο δανεισμός και η υψηλή ισοτιμία  στρέβλωσε σε σημαντικό βαθμό και την οικονομία   με  αποκορύφωμα την φούσκα στα ακίνητα.

Είναι εντυπωσιακό ότι η Ελλάδα χρεοκόπησε σε μια εποχή που για χρόνια δανειζόταν με μηδενικά ή αρνητικά πραγματικά επιτόκια. Πρόκειται για παραλογισμό, που μόνο η ΟΝΕ μπορούσε να δημιουργήσει.

Όταν ξεκίνησε η κρίση, οι αγορές έριξαν τα βλέμματά τους στα ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, δηλαδή στα ελλείμματα ανταγωνιστικότητας των χωρών του Νότου και όχι στο ύψος του δημόσιου χρέους. Παράδειγμα η Ισπανία, που είχε δημόσιο  μικρότερο και από την Γερμανία και πολύ κάτω  και από αυτό της συνθήκης του Μάαστριχτ (60% του ΑΕΠ).

Η κρίση λοιπόν στην Ελλάδα οφείλεται στην σχέση κέντρου-περιφέρειας,  στις διαφορές ανταγωνιστικότητας  στην ΟΝΕ, και η πατρίδα μας ως η πιο αδύναμη οικονομία του Νότου πληρώνει και το πιο μεγάλο τίμημα.

Παραμύθι νο 5: «Θα έρθουν Ξένες Επενδύσεις που θα φέρουν την ανάκαμψη»

Η Αλήθεια «Καμία οικονομία δεν σώνεται από Ξένες Επενδύσεις, χρειάζεται δικό της σχέδιο, και αυτές που γίνονται στην Ελλάδα είναι επιβλαβείς για την οικονομία»

            Μία οικονομία, σε όση λιτότητα και εάν εξαναγκαστεί, δεν δύναται να στηριχτεί μόνο σε Άμεσες Ξένες Επενδύσεις (ΑΞΕ). Δεν υπάρχει κανένα τέτοιο ιστορικό παράδειγμα χώρας. Αντιθέτως, μάλιστα, οι ΑΞΕ είναι καταρχήν επιβλαβείς για την Ελλάδα, διότι δεν πρόκειται (και θα πρόκειται) για επενδύσεις  εξαγοράς δημόσιων και ιδιωτικών επιχειρήσεων ή υποδομών, μειώνοντας μεσοχρονίως-μακροχρονίως τα έσοδα του δημοσίου τομέα και αποστραγγίζοντας περαιτέρω την οικονομία, δια της ελεύθερης (ελέω και «Μάαστριχτ»!) εξαγωγής κερδών στο εξωτερικό.  Και δεν θα πρέπει να ξεχνούμε ότι: Πρώτον, ακόμα και κατά τα «χρυσά χρόνια» του ευρώ, οι ΑΞΕ συνέβαλαν κατά λιγότερο από 0.5% στη χρηματοδότηση του ελλείματος του ελληνικού Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών. Δεύτερον, οι μεγαλύτερες από αυτές τις επενδύσεις ήταν τύπου εξαγοράς ελληνικών μονάδων παραγωγής υπηρεσιών. Τρίτον, ούτε ο Μαρκεζίνης, πριν και μετά την – κατά τα λοιπά – επιτυχημένη εξωτερική υποτίμηση του 1953, και παρά τα συσταλτικά μέτρα οικονομικής πολιτικής που εφαρμόστηκαν, μπόρεσε να προσελκύσει σημαντικές ΑΞΕ.

(1): Ενδεικτικά αναφέρω ότι το μέσο έλλειμμα του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών ήταν: 1960-1970 (-2, 6), 1970-1980 (-3,9), 1980-1985 (-5,5), 1985-1990 (-3,1), 1990-1995 (-1,4). Μετά την συνθήκη του Μάαστριχτ άρχισε η πολιτική της σκληρής δραχμής για να μειωθεί ο πληθωρισμός και να μπούμε στην ΟΝΕ. Εκεί άρχισε ο φαύλος κύκλος (και του δανεισμού από το εξωτερικό)  που κατέληξε στα πρωτοφανή  ελλείμματα του Ι.Τ.Σ, στο 7,61% πριν μπούμε επίσημα στο ευρώ μα κορύφωση το 15% του 2007-2008.

Από τούς «παρανόμως πλουτήσαντες» επί Κατοχής έως την Novartis, ένα τσιγάρο δρόμος, του Γ. Περάκη

Από τούς «παρανόμως πλουτήσαντες» επί Κατοχής έως την Novartis, ένα τσιγάρο δρόμος

1. Οι «παρανόμως» πλουτήσαντες επί κατοχής και η δικαιοσύνη.

