Σχέδιο Β

Σχέδιο Β

Το Σχέδιο Β συγκροτήθηκε σε πολιτική κίνηση τον Μάιο του 2013. Σχέδιο Β σημαίνει σε πρώτο στάδιο την αποχώρηση από τη ζώνη του ευρώ, που στην πορεία μπορεί να οδηγήσει όχι μόνο σε έξοδο από την κρίση και απαλλαγή από τα δεσμά των δανειστών, αλλά να αποτελέσει την αρχή για μια νέα Ελλάδα.

URL Ιστότοπου:

Έτσι σώθηκε η πρώτη κατοικία απ’ τα νύχια της Τράπεζας

                    Έτσι σώθηκε η πρώτη κατοικία

                    απ’ τα νύχια της Τράπεζας

       Του Χρήστου Σταμόπουλου, δικηγόρου και μέλους του Κινήματος κατά των Πλειστηριασμών

    Στο παρά πέντε στην κυριολεξία έσωσε το Κίνημα κατά των Πλειστηριασμών την πρώτη κατοικία συμπολίτη μας στα Κουτσομύλια στα Τρίκαλα.

    Ήταν 4.55 ακριβώς (δηλαδή 5’ πριν τη λήξη χρόνου) όταν η επισπεύδουσα Συνεταιριστική Τράπεζα έκανε πίσω, κάτω από την πίεση και την αποφασιστικότητα δεκάδων αλληλέγγυων πολιτών που είχαν κατακλύσει την αίθουσα του Ειρηνοδικείου, αλλά και με την παρουσία της ίδιας της οικογένειας, των συγγενών και φίλων του Τρικαλινού συμπολίτη μας που ήθελαν να του πάρουν το οικόπεδο με την επ’ αυτού παλιά οικία.

   Η Τράπεζα (καίτοι Συνεταιριστική!) ήρθε αποφασισμένη ν’ αρπάξει το οικόπεδο με το σπίτι του Τρικαλινού βιοπαλαιστή. Με διάφορες δικαιολογίες (του τύπου η οικία είναι «παλιά» και «κατεδαφιστέα») δεν αναγνώριζε ότι επρόκειτο για πρώτη κατοικία, μολονότι το ακίνητο ήταν το μοναδικό του συμπολίτη μας.

    Αλγεινή εντύπωση προκάλεσε μερίδα των παρευρισκομένων συμβολαιογράφων που υποστήριζαν τα ίδια με την Τράπεζα, φτάνοντας στο σημείο να λένε τί να κάνουμε, ισχύων Νόμος είναι το Άδικο! Εμείς απλά εφαρμόζουμε τον νόμο! Αδιαφορώντας εντελώς για τις μαζικές αποδοκιμασίες που εισέπρατταν από τον συγκεντρωμένο κόσμο.

    Η νέα νίκη του Κινήματος κατά των Πλειστηριασμών παραδειγματίζει, εμψυχώνει και στέλνει ένα σαφές μήνυμα προς πάσα κατεύθυνση. Όσο ο κόσμος συγκεντρώνεται και υπερασπίζεται μαχητικά τη λαϊκή κατοικία και λαϊκή περιουσία, αυτή δεν πρόκειται να την αρπάξουν οι τράπεζες, το κράτος, τα «ασφαλιστικά» ταμεία και οι ιδιώτες τοκογλύφοι.

   Ο Λαός, κρατώντας ανοιχτά όλα τ’ άλλα καθημερινά μέτωπά του κατά των μνημονιακών πολιτικών και των δοσιλογικών κυβερνήσεων, πρέπει να πυκνώσει την παρουσία του κάθε Τετάρτη στα κατά τόπους ειρηνοδικεία.

    Κι ας μην ξεχνάμε πως η τωρινή γιγάντωση και μαχητικότητα του Κινήματος κατά των Πλειστηριασμών αποτελούν τη σίγουρη εγγύηση για την αποτροπή ή ματαίωση των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών (μοναδική πατέντα σ’ ολόκληρο τον πλανήτη!) που μας ετοιμάζουν για το προσεχές μέλλον οι ντόπιοι και οι ξένοι δυνάστες.

Πολίτες ή καταναλωτές; Το δημοκρατικό έλλειμμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Πολίτες ή καταναλωτές; Το δημοκρατικό έλλειμμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση

του Domenico Cortese*

Δύο παράλληλα ζητήματα, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, βρίσκονται στο επίκεντρο στα μέσα ενημέρωσης, κάθε φορά που θίγεται η κοινωνικό-πολιτική οργάνωση και λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το πρώτο αφορά στην εγγενώς νεοφιλελεύθερη προσέγγιση μόνιμα αποτυπωμένη στη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης: οι πυλώνες του ευρωπαϊκού οικοδομήματος είναι η ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων και κεφαλαίων και οι αυστηροί παράμετροι στη διαχείριση του δημόσιου προϋπολογισμού. Ένταση ανέκυψε, επίσης, και από το πρόσφατο tweet της ΕΚΤ σύμφωνα με την οποία αντικείμενό και αρμοδιότητα της, ως οργανισμού ανεξάρτητου από πολιτικές σκοπιμότητες, είναι απλά η σταθερότητα των τιμών και όχι η «ανάπτυξη» ή η «απασχόληση». Το δεύτερο ζήτημα είναι το λεγόμενο δημοκρατικό έλλειμμα της Ε.Ε., η γνωστή θέση ότι η κοινοτική νομοθετική εξουσία θα ασκείται από θεσμικά όργανα και πρόσωπα που δεν θα «εκλέγονται απευθείας από το λαό» και ως εκ τούτου, στερούνται νομιμότητας.