Επί κυβερνήσεως του Ν.Πλαστήρα, εκδόθηκε ο Αν. Νόμος 182 «ΠΕΡΙ ΕΙΔΙΚΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΟΛΕΜΙΚΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟΝ ΠΛΟΥΤΗΣΑΝΤΩΝ». «…Οι «πλουτίσαντες επί κατοχής» ήταν υποχρεωμένοι να πληρώσουν τους φόρους που θα ορίζονταν. Η τιμωρία που προβλεπόταν ήταν αυστηρή, καθώς προβλεπόταν η εκτόπισή τους η φυλάκιση και η δήμευση του συνόλου ή μέρους της περιουσίας τους. Είναι γεγονός ότι η τροποποίηση αυτή (δηλ. του αρχικού νόμου ) επέτρεψε σε πολλούς δοσίλογους ν’ απαλλαγούν με βουλεύματα. Παράλληλα, εκδόθηκε στις 21/12/45 ο Α.Ν. 753/45 «περί αποσυμφορήσεως των φυλακών», ο οποίος συμπληρώθηκε αργότερα με τους Α.Ν. 1204/46 και 428/47, διά του οποίου παραγράφηκαν όλα τα αδικήματα που είχαν διαπραχθεί από τις 27 Απριλίου 1941 (ημέρα καταλήψεως της χώρας από τους Γερμανούς) μέχρι και τη 12η Φεβρουαρίου 1945 (ημέρα υπογραφής της Συμφωνίας της Βάρκιζας). Διατάσσονταν οι δικαστικές αρχές να εκδώσουν σε διάστημα 30 ημερών νέα εντάλματα για όσους δεν ευεργετούνταν από το νόμο και ταυτόχρονα καταργούσαν όλα τα ανεκτέλεστα εντάλματα…. Τον Απρίλιο του 1950 δημοσιεύτηκε η είδηση της διαλύσεως της Υπηρεσίας Δοσιλόγων του Εφετείου Αθηνών και δημοσιεύτηκε απολογισμός του έργου της από τον οποίο καθίσταται σαφές ότι υπήρξε διάθεση «συγχώρησης και απαλλαγής» πολλών ενόχων. Ο «φορολογικός» συντελεστής που έφτανε στο 90%, είναι μάλλον ο υψηλότερος συντελεστής φορολογίας που επιβλήθηκε ποτέ από την ίδρυση του Νεοελληνικού Κράτους1.

«Στα τέλη 1945, δημοσιεύτηκε η είδηση ότι οι οικονομικοί δοσίλογοι Καλαμών και Μεσσήνης θα εκτοπίζονταν σε νησιά. Είχε προηγηθεί η οργή των Καλαματιανών, όταν «εν πνεύματι επιεικίας», η συσταθείσα επιτροπή συμφώνως προς τον νόμον περί φορολογίας των πλουτισάντων κατά την περίοδον της κατοχής, εξέδωκε την απόφασίν της διά την πρώτην σειράν υποχρέων επί 25 περιπτώσεων εμπόρων και βιομηχάνων, […] περικόψασα εις το ελάχιστον τα υπό του κ. Εφόρου, βάσει των στοιχείων της οικονομικής εφορίας προταθέντα ποσά. Ητοι επί συνόλου 513 εκατ. δρχ τα οποία θα έπρεπε να εισπραχθούν κατελογίσθησαν μόλις 172,85 εκατ., εν συνόλω η επιτροπή εμείωσε τον φόρον κατά 66%». Σύμφωνα με εκτιμήσεις, στην περίοδο της Κατοχής άλλαξαν χέρια τεράστιες περιουσίες, από κινητά αντικείμενα αξίας ως και ακίνητα (κατοικίες, διαμερίσματα, οικόπεδα). Υπάρχουν σχετικές πληροφορίες ότι πουλήθηκαν ακίνητα την περίοδο εκείνη στο 15%-25% της πραγματικής τους αξίας2... Οι μαυραγορίτες έμειναν ανέγγιχτοι και στο απυρόβλητο. Μάλιστα, προσέφυγαν στον Άρειο Πάγο και κατάφεραν να μπλοκάρουν την άμεση επιστροφή των ακινήτων που κατείχαν. Το ανώτατο δικαστήριο έκρινε τότε ότι ο νόμος περί ακύρωσης αγοραπωλησιών επί κατοχής ήταν… αντισυνταγματικός (βρέ κάτι μου θυμίζει). Από την απόφαση αυτή εξαιρέθηκαν ευτυχώς μόνο οι μικροϊδιοκτήτες. Κάτι ήταν κι αυτό...

«Υπήρχαν επίσης πολιτικοί και οικονομικοί λόγοι» διότι αν καταδικάζονταν, μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα τότε:

Θα έπρεπε το σύνολο σχεδόν της οικονομικής και επιχειρηματικής ζωής της Ελλάδας να καταδικαστεί, άρα η χώρα θα «αποκεφαλιζόταν» οικονομικά και επιχειρηματικά»3  

Συμπέρασμα 1ο : Μπροστά στον κίνδυνο της κατάρρευσης του συστήματος, την δικαιοσύνη θα κοιτάμε τώρα;

Ερώτημα 1ο  : Πόσοι και ποιές ποινικές κυρώσεις υπέστησαν οι ένοχοι και επεστράφησαν οι περιουσίες στους φυσικούς διακαιούχους;;;

2. Τα ξεχασμένα σκάνδαλα της «εθνοσωτηρίου επαναστάσεως»4 ή εφτά χρόνια αρπαχτής και η δικαιοσύνη

Το παραμύθι περί «τιμιότητας» των δικτατόρων που κατέλαβαν πραξικοπηματικά την εξουσία το 1967 πρέπει κάποτε να σταματήσει. Προέρχεται απο τους επιζώντες χουντικούς που  αφού πρώτα έχασαν την εξουσία, στερήθηκαν όσα είχαν παράνομα καρπωθεί και υπέστησαν τις οικονομικές συνέπειες της κοινωνικής απομόνωσής τους. Ακόμη κι αυτή η εικόνα δεν αφορά, ωστόσο, παρά ελάχιστους πρωτεργάτες της δικτατορίας. Μετά τη Μεταπολίτευση, ο Τύπος ξεχείλισε βέβαια από πληροφορίες για σκάνδαλα της χουντικής επταετίας. Ομως αυτά θεωρούνταν τότε και σωστά απλές παρωνυχίδες μπροστά στα υπόλοιπα εγκλήματα της δικτατορίας.

Επιγραμματικά αναφέρονται:

  • Απολαβές και «ασυλία»:Το πρώτο πράγμα που φρόντισαν να κάνουν οι ηγέτες της χούντας, με τον Α.Ν. 5 του 1967, ο μισθός του πρωθυπουργού υπερδιπλασιάστηκε (από 23.600 σε 45.000 δρχ), των υπουργών και υφυπουργών αυξήθηκε από 22.400 σε 35.000 δρχ, ενώ θεσπίστηκαν για πρώτη φορά ημερήσια «εκτός έδρας» 1.000 και 850 δρχ αντίστοιχα («Πολ. Θέματα» 5.10.73). Ακολούθησαν κι άλλες «τακτοποιήσεις», όπως η καταχρηστική στεγαστική αποκατάσταση «αξιωματικών διαδραματισάντων εξέχοντα ρόλον»
  • Οι δικτάτορες θεσμοθέτησαν τέλος τη μελλοντική ασυλία τους: Με ρυθμίσεις που κάνουν τα σημερινά κουκουλώματα να μοιάζουν με παιδικό παιχνίδι. Η χουντική νομοθεσία «περί ευθύνης υπουργών» περιείχε «μεταβατική διάταξη» βάσει της οποίας δίωξη υπουργού ή υφυπουργού της χούντας μπορούσε να γίνει μόνο με απόφαση των ...συναδέλφων τους.
  • Τα μαύρα κρέατα:Το μόνο σκάνδαλο που εκκαθαρίστηκε δικαστικά επί χούντας αποκαλύφθηκε για λόγους προπαγανδιστικής «νομιμοποίησης» της ανατροπής του Παπαδόπουλου απ’ τον Ιωαννίδη. Πρόκειται για την (κυριολεκτικά δύσοσμη) «υπόθεση των κρεάτων», με βασικούς κατηγορούμενους τον πρώην υφυπουργό Εμπορίου Μ. Μπαλόπουλο και το Γεν. Διευ/ντή του Υπουργείου (και διορισμένο πρόεδρο της ΑΔΕΔΥ) Ζ. Παπαμιχαλόπουλο.
  • Η «νέα φαυλοκρατία» και η «Ντόλτσε Βίτα»: Η δυσοσμία δεν περιοριζόταν ωστόσο στα κρέατα. Εκαμαν προκλητικάς ενεργείας (εντυπωσιακοί γάμοι, θορυβώδεις δεξιώσεις, δημόσιαι εμφανίσεις με μεγαλοπλουσίους, επίδειξις πλούτου κλπ).
  • Ειδική πτυχή της «νεοφαυλοκρατίας» αποτέλεσε η «τακτοποίηση» του συγγενικού περιβάλλοντος των δικτατόρων: Ο Μακαρέζος διόρισε υπουργό Γεωργίας τον κουνιάδο του, Αλ. Ματθαίου. Ο Λαδάς έκανε τον ένα ξάδερφό του διοικητή της ΑΣΔΕΝ κλπ.. Τα αδέρφια του αρχηγού βολεύτηκαν κι αυτά. Ο Κ. Παπαδόπουλος ως στρατιωτικός ακόλουθος, ο Χ. Παπαδόπουλος αναρριχήθηκε αστραπιαία στην υπαλληλική ιεραρχία για να αναλάβει Γ.Γ. Δημ. Τάξεως. Μένει γνωστός στην ιστορία σαν «ο μπον φιλέ» γιατί τυλιγμένος σε χειμωνιάτικο παλτό, τρέχει νύκτα μαζί με αξιωματικούς αστυνομίας πόλεων στα καμπαρέ σαν γκάγκστερς και τρώγουν φιλέτο» (Αλ. Δρεμπέλας, «Ο θρήνος του χωροφύλακα» Αθήνα 1998, σ.118).
    • Οι ανεξέλεγκτες δανειοδοτήσεις «ημετέρων»:  Αποκαλυπτικά είναι δυο έγγραφα του τότε αρχηγού της ΚΥΠ Μ. Ρουφογάλη που αποκάλυψε ο «Ταχυδρόμος» (29.8 και 12.9.74), με το ενδοκαθεστωτικό φακέλωμα «δανείων άτινα θεωρούνται χαριστικά ή επισφαλή». Το συνολικό ύψος των «χορηγηθέντων» δανείων ήταν 1.519 δις. δρχ. και των «υπό έγκρισιν» 1.644 δις. δρχ.
    • Οι συμβάσεις: Το φιλέτο των σκανδάλων της «επταετίας» υπήρξαν ωστόσο οι μεγάλες «αναπτυξιακές» συμβάσεις της περιόδου.
  • Η πρώτη υπογράφηκε με την αμερικανική πολυεθνική Litton: Είχε προταθεί το 1966 απ’ την κυβέρνηση των αποστατών (τον Μητσοτάκη), αλλά η Βουλή δεν τόλμησε να την ψηφίσει.
  • Ο Μακαρέζος υπέγραψε με τον αμερικανό εργολάβο Ρ. Μακντόναλντ: Μιά επαχθέστατη σύμβαση για την κατασκευή της Εγνατίας. Το δημόσιο επιβαρύνθημε με 1½ δις δρχ.
  • Ο ελληνοαμερικανός Τομ Πάππας ήταν ήδη παρών με το διϋλιστήριο της ESSO στη Θεσσαλονίκη, επένδυση του 1962 που είχε καταγγελθεί ως σκανδαλωδώς προνομιακή. Το Μάιο του 1972, η χούντα τον απάλλαξε από τις αντισταθμιστικές υποχρεώσεις και μάλιστα του έδωσε και άδεια για τα εργοστάσια της Coca Cola, που οι κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις δεν ενέκριναν, ως ανταγωνιστικά προς τη ντόπια παραγωγή αναψυκτικών.
  • Μητέρα όλων των μαχών υπήρξε ωστόσο το ντέρμπι των μεγιστάνων (Ωνάσης, Νιάρχος, Βαρδινογιάννης, Ανδρεάδης, Λάτσης κ.ά) για το 3ο διϋλιστήριο της χώρας. Τελικά ο Ωνάσης τα παράτησε, ακυρώνοντας τη «μεγαλειώδη» σύμβαση που είχε υπογράψει και παίρνοντας πίσω την εγγύησή του, το 3ο διϋλιστήριο μοιράστηκε μεταξύ Ανδρεάδη και Λάτση κι ένα 4ο παραχωρήθηκε στο Βαρδινογιάννη.
  • Το «Τάμα του Εθνους» ή η μετάφραση του «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» στο «επιχειρείν»: Υπήρξε ίσως το χαρακτηριστικότερο σκάνδαλο της χούντας: ο τέλειος συνδυασμός της επαγγελίας μιας «Ελλάδος Ελλήνων Χριστιανών» με τη μεγαλομανία του δικτάτορα και το ξάφρισμα υπέρογκων δημόσιων κονδυλίων. Στις 14/121968 ο Παπαδόπουλος εξήγγειλε την ανέγερση ενός μνημειώδους ναού του Σωτήρος στα Τουρκοβούνια ως εκπλήρωση, υποτίθεται, της σχετικής υπόσχεσης της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης του 1829 προς το Θεό σε περίπτωση απελευθέρωσης της Ελλάδας. «Φαίνεται ότι ο Ναός του Σωτήρος, που θα ανεγερθή πάνω στα Τουρκοβούνια, θα είναι απ’ τους πιο θαυματουργούς στη χώρα μας». «Γιατί, πριν ακόμα κτισθή, πριν καν γίνουν τα σχέδια, δαπανήθηκαν λες από θαύματα 406 εκατ. δρχ από τα 453 εκατομμύρια που είχαν τελικά συγκεντρωθεί «Τα Νέα» (26.1.74)».  
  • Η νομική κατασκευή περί «στιγμιαίου αδικήματος» τους άφησε παντελώς ατιμώρητους να απολαμβάνουν τα αποκτήματά τους.