Σε αυτό το άρθρο θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε τους λόγους και τις πτυχές του δευτέρου θέματος από μια προσέγγιση φιλοσοφική των προβληματικών του πρώτου ζητήματος. Θα συνδέσουμε, δηλαδή, δύο είδη αποξένωσης. Η πρώτη χρονολογείται από την εποχή του homo economicus, για τον οποίο η αμοιβαιότητα προκύπτει μόνο ως αποτέλεσμα της ατομικιστικής επιδίωξης στη μεγιστοποίηση του προσωπικού οφέλους και δεν ενδιαφέρεται για αλληλέγγυους θεσμούς που δημιουργούν αμοιβαιότητα, ως μια προστιθέμενη κοινωνική αξία, σε σύγκριση με την άμεση αντίληψη του ατομικού κέρδους - όπως μια δημόσια τράπεζα που επενδύει σε τομείς που παράγουν, μακροπρόθεσμα, θετικές επιπτώσεις στον τεχνολογικό ή στον κοινωνικό-πολιτιστικό τομέα. Αυτή είναι και η ανθρωπολογική εξήγηση για την επιλογή της ελεύθερης αγοράς.

Η δεύτερη αποξένωση αντιστοιχεί στο ρόλο του σημερινού ψηφοφόρου αναγκασμένου από τις πολιτιστικές συνθήκες ή από τις τρέχουσες θεσμικές μορφές, μέσα από τις οποίες υποτίθεται  εκφράζεται η δημοκρατία, να συμπεριφέρεται ως παθητικός καταναλωτής προτάσεων που δεν επιλέγει απαραίτητα γιατί είναι σε θέση να επηρεάσει τη δημιουργία τους μέσω της πολιτικής συμμετοχής και συλλογικής συζήτησης αλλά, παράλληλα με την υποβάθμιση του ατόμου σε homo economicus, μόνο και μόνο επειδή συμπίπτουν με την καλύτερη προσφορά που η αγορά των ψήφων και των πόλων εξουσίας εγγενείς σε αυτήν θα μπορούσε να προσφέρει στον ίδιο ως μεμονωμένο άτομο.

Το κείμενο που περιγράφει καλύτερα τη θεολογική καταγωγή της δύναμης της πειθούς του οράματος homo economicus είναι το «Gli Dei de lCapitalismo» της Maria Grazia Turri, δημοσιεύτηκε από τη Mimesis το 2014. Από το δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου, πράγματι, μπορούμε να διακρίνουμε μια λογική συνέχεια που συνδέει άρρηκτα «το περιγραφικό μοντέλο[...] που αποδίδει στο εγωιστικό κίνητρο, ικανό να μεγιστοποιήσει το προσωπικό όφελος, ένα ρόλο κεντρικό που αποδέχεται την ιδέα της αξιοποίησης του ατομικισμού» με την παραδοχή της ύπαρξης μιας ιστορικής ευφυίας, μιας πρόνοιας η οποία θα αποτελέσει την πολιτιστική βάση της έννοιας το αόρατο χέρι, «μια φράση που βρίσκουμε ήδη στον Άγιο Αυγουστίνο (Εξομολογήσεις, Βιβλίο V, κεφ XIII) -, που σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος θα πρέπει να αφεθεί να οδηγείται από τις κρυφές κοινωνικές δυνάμεις, ακόμη και με κίνδυνο να αντιταχθεί στη φυσική τάξη πραγμάτων».

Η ιδέα μιας «απρόσωπης» αρμονίας δείχνει να είναι ο μόνος τρόπος για να λυθεί η αντίφαση ανάμεσα στον τυπικό ανθρώπινο εγωισμό υπό μια ατομιστική άποψη και την ανάγκη για μια γενική και συλλογική πρόοδο ολόκληρου του ανθρώπινου είδους, παρά τις όποιες ανισορροπίες και εγγενείς ατέλειες της πρώτης περίπτωσης. Η τελεολογική ερμηνεία του πραγματικού και του ανθρώπου ήταν ελκυστική ακόμη και στους πρώιμους στοχαστές της εποχής μας, όπως ο Paley, από την περίοδο που πρωτοεμφανίστηκαν οι σύγχρονες οικονομικές θεωρίες. Η ιδέα της αρμονίας που δημιουργείται από μια έξυπνη νόηση, τονίζει η Turri, «προσεγγίζει την αρμονία που εδραίωσε στην αγορά το αόρατο χέρι του Adam Smith, που για τον Σκοτσέζο φιλόσοφο συμπίπτει με την Πρόνοια, της οποίας προηγούμενο αποτελεί η παγκόσμια αρμονία του Leibniz στιγματισμένη στη Θεοδικία, όπου το κακό και εμμέσως η αμαρτία, ξεθωριάζει σε μια σειρά από ελαφρυντικές περιστάσεις». Η πιο επιτυχημένη και ουσιαστική εκκοσμίκευση αυτής της σκέψης, ωστόσο, φαίνεται πως ανήκει στο Hayek: «Ακόμα και ο von Hayek κινείται μέσα σε ένα παρόμοιο πλαίσιο σκέψης, μόνο που η μακρά ιστορική διαδικασία κυβερνάται όχι από το Θεό, αλλά από την ίδια την εξέλιξη. Για το Hayek μέσα από δοκιμές και λάθη, αυτό το πολύπλοκο σύστημα θεσμών, νόμων και εθίμων που ονομάζεται κοινωνία διατηρείται και εξελίσσεται χάρη σε απρόσωπες δυνάμεις που ελέγχουν τα πολύπλοκα συστήματα και την εγκυρότητα της ανθρώπινης δράσης όπως καταφαίνεται από την επιβίωσή τους, δηλαδή από η ικανότητα τους να αποδεικνύονται χρήσιμες. Αυτή η σκέψη θα αποτελέσει το εγκώμιο της αυτορυθμιζόμενης αυθόρμητης τάξης που η αξία της αποδεικνύεται από την ικανότητα συντονισμού σχεδίων δράσης πολλών ατόμων ταυτόχρονα». Ο Hayek ξαναγράφει μια τυπική προ-δαρβινική στοχευμένη συμπεριφορά μέσα από μια φαινομενικά δαρβινική γλώσσα: η επικράτηση των πιο ικανών στοιχείων είναι ο κινητήριος μοχλός της εξελικτικής πορείας της κοινωνίας.

Αυτό το μοντέλο, ωστόσο, συγκρούεται με μια ένσταση: η έννοια το «πιο ικανό στοιχείο» είναι σε συνάρτηση με ένα σύστημα «υπαρξιακών» αξιών κοινά αποδεκτό. Αυτό όμως δεν εγγυάται ότι το συγκεκριμένο σύστημα συμπίπτει με αυτό που μεγιστοποιεί την ανθρώπινη έκφραση δυνατοτήτων στις σχέσεις και στο σχεδιασμό. Η επικράτηση του πιο ικανού σε μια οικονομία καθαρής ελεύθερης αγοράς είναι η επικράτηση εκείνου που ενσαρκώνει με τον καλύτερο τρόπο την εικόνα του ανθρώπου ικανού να μεγιστοποιήσει τα ατομικά του υλικά κέρδη σε ένα περιβάλλον εγωιστικό. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν μπορούν να υπάρξουν κοινωνικά μοντέλα στα οποία το πιο κατάλληλο άτομο είναι αυτό που ενδιαφέρεται για τη δημιουργία κοινωνικών δεσμών αμοιβαιότητας που δεν περιορίζεται στην άμεση οικονομική συναλλαγή, ή σ’ ένα σύστημα ανταλλαγής δώρων. Αυτά τα μοντέλα, όπως υποστηρίζει για παράδειγμα ο Polanyi, θα ανταποκρίνονται ορθότερα στη δημιουργία κοινωνικό-οικονομικού πλούτου αποτέλεσμα των κοινωνικών δεσμών και της συνεργασίας με συλλογικούς και μακροπρόθεσμους στόχους, ο οποίος είναι εγγενής στην ανθρώπινη«φυσικότητα». Από αυτή την άποψη, ο περιορισμός στον homo economicus θα μπορούσε, το πολύ, να παράξει ένα είδος πλούτου περιορισμένου και κοινωνικά πιο επισφαλούς ακριβώς λόγω της αστάθειας που χαρακτηρίζει τις κοινωνίες που πλήττονται από έντονη ανισοκατανομή του υλικού πλούτου. Το «εξελικτικό» αποτέλεσμα του ατομιστικού υποκειμένου θα ήταν κουτσουρεμένο, αποξενωμένο υπαρξιακά.

Το αποτέλεσμα του δημοκρατικού μοντέλου σήμερα στην Ευρώπη φέρεται να υποφέρει, με μια άλλη παράλληλη ματιά, από την ίδια παθολογία και ακολουθεί ένα παρόμοιο πρότυπο. Κατ 'αρχάς, σημειώνουμε ότι το βιβλίο της Turri τονίζει ότι «θεωρητικά οι μέθοδοι και τα περιεχόμενα των economics[...] κατά τον XX αιώνα έχουν επηρεάσει τις θεωρίες για τη δημοκρατία [σύμφωνα με τον Downs], όντως, οι καταναλωτές δεν δρουν με αλτρουισμό απέναντι στον παραγωγό, αγοράζοντας αγαθά έτσι ώστε αυτός να επιβιώσει, αλλά λαμβάνουν υπόψη μόνο τη σχέση κόστους/οφέλους. Έτσι, οι ψηφοφόροι δεν επιλέγουν με βάση  αρχές και ιδεώδη, αλλά μέσα από συνάρτηση αυτών που υπόσχονται οι υποψήφιοι και τις πιθανότητες υλοποίησης τους».

Μπορούμε να πούμε πως ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώθηκαν, νομοθετούν και αλληλεπιδρούν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωβουλή και το Συμβούλιο της ΕΕ θεσμοποιεί αυτό το ισχνό ιδεώδες της «καταναλωτικής» δημοκρατίας, χάριν του οποίου δημιουργείται ένα είδος αποξένωσης του ψηφοφόρου από την πολιτική ως την πλήρη πολιτική συμμετοχή και το συλλογικό διάλογο(αξία που μπορεί να θεωρηθεί παράλληλη προς την υπαρξιακή αξία της αμοιβαιότητας του Polanyi και σε αντίθεση με την καθαρή ηδονιστική ανταλλαγή).

Ας δούμε, λοιπόν, τη νομοθετική δομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

- Η κυβερνητική εξουσία στην Ευρώπη ασκείται από την Επιτροπή, αποτελούμενη από 27 Επιτρόπους (ένας ανά κράτος μέλος). Η εκλογή του Προέδρου της Επιτροπής επισήμως συνδέεται με τα αποτελέσματα των ευρωπαϊκών βουλευτικών εκλογών: το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο λαμβάνει υπόψη το γεγονός και στη συνέχεια ο υποψήφιος εκλέγεται από το Ευρωκοινοβούλιο με απόλυτη πλειοψηφία. Με την αποδοχή του αξιώματος, ο Πρόεδρος της Επιτροπής, σε συμφωνία με το Συμβούλιο, επιλέγει τα υπόλοιπα μέλη σύμφωνα με τις υποψηφιότητες όπως προτείνονται από τα κράτη μέλη. Τελικά, ολόκληρη η Επιτροπή πρέπει να εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στη συνέχεια να διοριστεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Η Επιτροπή διαθέτει εκτελεστικές και νομοθετικές αρμοδιότητες και λαμβάνει αποφάσεις κατά πλειοψηφία (άρθρο 250 ΣΛΕΕ).

- Το Συμβούλιο της Ένωσης ή αλλιώς Συμβούλιο Υπουργών - αποτελείται από έναν κυβερνητικό εκπρόσωπο κάθε κράτους - ασκεί νομοθετική εξουσία σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: αυτά, κατ' ουσίαν, εγκρίνουν τους κανονισμούς και τις οδηγίες αφού πρώτα έχει αποφανθεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή(το πρώτο με απλή ή ειδική πλειοψηφία ή και ομόφωνα σε σημαντικά θέματα, το δεύτερο με απλή πλειοψηφία). Αυτό σημαίνει πως για τους κανονισμούς και τις ευρωπαϊκές οδηγίες δεν αρκεί η έγκριση του εκλεγμένου Κοινοβουλίου από τους Ευρωπαίους πολίτες, αλλά πρέπει να περάσουν από τις κυβερνήσεις οι οποίες συνεδριάζουν και αποφασίζουν πίσω από κλειστές πόρτες και χωρίς τη συγκατάθεσή τους δεν μπορούν να εγκριθούν. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διαθέτει επίσης εποπτική εξουσία που μαζί με τη νομοθετική είναι από τις βασικές αποστολές αυτού του θεσμικού οργάνου.