Συμπέρασμα 2ο: Μπροστά στον κίνδυνο της κατάρρευσης του συστήματος ή αν θέλετε την «ομαλή» μετάβαση στον κοινοβουλευτισμό, την δικαιοσύνη θα κοιτάμε τώρα;

Ερώτημα 2ο  : Πόσοι και ποιές ποινικές κυρώσεις υπέστησαν οι ένοχοι και επεστράφησαν τα κλοπιμαία στο Ελληνικό Δημόσιο;;;

3. Σκάνδαλα ΠΑΣΟΚ και η δικαιοσύνη

  • «Σκάνδαλο καλαμποκιού»: Τα κέρδη από την «κομπίνα» υπερέβησαν τα 1,5 εκατ. δολάρια ενώ στα παραστατικά εμφανίστηκαν μόνο 1 εκατ. δρχ.!
  • Σκάνδαλο 1,5 δις εις βάρος της ΕΤΒΑ: Μέσω δύο θυγατρικών ναυτιλιακών εταιρειών της με την αγορά πλοίων από δύο άγνωστες κυπριακές εταιρείες φαντάσματα.
  • Το σκάνδαλο της Αγροτικής ασφαλιστικής εταιρείας: Πέραν των παρανομιών που αποκαλύφθηκαν, επι Πασόκ, στα διευθυντικά της στελέχη, μισθούς από 25 έως 33 εκατ. δρχ. μηνιαίως, με τη μέθοδο των προμηθειών.
  • ΠΡΟΜΕΤ 1- «Ο πικρός καφές»: ενώ η επίσημη τιμή του εισαγόμενου καφέ κατά τόνο ήταν 1.500 δολάρια, η κρατική ΠΡΟΜΕΤ τον εισήγαγε λαθραία, υπερτιμολογώντας στα 2.000 δολ. τον τόνο. ΠΡΟΜΕΤ 2: «τα σάπια ξύλα». Η ΠΡΟΜΕΤ αγόρασε από φιλανδική εταιρεία εξαγωγών ξυλείας ποσότητες καυσόξυλων έναντι του εξωφρενικού τότε ποσού των 250 εκατ. δρχ., που τελικά σάπισαν στο λιμάνι της Ελευσίνας.
  • Σκάνδαλο ΑΓΡΕΞ: σειρά από κομπίνες και υπεξαιρέσεις αποκαλύφθηκαν και στις «Αγροτικές Εξαγωγές» (ΑΓΡΕΞ).
  • Πυρκάλ 1: η Πυρκάλ πουλούσε στο Ιράκ 112 $ την οβίδα και στον ελληνικό στρατό 201$ !  Πυρκάλ 2: η αγορά του άχρηστου ναυπηγείου πλαστικών σκαφών στο Λαύριο έναντι του ποσού των 370 εκατομ. δρχ.!
  • Μαυράκης 1: διοικητής της ΔΕΗ που απηλλάγη δια βουλευμάτων από δύο υποθέσεις που τον βάρυναν. έγραψε ιστορία με το δωράκι που «έδωσε στον εαυτό του», των 500 εκατ. δρχ.
  • Μαυράκης 2: ο Μαυράκης ζημίωσε την ΔΕΗ 120 εκατ. δρχ. με τη συμφωνία για αγορά ηλεκτρικής ενέργειας από την Αλβανία. Κλασσική περίπτωση «απαλλακτικής ατιμωρησίας».
  • ΚΥΔΕΠ: «το σκάνδαλο του σταριού». Ένα σκάνδαλο που ζημίωσε τους Έλληνες αγρότες με το ποσό των 910 εκατ. δρχ. Δύο εταιρείες, ως μεσάζοντες, για το ξεπούλημα των προϊόντων της ΚΥΔΕΠ, με αποτέλεσμα η ζημιά του ελληνικού δημοσίου να είναι δις.
  • «Σκάνδαλο Κοσκωτά»: Το «σκάνδαλο Κοσκωτά» ήταν το σχέδιο για την οικονομική επικράτηση «νέων τζακιών» προσαρμοσμένων στις πολιτικές επιλογές του Πασόκ. Έγινε όμως το όχημα για την πλήρη επικράτηση των «νέων τζακιών», που εμφανίστηκαν αρχικά ως δυνάμεις αντικοσκωτικής «κάθαρσης» ενώ στην πραγματικότητα το βασικό τους κόλπο ήταν να μετατραπούν σε πανίσχυρους «πολιτικούς παράγοντες» του τόπου.
  • Σκάνδαλο ΕΒΟ (Ελλην. Βιομ/νία Όπλων): Με μίζες δις. με  τις οποίες ζημιώθηκε η ΕΒΟ.
  • Παράδοση του δημόσιου πλούτου στους κρατικοδίαιτους «βαρόνους» των κατεστημένων συμφερόντων (έξι οικογένειες). Παρέδωσαν τη σκυτάλη σε πανίσχυρους εκδότες που εκβιάζουν κυβερνήσεις και χειραγωγούν την κοινή γνώμη με παραπληροφόρηση και σκανδαλοθηρία.
  • Καταλήστευση των κρατικών και κοινοτικών πόρων: Από τις συμμορίες της διεφθαρμένης διαπλοκής και με την πλήρη ανοχή των «χρυσών «σοσιαλιστικών» εξουσιών.
  • Εγκλημα χρηματιστηρίου: Αγρια δηλαδή λεηλασία 1,5 εκατ. ανύποπτων μικροεπενδυτών μετά από τις άμεσες και έμμεσες προτροπές υπουργών και του ίδιου του Σημίτη.
  • Τα δημόσια έργα και τις Ολυμπιακές υποδομές: Το τεράστιο φαγοπότι που χαρακτηρίζονται από καθυστερήσεις, υπερβάσεις. Μόνο για τα Ολυμπιακά έργα του ΓΕΣ διαβιβάστηκαν στους εισαγγελείς 50 δικογραφίες για περεταίρω ποινική αξιολόγηση!
  • Οι κακοτεχνίες: Σε όλα σχεδόν τα δημόσια έργα. Κατασκεύαζαν δρόμους καρμανιόλες μέχρι ετοιμόρροπες γέφυρες που φούσκωναν οι τσέπες ευνοούμενων «πράσινων» κατασκευαστών.
  • Εθνικό Κτηματολόγιο: «εξαφανίστηκαν» αμέτρητα δις υπό τις οδηγίες του Λαλιώτη με αποτέλεσμα να πληρώνουμε τεράστια πρόστιμα για την μη πραγματοποίηση του έργου.
  • «Δημιουργική Λογιστική»: Η κυβέρνηση Σημίτη δημιούργησε μια μακρά περίοδο ψευδούς ευφορίας στην οικονομία. Υπό την πίεση της Eurostat, το 2002, αποδέχτηκε επισήμως τα βάρη της «δημιουργικής λογιστικής» και προχώρησε σε αναθεώρηση των λογαριασμών του κράτους, ομολογώντας εμπράκτως ότι η χώρα παραμένει υπερχρεωμένη.
  • Προμήθειες στα νοσοκομεία : εικονικές τιμολογήσεις και υπερτιμολογήσεις φαρμάκων και ιατρικών υλικών και εργαλείων από 300%-1.500%.
  • Ληστρικό πασοκικό σκάνδαλο 1 δις € στην ΕΑΒ:Oι κυβερνήσεις του Πασόκ για να «στρογγυλοποιήσουν» και εξαφανίσουν τα τεράστια ελλείμματα της εταιρείας, τα «έβαζαν» σε ειδικό λογαριασμό «αναπόσβεστων εξόδων ιδρύσεως της εταιρείας»!
  • Το 2001 το Πασόκ για να καλύψει ένα χρέος 2,8 δις έστησε τη μεγαλη κομπίνα: Το πράσινο δομημένο ομόλογο του 2001 με τις 18 τράμπες (swaps), ένα ομόλογο-τέρας ονομ. αξίας 6,1 δις ευρώ.Το οφειλόμενο ποσό από 2,8 δις ευρώ ανήλθε στα 54 δις ευρώ.
  • Η λεηλασία των ταμείων από το Πασόκ: Το 2002-2003 χάθηκαν μόνο μέσω της "Ακρόπολις" χρηματιστηριακής, ομόλογα 5,5 εκ. €. Συνολικά χάθηκαν πάνω από 3,5 δις € (1,3 τρις δρχ.) μόνο από το 1999-2002.
  • Οι αμαρτωλές και ταυτόχρονα «ιερές» μπίζνες Πασόκ με τη Μονή Τοπλού: Παρέδωσαν 26.000 στρέμματα στη μονή Τοπλού σα να ήταν δικά τους.
  • Η πώληση των Μεταλλείων Κασσάνδρας στην εταιρεία «Ελληνικός Χρυσός ΑΕ»: Εναντι ποσού των 11 εκατ. €, όταν έξι μήνες μετά η διεθνής εταιρεία παροχής συμβουλών υπολόγισε την αξία στα 408 εκατ.