- Οι διατάξεις που περιέχονται στους ευρωπαϊκούς κανονισμούς τίθενται σε ισχύ και αρχίζουν άμεσα να παράγουν τα αποτελέσματα τους, χωρίς την ανάγκη ενεργειών μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο από τις κυβερνήσεις των κρατών μελών (οι λεγόμενες self-executingδιατάξεις). Η ευρωπαϊκή οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται όσον, αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει στις εθνικές αρχές την επιλογή του τύπου και των μέσων (αρθώ. 288 παρ. 3 ΣΛΕΕ). Στην πραγματικότητα, σήμερα μεγάλο μέρος της ιταλικής νομοθεσίας προέρχεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Υπό το πρίσμα αυτών που έχουμε θεωρήσει παραπάνω, η δομή αυτή παρουσιάζει τουλάχιστον τρεις προβληματικές:

1 - Η νομοθετική εξουσία στην Ε.Ε. ουσιαστικά βρίσκεται στα χέρια των κυβερνητικών εκπροσώπων και όχι των κοινοβουλίων. Η επιλογή συνεπώς δεν είναι αποτέλεσμα συμμετοχής στο διάλογο και στην αντιπαράθεση μεταξύ αντιπροσώπων των διαφόρων εθνικών κοινοβουλίων, πλειοψηφίας ή μειονοψηφίας, που θα έπρεπε να αντιπροσωπεύουν όλα τα κοινωνικά στρώματα. Για να ξεπεραστεί αυτό οι κανόνες επιβάλλουν στην κυβέρνηση το καθήκον ενημέρωσης: το εθνικό κοινοβούλιο έχει την ευκαιρία να εκφράσει την άποψή του όσον αφορά τις ευρωπαϊκές νομοθετικές πράξεις, την οποία η κυβέρνηση πρέπει να λάβει υποχρεωτικά υπόψη στις διαπραγματεύσεις εντός του Συμβουλίου. Όλα αυτά, ωστόσο, δεν έχουν την ίδια σημασία με την πραγματική κοινοβουλευτική συζήτηση για την τροποποίηση του σχεδίου νόμου. Όπως δήλωσε ο D Grimm, Καθηγητής του «Humboldt» στο Βερολίνο, στην πραγματικότητα, «η απώλεια σημασίας δεν μπορεί να αναπληρωθεί από αντίμετρα, τα οποία εξαντλούνται απλά στη συμμετοχή σε αποφάσεις που λαμβάνονται από άλλους. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν ισοδυναμεί με την εξουσία να αποφασίζεις αυτόνομα.

2 - Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ωστόσο, έχει την αρμοδιότητα επιβεβαίωσης των διορισμών της επιτροπής, καθώς επίσης να προτείνει τροποποιήσεις των κανονισμών πριν την επικύρωσή τους. Αλλά σ’ ένα θεσμό που αποφασίζει κατά πλειοψηφία και που πρέπει να συμπεριλάβει συμφέροντα χωρών οικονομικά, γεωπολιτικά και πολιτιστικά τόσο διαφορετικών δεν προβλέπεται στη δομή του η δυνατότητα «απόδοσης» δικαιοσύνης στα αιτήματα των μειοψηφιών που, στο ευρωκοινοβούλιο, μπορεί να αντιπροσωπεύουν δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπων (σε αντίθεση με τα εθνικά κοινοβούλια).

3 - Ακόμη και αν υπήρχε το δικαίωμα του βέτο από μια χώρα (όπως στην πραγματικότητα υπάρχει στο Συμβούλιο της Ένωσης σε κρίσιμες συζητήσεις), το πολιτικό κόστος ενός "ΟΧΙ" από έναν εκπρόσωπο χώρας εντός ενός θεσμού που έχει ήδη παγιωθεί και σε λειτουργία όπως η ΕΕ προκύπτει συνήθως υπερβολικά βαρύ.

Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος με τον οποίο ο εκλογέας μπορεί να επηρεάσει την παραγωγή των ευρωπαϊκών οδηγιών και κανονισμών είναι, σε αυτή τη δομή, να συμμορφώσει επιθυμίες και προσδοκίες στηρίζοντας τις λιγοστές πολιτικές ομάδες που, μέσω κυβερνήσεων ή μεγάλων συνασπισμώνν στο ευρωκοινοβούλιο, έχουν λόγο στη νομοθετική διαδικασία. Ένα πρόβλημα που ενυπάρχει ήδη στα πλειοψηφικά εθνικά εκλογικά συστήματα (τα οποία συναντάμε σε διάφορες μορφές, στην Ιταλία εδώ και για περίπου 25 χρόνια, αλλά και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες). Υπάρχει διαφορά μεταξύ αυτής της στάσης και εκείνης που θυσιάζει τη συμμετοχή και τον πλουραλιστικό διάλογο στο βωμό της επαρκούς «κατανάλωσης» (της "επίτευξης") κανόνων συγκεκριμένων και αποτελεσματικών πλην όμως στρεβλών σε σύγκριση με αυτό που η αυθεντική «φυσικότητα» θα υπαγόρευε; Η αρχαία αγορά, ο γόνιμος πολιτικός διάλογος, όλο και περισσότερο παραγκωνισμένος από τον ενθουσιασμό για την επίτευξη πιο εύκολα και άμεσα του μέγιστου δυνατού σε ατομικό επίπεδο στην αγορά των ιδεών από τους προσωπικούς προμηθευτές. Σε όλα αυτά, παράγοντες όπως το μέγεθος και η ανομοιομορφία της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαδραματίζουν βασικό ρόλο: η αληθινή αντιπροσωπευτική δημοκρατία δεν μπορεί, ακόμη, δίχως τη λειτουργικότητα που ιστορικά έχει επιτευχθεί μέσα από τα εθνικά κοινοβούλια.