Ερώτημα 3ο : Πόσοι και ποιές ποινικές κυρώσεις υπέστησαν οι ένοχοι και επεστράφησαν τα κλοπιμαία στο Ελληνικό Δημόσιο;;;

4. Σκάνδαλα Νέας Δημοκρατίας και η δικαιοσύνη

  • Η απογραφή που οδήγησε στην επιτήρηση: Η διενέργεια της απογραφής της κατάστασης της οικονομίας, ήταν μία από τις πρώτες κινήσεις της κυβέρνησης της Ν. Δημοκρατίας μόλις ανέλαβε την εξουσία μετά τις εκλογές του 2004.
  • Οι κουμπάροι και το καρτέλ του γάλακτος: Για να μειωθεί το πρόστιμο της ΜΕΒΓΑΛ των 25 εκατ. ευρώ, έπρεπε η εταιρεία να καταβάλει το ποσό των 2,5 εκατ. ευρώ ως αντίτιμο.
  • Εξαγορά Γερμανός από Cosmote: «Η διοίκηση της Cosmote ενήργησε δολίως και με σκοπιμότητα, προς εξυπηρέτηση συγκεκριμένων συμφερόντων και δη να ωφελήσει τον Πάνο Γερμανό». Ασκήθησαν οι ποινικές διώξεις με αφορμή την εξαγορά της Γερμανός από την Cosmote για τα εξής αδικήματα: Απιστία ηθική αυτουργία σε απιστία...
  •  Το σκάνδαλο των ομολόγων: Μία υπόθεση η οποία έφερε στην επιφάνεια το ζήτημα της διαχείρισης των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων. Ο τότε Υπουργός Απασχόλησης Τσιτουρίδης, και  ο στενός του συνεργάτης Ε. Παπαδόπουλος.
  • Βαρβιτσιώτης και Μύκονος: Στην υπόθεση της Μυκόνου εμπλέκονται ο βουλευτής της ΝΔ Μ. Βαρβιτσιώτης και ο πρώην ειδ. Γραμ. του υπουργείου Εργασίας Ε. Παπαδόπουλος. Αφορά την αγορά εκτάσεων στην Μύκονο και τη μεταπώλησή τους, με τη βοήθεια μιας off shore εταιρίας που έχουν ιδρύσει τα ίδια άτομα, στο 6πλάσιο της αρχικής τιμής.
  • Η εξαγορά του ΟΤΕ από τη Deutsche Telekom:Χωρίς να έχουν αξιολογηθεί όλα τα περιουσιακά του στοιχεία, ο ΟΤΕ «περνάει» στα χέρια της γερμανικής Deutsche Telekom.
  • Ο ΟΛΠ και οι Κινέζοι: Η κινεζική εταιρεία Cosco εξαγοράζει τον ιδιαίτερα επικερδή Σταθμό Εμπορευματοκιβωτίων του λιμανιού στον Πειραιά και πυροδοτεί τις αντιδράσεις εργαζομένων και αντιπολιτευόμενων κομμάτων.
  • Σκάνδαλο Siemens:H γερμανική εταιρεία Siemens δωροδοκούσε κρατικούς λειτουργούς για να επικρατήσει σε δημόσιους διαγωνισμούς. Η κυβέρνηση καλύπτει το βουλευτή, Κ. Μητσοτάκη, για τις «αγορές» που πραγματοποίησε ο ίδιος από τη Siemens.
  • Σκάνδαλο ΟΣΕ: Υπέρβαρες αμαξοστοιχίες με παραποιημένα παραστατικά επιφέρουν οικονομική ζημία ύψους 1.300.000 ευρώ στον OΣE.
  • Σκάνδαλο της Μονής Βατοπεδίου:Οι επιχειρηματικές δραστηριότητες και οι κρυφές διασυνδέσεις του ηγούμενου Εφραίμ συνιστούν το διαβόητο σκάνδαλο της Μονής Βατοπεδίου.

Ερώτημα 4ο: Πόσοι και ποιές ποινικές κυρώσεις υπέστησαν οι ένοχοι και επεστράφησαν τα κλοπιμαία στο Ελληνικό Δημόσιο;;;

Το 2018 «έσκασε» η Novartis. Το μεγαλύτερο σκάνδαλο από συστάσεως του ελληνικού κράτους έκαναν λόγο οι υπουργοί του ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, αναφερόμενοι στην υπόθεση Novartis.