Ο homo economicus, αυτός τον οποίο ενδιαφέρει μόνο η άμεση και ατομική ωφέλεια που προκύπτει από την απλή εγωιστική συναλλαγή μεταξύ ατόμων και που αγνοεί τη δύναμη της αμοιβαιότητας και των συλλογικών αποφάσεων για έναν ισόρροπο συντονισμό του κοινού αγαθού, φαίνεται πως έχει επιβληθεί στο σκηνικό λήψης αποφάσεων της Ευρώπης. Αυτό έγινε, τη στιγμή κατά την οποία προέκυψε επιβεβλημένη επιλογή, το out-outανάμεσα στη συνάθροιση, ψηφίζοντας έναν από τους δύο ή τρεις πόλους όπου η επιλογή σου «δεν θα χαθεί» και στον πολιτικό αφανισμό. Οι εκπρόσωποι των ισχυρότερων πόλων ταυτίζονται, σε αυτή την περίπτωση, με τους πωλητές ιδεών που θέτουν την προσωπικότητά τους στη διάθεση της ρητορικής πολιτικής διαφήμισης, προκειμένου να εκλεγούν ακόμη και ως το «μικρότερο κακό».

Η Maria Grazia Turri σκιαγραφεί λοιπόν ένα σκηνικό όπου η πολιτική προσλαμβάνει «μια εμπορική διάσταση, έτσι ώστε ακόμα κι η δημοκρατία να εμφανίζεται ως μια αγορά ψήφων, όπου το κοινό είναι ο καταναλωτής στον οποίο πωλούνται ιδέες και σχέδια - όταν υπάρχουν - αλλά ιδιαίτερα πωλούνται μεμονωμένες προσωπικότητες. Εκλείπει επομένως ο βασικός σύνδεσμος στη σχέση μεταξύ θεσμών και κοινωνίας, κάτι που ελάμβαναν υπόψη και επικύρωναν οι κυρίαρχες τάξεις».

Για να βγούμε από αυτό το αδιέξοδο θα ήταν απαραίτητο, ως εκ τούτου, μια αργή και ευαίσθητη θεσμική αλλαγή. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε να αποτελέσει μια ήπειρο όπου θα υπάρχει μια υγιής εκπροσώπηση και πολιτική συμμετοχή αν συσταθεί κυρίως ως ένας θεσμός - εργαστήριο συχνών πολυμερών και διμερών συνθηκών, η όποια επικύρωση δεν θα μεταφέρει την πίεση που επιφέρει σήμερα η κύρωση των κανονισμών αλλά θα είναι αποτέλεσμα της διαβούλευσης των εθνικών κοινοβουλίων που κατά προτίμηση θα εκλέγονται με την περισσότερο δυνατόν μεγάλη και ισόρροπη εκπροσώπηση: το ανόθευτο αναλογικό σύστημα.

Πηγή sinistrainrete.info

*Ιταλός ερευνητής φιλόσοφος ασχολείται με την φιλοσοφία και την ηθική στην Οικονομία(σημ.μεταφ.).

Μετάφραση Μουρατίδης Γιώργος

Φασισμός : Επίλογος

Επίλογος

Οι ψυχοκοινωνικές μελέτες για τον φασισμό, ξεκίνησαν στο ιστορικό πλαίσιο της ανόδου του φασισμού τη δεκαετία του 1930, του Β' Παγκόσμιου Πόλεμου, και του Ολοκαυτώματος,  και μέσα από ένα ψυχαναλυτικό / ψυχοκοινωνικό θεωρητικό πλαίσιο. Εκτοτε ποτέ δεν σταμάτησαν να διεξάγονται σχετικές μελέτες για τον φασισμό και τον ρατσισμό, αν και με μικρότερη συχνότητα.

Οι περισσότεροι στοχαστές, ανέδειξαν το καταστροφικό δυναμικό, και ενυπάρχει στην μαζική ψυχολογία και το οποίο δεν υπάγεται στην βούληση. Ο Donald Winnicott έδειξε ζωηρά  πριν από 67 χρόνια, πόσο εύθραυστη είναι η δημοκρατία ως επίτευγμα, επειδή πάντα αγωνίζεται ενάντια στο ψυχωτικό το οποίο μπορεί να γίνει η δύναμη πλειοψηφίας στην κοινωνία σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή (Winnicott, 1950).

Από συστημικής απόψεως, βλέπουμε πόσο απίστευτο δυναμικό καταστροφής έχουν οι διεργασίες που οδηγούν ένα σύστημα σε κρίση και σήψη.

Από πολιτικής πλευράς, ο φασισμός είναι μέρος του καπιταλιστικού συστήματος και αποτελεί μια παροξυσμική εφαρμογή των πιο αυταρχικών στοιχείων που ενυπάρχουν στα καπιταλιστικά καθεστώτα. Εξ άλλου ο Bauman τονίζει ότι «στην σύγχρονη γραφειοκρατία του ορθολογικού πνεύματος, της αρχής της αποδοτικότητας, της επιστημονικής νοοτροπίας, του υποβιβασμού των αξιών στη σφαίρα της υποκειμενικότητας κλπ. δεν υπάρχει κανείς μηχανισμός ικανός να αποκλείσει τη δυνατότητα των ναζιστικών ακροτήτων…». Αντίθετα η τρομακτική προοπτική είναι η εξάπλωση μιας κοινωνικής τάξης που μιμείται ήδη την φρικιαστική τεχνο-βαρβαρότητα που απεικονίζεται στις προφητικές ταινίες επιστημονικής φαντασίας.

Τι μπορούμε να κάνουμε για να αποτρέψουμε τον φασισμό;

Η ψυχαναλυτική ματιά προτείνει την αυτογνωσία σαν προφύλαξη για να μη προσχωρήσουν ή να υποταχτούν οι πολίτες στον φασισμό.

Όσο περισσότερο μπορούμε να προσδιοριστούμε μέσω της αυτοεμπειρίας, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες μας για ερμηνεία της πραγματικότητας στην οποία ζούμε και να τη μετατρέψουμε, έτσι ώστε τα ανθρώπινα όντα να γίνουν πιο ώριμα μέσα από την ποιότητα της επαφής τους με την πραγματικότητα.

Για τον Ράιχ η πάλη ενάντια στο φασισμό σημαίνει πρώτα απ 'όλα επιστημονική μελέτη, δηλαδή, να χρησιμοποιήσουμε τις μεθόδους της ψυχανάλυσης. «Μόνο ο λόγος μπορεί  να ελέγξει τις δυνάμεις του παραλογισμού και να χαλαρώσει τον κλοιό του μυστικισμού, και μπορεί να παίζει το δικό του ρόλο στην ανάπτυξη πρωτότυπων τρόπων πολιτικής δράσης, με βάση ένα βαθύ σεβασμό για τη ζωή και την προαγωγή μιας αρμονικής διοχέτευσης της λίμπιντο και της οργασμικής δραστικότητας».

Η Arendt υποστηρίζει τη γέφυρα μεταξύ της ηθικής και της ιδιότητας σκέψης: " Αντιστεκόμαστε στο κακό με το να μην παρασυρθούμε από την επιφάνεια των πραγμάτων, σταματώντας τους εαυτούς μας και να αρχίζουμε να σκεφτόμαστε, δηλαδή, να φθάσουμε σε μια άλλη διάσταση από τον ορίζοντα της καθημερινής ζωής. Με άλλα λόγια, όσο  πιο επιφανειακός είναι  κάποιος, τόσο πιο πιθανό θα είναι ο ίδιος να ενδώσει στο κακό.

Στο άρθρο της «η προσωπική ευθύνη κατά την δικτατορία», ρωτά πως είναι ήταν δυνατό μερικά άτομα να αντιστάθηκαν στην ηθική κατάπτωση και δεν προσχώρησαν στο καθεστώς, παρά τον όποιο εξαναγκασμό. Η ίδια απαντά:

« Η απάντηση στο ερώτημα  ... είναι σχετικά απλή.  Οι αμέτοχοι, που χαρακτηρίστηκαν  ανεύθυνοι από την πλειοψηφία, ήταν οι μόνοι που τόλμησαν να κρίνουν  μόνοι τους, επειδή η συνείδησή τους δεν λειτούργησε με αυτό, τον αυτόματο τρόπο, ... ρώτησαν τον εαυτό τους σε ποιό βαθμό θα ήταν σε θέση να ζουν σε ειρήνη με τον εαυτό τους, αφού θα είχαν διαπράξει ορισμένες πράξεις.  Και αποφάσισαν ότι θα ήταν καλύτερο να μην κάνουν τίποτα, γιατί μόνο σε αυτή την κατάσταση θα μπορούσαν να συνεχίσουν να ζουν με τον εαυτό τους."

Η Arendt αποδίδει σαφώς  στην ικανότητα της σκέψης την προϋπόθεση για αυτό το είδος της κρίσης εξαιρετικά απαραίτητης στην εποχή της ηθικής κατάρρευσης.

Για μένα η λύση δεν μπορεί παρά να είναι πολιτική.  Τα ατομικά ασυνείδητα δυναμικά που ευνοούν την βλάστηση του φασισμού στην  κοινωνία ενυπάρχουν στον μέσο άνθρωπο και ο μέσος άνθρωπος διαμορφώνεται από το κυρίαρχο πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο.  Αλλά η  πολιτική μπορεί να αξιοποιήσει την κατανόηση των δυναμικών της ομάδας, για να γίνει πιο αποτελεσματική. Η πολιτική πρέπει να υιοθετήσει ένα δραστικό λόγο.  Δραστικός λόγος σημαίνει στην καθημερινή συζήτηση να παρεμβαίνεις με τρόπο που προάγει την διεργασία, σπάει την αντίσταση και την εντροπία, υπερβαίνει την σύγκρουση και επιδιώκει την σύγκλιση.  Ο δραστικός λόγος είναι μια διαδικασία επανα-συμβολοποίησης. Η πολιτική επίσης πρέπει να υιοθετήσει ένα νέο επιστημονικό παράδειγμα.

Ένας τέτοιος πολιτικός λόγος  θα πρέπει να εξαπλωθεί στα ανθρώπινα δίκτυα, με σκοπό να κατασκευάσουμε μια ανθρώπινη κοινωνική τάξη.  Θα χρειαστεί η συλλογική βούληση, η συναινετική επανερμηνεία των δικών μας κατασταλμένων αναγκών, και η προσεκτική αυτο-συνειδητή ανασυγκρότηση της επιστήμης και της κοινωνίας πριν μπορέσει να αναδυθεί ο εαυτός σε μια πιο χειραφετημένη μορφή σε ένα πιο απελευθερωμένο κόσμο.

Ηθική και φασισμός, του Νίκου Μαρκέτου

12. Ηθική και φασισμός

Μια από τις παραμέτρους της μελέτης F για την αυταρχική προσωπικότητα είναι η τιμωρητική ηθική, σύμφωνα με την οποία οι παραβάτες της ηθικής αξίζουν άμεση και αυστηρή τιμωρία. Ιδιαίτερη ενασχόληση υπάρχει με θέματα που αφορούν την σεξουαλικότητα και γενικά επιζητείται η αυστηρή τιμωρία των παραβατών  των σεξουαλικών νορμών.  Η  ομοφυλοφιλία θεωρείται ιδιαίτερα σάπια μορφή παραβατικότητας και πρέπει να τιμωρείται αυστηρά.

Η τιμωρητική ηθική αντιστοιχεί σε ένα αρχαϊκό σαδιστικό και τιμωρητικό υπερεγώ. Ο Kernberg απαριθμεί τρία στάδια ανάπτυξης του υπερεγώ σε μια αλληλουχία.  Το πρώτο στάδιο είναι ένα βαθιά πρωτόγονο, σαδιστικό, και τιμωρητικό υπερεγώ.  Στο δεύτερο στάδιο συγχωνεύονται οι αναπαραστάσεις του εξιδανικευμένου εαυτού και του αντικειμένου· στο τρίτο στάδιο, υπάρχει μια πιο ώριμη, ανθρωποποιημένη, αφηρημένη ηθική βούληση - μια ηθική πυξίδα, που ρυθμίζει τη συμπεριφορά και την αυτοεκτίμηση μέσω μιας ρύθμισης του συναισθήματος, με μεγαλύτερη γνωστική διαμεσολάβηση.