Μην βαυκαλίζεστε κύριοι. Το μεγαλύτερο σκάνδαλο δεν είναι αυτό της NOVARTIS αλλά αυτό της «νομιμοποίησης» των μνημονίων ως συνταγματικά. Σ’ αυτό συνηγορούν και το μέγεθος της οικονομικής καταστροφής των Ελλήνων πολιτών, αλλά και η κατάσχεση της περιουσίας του Ελληνικού λαού. Το Σ.τ.Ε. απέρριψε τις προσφυγές του Δ.Σ.Α, της ΑΔΕΔΥ συνταξιούχων και άλλων φορέων που στρέφονταν κατά του πρώτου Μνημονίου. Εκρινε ότι το μνημόνιο (Ν.3845/2010) δεν χρειαζόταν να ψηφιστεί από τη Βουλή με πλειοψηφία των 3/5 καθώς δεν αποτελεί διεθνή σύμβαση. Το γεγονός ότι το Μνημόνιο έχει καταρτιστεί στην αγγλική γλώσσα «αποδεικνύεται ανίσχυρο αποδεικτικό στοιχείο» διότι «δεν έχει τον χαρακτήρα Διεθνούς Συνθήκης μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωζώνης και της Ελλάδας».

Πολιτικά συμπεράσματα

Τό «βαθύ κράτος» της Ελλάδας απλουστευμένα είναι «η ομοούσια και η αδιαίρετος τετράς»  ο δεσπότης, ο ανώτατος δικαστικός, ο στρατιωτικός και ο «διεφθαρμένος πολιτικός». Οποτε το σύστημα κινδύνευε απο τα σκάνδαλα, τα ανώτατα δικαστήρια της χώρας με τις ποινές και τα νομικίστικα τερτίπια το στήριζε και το κάλυπτε. Οταν δεν αρκούσε η δικαστική συνδρομή τότε επενέβαινε ο στρατιωτικός με τις ευλογίες του δεσπότη. Κατά συνέπεια δεν πρόκειται ούτε κάθαρση να γίνει, ούτε ποινικές και πολιτικές κυρώσεις θα επιβληθούν (ελάχιστοι θα τιμωρηθούν), εάν  δεν «σπάσει» το απόστημα του «βαθέος κράτους». Αλλωστε η ψήφιση των μνημονίων με χέρια, πόδια και με νύχια απο τις προηγούμενες κυβερνήσεις και νυν, τους καθιστούν και αναξιόπιστους και αφερέγγυους,  να οδηγήσουν την χώρα στη κάθαρση.  

Θα πρέπει να «σπάσουν» αυγά αλλά δυστυχώς οι μεν είναι οι «πρωταίτιοι» του εγκλήματος οι δε συνένοχοι και συναυτουργοί. Ολα τα άλλα που λέγονται και πράττονται αποτελούν επιτρεπόμενα (κάτω και πάνω απο τη μέση) χτυπήματα εντος του δικομματισμού.

Θα μπορούσε να οδηγήσει την κάθαρση μια ευρεία συνάντηση δυνάμεων της εργασίας, της διανόησης και της επιστήμης, ανθρώπων από διαφορετικές κοινωνικές κατηγορίες και με διαφορετικές πολιτικές προελεύσεις, αλλά με κοινό στόχο την αναγέννηση και την ανασυγκρότηση της Ελλάδας.

1. Κωνστ. Ιωαν. Νιφορόπουλος: Ορκωτός Ελεγκτής–Λογιστής https://www.taxheaven.gr

2. Ναπολέων Μαραβέγιας, Καθηγητής της Πολιτικής Οικονομίας. (Πηγή: Εφ. «Το Βήμα», 24/10/1999, http://www.tovima.gr

3. Ο Στράτος Δορδανάς, επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών & Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Μακεδονίας, μιλάει για το ζήτημα του δοσιλογισμού κατά την περίοδο της κατοχής. Πηγή : http://www.ww2wrecks.com/portfolio/οι-έλληνες-συνεργάτες-των-ναζί-στράτο
4.
Ελευθεροτυπία, 25/7/2010 www.iopress.gr

 

 

Γιάννης Περάκης

 

Οικονομολόγος 

Ποιους θα κάψει η υπόθεση Novartis; του Γιάννη Ανδρουλιδάκη

ΠΟΙΟΥΣ ΘΑ ΚΑΨΕΙ Η ΥΠΟΘΕΣΗ NOVARTIS ;

Του Γιάννη Ανδρουλιδάκη*

            Η πολυαναμενόμενη υπόθεση της  Novartis ήρθε στην επικαιρότητα και ο σχετικός φάκελος διαβιβάστηκε στη Βουλή για τα περαιτέρω.  Σύμφωνα με όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας εμπλέκονται, εκτός των άλλων, 2 πρώην πρωθυπουργοί και 8 υπουργοί  από το χώρο της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Στην ιστορία, επίσης,  έχει αναμειχθεί το FBI δίνοντας έτσι μεγαλύτερες διαστάσεις στο γεγονός. Οι κυβερνητικές πηγές κάνουν λόγο για τεράστιο σκάνδαλο και η αντιπολίτευση για μια κακοστημένη απάτη, η οποία γρήγορα θα αποκαλυφθεί.