Ο Celani (2007) εφαρμόζοντας το δομικό μοντέλο του Fairnbairn για την ανάλυση του ιδεοληπτικού χαρακτήρα, σημειώνει ότι όταν δοθεί εξουσία στον ψυχαναγκαστικό εκδηλώνει αυτό που ισοδυναμεί με «καταναγκασμό για τιμωρία".   Ο ψυχαναγκαστικός αναλαμβάνει τον ρόλο των αρχικών απορριπτικών αντικειμένων του και αντιμετωπίζει τα ασθενέστερα αντικείμενα όπως ο ίδιος είχε κάποτε αντιμετωπιστεί.

Η τιμωρητική ηθική αντιστοιχεί στα χαμηλότερα στάδια ηθικού συλλογισμού του Kohlberg (1982). Οι δημοκρατικές διαδικασίες που έχει εσωτερικεύσει ο άνθρωπος, είναι μια αντανάκλαση της ικανότητάς του να δεσμεύεται σε ηθική συμπεριφορά. Σε μια μελέτη για την ηθική κριτική ικανότητα, την δύναμη του εγώ  και τους δημοκρατικούς προσανατολισμούς, ο Lind υποθέτει ότι, η συνειδητή προσήλωση στις δημοκρατικές αξίες συσχετίζεται με την ηθική γνωστική δομή που υποστηρίζει τη μείωση της κοινωνικής ανισότητας. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως δείκτης υψηλότερης ηθικής ανάπτυξης.   Ως εκ τούτου, ο Lind προτείνει ότι εκείνοι που είναι πιο ανοιχτά δημοκρατικοί στις απόψεις τους, θα πρέπει να θεωρηθούν ότι επίσης έχουν φθάσει σε υψηλότερο επίπεδο ηθικής ανάπτυξης  (Lind G., 1987).

Η θεωρία της ηθικής ανάπτυξης του Lawrence Kohlberg (1984) στηρίχτηκε στην  σκέψη του Ελβετού ψυχολόγου Jean Piaget, του Αμερικανού φιλόσοφου John Dewey και του James Mark Baldwin. Αυτοί είχαν τονίσει ότι οι άνθρωποι αναπτύσσονται φιλοσοφικά και ψυχολογικά με ένα προοδευτικό τρόπο.

Ο Kohlberg πρότεινε, ότι οι άνθρωποι εξελίσσουν τον ηθικό συλλογισμό τους μέσα από μια σειρά σταδίων. Πίστευε ότι υπήρχαν έξι αναγνωρίσιμα στάδια τα οποία ταξινομούνται σε τρία επίπεδα.

Το πρώτο επίπεδο της ηθικής σκέψης είναι επίπεδου δημοτικού σχολείου. Σ’ αυτό το στάδιο, οι άνθρωποι συμπεριφέρονται σύμφωνα  με τις κοινωνικά αποδεκτές νόρμες επειδή κάποια μορφή εξουσίας τους είπε ότι πρέπει να το κάνουν (π.χ. γονέας ή δάσκαλος). Αυτή η υπακοή επιβάλλεται υπό την απειλή ή την εφαρμογή της τιμωρίας. Το δεύτερο στάδιο αυτού του επιπέδου χαρακτηρίζεται από την άποψη ότι η σωστή συμπεριφορά είναι προς το συμφέρον.

Το δεύτερο επίπεδο ηθικής σκέψης είναι αυτό που γενικά συναντάμε στην κοινωνία, γι’ αυτό και ονομάζεται «συμβατικό». Το πρώτο στάδιο αυτού του επιπέδου (στάδιο 3) χαρακτηρίζεται από μια στάση που επιδιώκει να κάνει ό, τι θα κερδίσει την επιδοκιμασία των άλλων. Το δεύτερο στάδιο είναι προσανατολισμένο στην τήρηση του νόμου και την εκτέλεση του καθήκοντος.

Το τρίτο επίπεδο της ηθικής σκέψης είναι αυτό που κατά τον Kohlberg λίγοι ενήλικες το φθάνουν. Η πρώτη φάση (στάδιο 5) είναι η κατανόηση της κοινωνικής αμοιβαιότητας και ένα γνήσιο ενδιαφέρον για την ευημερία των άλλων. Το τελευταίο στάδιο (στάδιο 6) βασίζεται στο σεβασμό των οικουμενικών αρχών και των απαιτήσεων της ατομικής συνείδησης.

Ο Kohlberg πίστευε ότι τα άτομα μπορούν να εξελίσσονται κατά ένα στάδιο την φορά. Δηλαδή, δεν μπορούν να "υπερπηδήσουν" στάδια. Δεν μπορούν, για παράδειγμα, να προχωρήσουν από τον εγωισμό προς το στάδιο του νόμου και της τάξης χωρίς να περάσουν από το στάδιο του «καλού παιδιού». Θα μπορούσαν  μόνο να φθάσουν σε μια κατανόηση της ηθικής λογικής του παραπάνω σταδίου. Ο Kohlberg, είδε αυτήν την παρατήρηση σαν ένα τρόπο με τον οποίο η ηθική ανάπτυξη μπορεί να προωθηθεί μέσω της επίσημης εκπαίδευσης. Σημειωτέον ότι Kohlberg όπως και ο Piaget, πίστευαν, ότι η ηθική ανάπτυξη λαμβάνει χώραν μέσω της κοινωνικής αλληλεπίδρασης.

Ο αυταρχισμός προκύπτει από προβληματική ηθική ανάπτυξη και, ειδικότερα, βάσει της θεωρίας των σταδίων, η αυταρχικότητα η συμβατικότητα, η υποταγή και η επιθετικότητα προς τις αδύναμα άτομα θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως μια στασιμότητα στην ανάπτυξη του ηθικού συλλογισμού.  Εκ τούτου και η υπόθεση ότι τα λιγότερο αυταρχικά υποκείμενα θα έχουν ένα υψηλότερο επίπεδο ηθικής κρίσης (van Ijzendoorn 1989).