            Το  ελληνικό  ζήτημα  της  πολυεθνικής φαρμακοβιομηχανίας δεν έσκασε, βεβαίως,  σαν βόμβα στην πολιτική ζωή της χώρας. Πτυχές του είχαν  ξεσκεπαστεί  σε δημοσιεύματα του τύπου. Όμως, ο τρόπος που αναδείχτηκε   το γεγονός και οι δηλώσεις στελεχών της κυβέρνησης  του έδωσαν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα. Δεν είναι δα και λίγο  ο αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης  και αρμόδιος για θέματα διαφθοράς να δηλώνει μπροστά στο Μέγαρο Μαξίμου μετά τη συνάντηση του με τον πρωθυπουργό ότι «πρόκειται για το μεγαλύτερο σκάνδαλο από τη σύσταση του ελληνικού κράτους». Ωστόσο, υπάρχει και ο αντίλογος.  Κάποιοι κατηγορούν την κυβέρνηση ότι  προσπαθεί να αποπροσανατολίσει τον κόσμο και να μην ασχολείται με το σκοπιανό.  Δε λείπουν εκείνοι που ισχυρίζονται ότι στις επόμενες εκλογές , οι οποίες, όπως εκτιμούν,  θα γίνουν μέσα στο 2018, η κυβέρνηση θέλει να πάει με την αντιπολίτευση σε ομηρία  και, αν οι εξελίξεις στο σκοπιανό και στο θέμα της εξόδου από τα μνημόνια είναι ευνοϊκές, να διεκδικήσει με αξιώσεις την πρωτιά. Γεγονός πάντως είναι ότι η ιστορία με βαλίτσες γεμάτες  χρήμα, που ακούγεται ξανά, παραπέμπει στην υπόθεση Κοσκωτά.  Αν δε στηριχθεί με  αδιάψευστα τεκμήρια,  θα καταλήξει να γίνει η μεγαλύτερη σκευωρία από συστάσεως του ελληνικού κράτους.  Η κυβέρνηση, αν η υπόθεση αποδειχθεί φιάσκο , θα υποστεί στις επόμενες εκλογές όχι απλώς  μεγάλη ήττα,  αλλά  πανωλεθρία.

                        Οι αντιδράσεις από την αντιπολίτευση και τους αναφερόμενους ως ύποπτους  ήταν οργισμένες και ακραίες. Κανείς , βεβαίως, σε αυτή τη χώρα δεν περιμένει από τον ένοχο να βγει και να το παραδεχτεί. Όμως οι δηλώσεις για λιώσιμο αντιπάλων και σπάσιμο χεριών , τα ουρλιαχτά και οι ύβρεις μόνο ψύχραιμη αντιμετώπιση  δε δείχνουν. Εξάλλου  η αναφορά σε εμπλεκόμενους δε συνιστά ενοχή και καταδίκη   για τα στελέχη  της ΝΔ  και του ΠΑΣΟΚ.

            Η αξιωματική αντιπολίτευση βρίσκεται σε δυσχερέστερη θέση  λόγω της  εμπλοκής των ονομάτων των κκ Σαμαρά και Γεωργιάδη. Για την ώρα ο αρχηγός της  επέλεξε την ανοικτή στήριξη  των στελεχών του  και διαγράφει όποιον εκφράζει αντίθετη άποψη.  Τι θα γίνει, εντούτοις, αν στην πορεία φανερωθεί η ενοχή τους;   Πάντως η αναφορά σε  στημένους προστατευόμενους μάρτυρες πέφτει στο κενό, αφού δε γνωρίζουμε ούτε ποιοι είναι, ούτε  σε ποια στοιχεία στηρίζουν τις καταθέσεις τους.

            Το χτύπημα, ωστόσο , είναι μεγάλο και για το ΠΑΣΟΚ, το οποίο έχει συνδεθεί με σειρά σκανδάλων στο παρελθόν. Οι όποιες προσπάθειες για λίφτινγκ του  χώρου και του νεοσύστατου «Κινήματος Αλλαγής»  θα   αποτύχουν παταγωδώς , αν τεκμηριωθεί η ενοχή κορυφαίων στελεχών του, θα επιβεβαιωθεί ότι άλλαξε ο Μανωλιός και έβαλε τα ρούχα αλλιώς και θα φανεί για μια ακόμη φορά ότι οι αρπαχτές και τα σκάνδαλα είναι πια στοιχείο του DNA του.

            Όποια εξέλιξη και να πάρει  η υπόθεση  αποδεικνύεται   πόσο σάπιο είναι το πολιτικό και οικονομικό σύστημα   που διοικεί  δεκαετίες αυτή τη χώρα και την οδήγησε στη χρεοκοπία σε όλα τα επίπεδα. Οι πολίτες μετά από 8 χρόνια κρίσης και αδιεξόδου, ελπίδων και διαψεύσεων, απογοητευμένοι παρακολουθούν από το περιθώριο την υπόθεση  Novartis , η οποία, όπου και να καταλήξει σε σκάνδαλο ή σκευωρία,  αποπνέει δυσοσμία και μπόχα.  Η  σαπρογόνος ελίτ  που νέμεται τη χώρα  βουλιάζει καθημερινά  στη σαπρία και τη διαφθορά που η ίδια παράγει.          

            Το θέμα   Novartis   έχει ακόμη πολλά επεισόδια  και πολύ παρασκήνιο.  Κάθε καλοπροαίρετος πολίτης εύχεται να χυθεί άπλετο φως.  Το επόμενο διάστημα θα φανεί πόσο δεμένη είναι η υπόθεση. Στη χώρα του κουκουλώματος των σκανδάλων με  την έκταση που έχει πάρει, όμως,  είναι δύσκολο να μην καούν κάποιοι από την αντιπολίτευση ή από την κυβέρνηση, αν αποδειχθεί η ενοχή ή η  πλεκτάνη. Πολλοί μιλούν ήδη για αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού. Ίδωμεν.

*εκπαιδευτικός στο 6ο Λύκειο Καλαμάτας

Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS

Επικοινωνήστε με το Σχέδιο β'

Σολωμού 13, Εξάρχεια, 2ος όροφος (5μμ - 10μμ)

info@sxedio-b.gr

2108224344