Ένα μείζον ηθικό δίλλημα προκύπτει όταν το καθεστώς αναγκάζει τον πολίτη να προβεί σε πράξεις που έρχονται σε αντίθεση με την συνείδηση του.

Τα πειράματα του Milgram και του Stanford έδειξαν ότι,  ορισμένες   κοινωνικές συνθήκες, δημιουργούν τη δυνατότητα για συστημικό κακό και σχεδόν τα δύο τρίτα από εμάς θα συμμορφωθούμε με την προσταγή για επιτέλεση του κακού.

Κατά την άποψη του Herbert C. Kelman, οι ηθικές αναστολές κατά των βίαιων θηριωδιών τείνουν να υποχωρούν όταν πληρούνται τρεις προϋποθέσεις, μεμονωμένα ή μαζί. Η βία είναι εξουσιοδοτημένη (με επίσημες εντολές που προέρχονται από την νόμιμα κατοχυρωμένη εξουσία), οι ενέργειες είναι τακτικές (με κυβερνητικές πρακτικές και ακριβείς προδιαγραφές των ρόλων), και τα θύματα της βίας στερούνται της ανθρώπινης ιδιότητας (με ιδεολογικούς ορισμούς και κατήχηση).

Η πρώτη αρχή είναι η απαίτηση για αφοσίωση στην ευημερία του οργανισμού, όπως ορίζεται από τις εντολές των ανωτέρων, αποκλείοντας όλα τα άλλα κίνητρα για δράση. Το ιδεώδες της πειθαρχίας απαιτεί την ολική ταύτιση με τον οργανισμό. Στην οργανωτική ιδεολογία, αυτή η ταύτιση με τον οργανισμό θεωρείται ηθική αρετή. Την τήρηση αυτής της ηθικής αρετής, ο Weber ονομάζει «τιμή του δημοσίου λειτουργού». Η τιμή του δημοσίου λειτουργού βασίζεται στην ικανότητα του να εκτελεί ευσυνείδητα τις εντολές των ανωτέρων, ακριβώς σαν να συμφωνεί με αυτές με τη δική του πεποίθηση. Αυτό ισχύει ακόμη και αν η εντολή του φαίνεται λανθασμένη και αν, παρά τις διαμαρτυρίες, η ηγεσία επιμένει στην εντολή. Μέσω της τιμής, η πειθαρχία αντικαθιστά την ηθική ευθύνη. Οι εσωτερικοί οργανωτικοί κανόνες αποτελούν την μόνη πηγή και εγγύηση της νομιμότητας. Η δυσφορία που μπορεί να προκαλέσει η τέλεση εγκληματικών πράξεων, αντισταθμίζεται από την επιμονή του ανώτερου ότι μόνο αυτός φέρει την ευθύνη για τις πράξεις των υφισταμένων του (όσο, βέβαια, συμμορφώνονται με την εντολή του).  Ο Weber συμπλήρωσε την περιγραφή της τιμής του δημόσιου υπαλλήλου, τονίζοντας με έμφαση την «αποκλειστική προσωπική ευθύνη» του ηγέτη, «μια ευθύνη που δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποποιηθεί ή να μεταβιβάσει'.

Ο Otto Ohlendorf υπήρξε ηγετικό στέλεχος των SS και επικεφαλής της ομάδας Einsatzgruppe D (ομάδα δράσης), κινητής μονάδας των SS που ακολουθούσε τη Βέρμαχτ κατά την εισβολή στη Σοβιετική Ένωση. Η ομάδα του Ohlendorf  έδρασε στη νότια Ουκρανία και την Κριμαία και ήταν υπεύθυνη για την γενοκτονία 90.000 ανθρώπων από τον Ιούνιο του 1941 ως τον Μάρτιο του 1942.  O Ohlendorf  καταδικάστηκε για εγκλήματα πολέμου και εκτελέστηκε το 1951.

Όταν ρωτήθηκε, κατά τη διάρκεια της δίκης της Νυρεμβέργης, γιατί δεν παραιτήθηκε από την αρχηγία της Einsatzgruppe, της οποίας τις πράξεις αυτός, ως πρόσωπο, καταδίκαζε ο Ohlendorf επικαλέστηκε ακριβώς αυτή την αίσθηση ευθύνης: αν αποποιούταν την ευθύνη για καθήκοντα που έφερε βαρέως όπως είπε, θα εξέθετε τους άντρες του να κατηγορηθούν εσφαλμένα. Προφανώς, ο Ohlendorf περίμενε ότι την ίδια πατερναλιστική ευθύνη που είχε δείξει για τους «άνδρες του» θα έδειχναν και οι δικοί του ανώτεροι προς αυτόν. Αυτό τον απάλλασσε από την ανησυχία για την ηθική αξιολόγηση των πράξεών του - μια ανησυχία που θα μπορούσε με ασφάλεια να αφήσει σε εκείνους που τον διέταξαν να ενεργήσει. «Δεν νομίζω ότι είμαι σε θέση να κρίνω αν τα μέτρα τους ... ήταν ηθικά ή ανήθικα ... παραδίδω την ηθική συνείδησή μου στο γεγονός ότι ήμουν στρατιώτης και επομένως ένα γρανάζι σε μια σχετικά χαμηλή θέση σε μια μεγάλη μηχανή»

Κατά την Hannah Arendt, το δυσκολότερο πρόβλημα που αντιμετώπισαν οι εμπνευστές της τελικής λύσης (Endlosung) ήταν «πώς να ξεπεράσουν ... την συμπόνοια την οποία νοιώθουν όλοι οι κανονικοί άνθρωποι μπροστά στην κακοποίηση του άλλου.  Γνωρίζουμε ότι οι άνθρωποι που είχαν στρατολογηθεί στους οργανισμούς που συμμετείχαν άμεσα στη μαζική δολοφονία δεν ήταν ούτε ασυνήθιστα σαδιστικοί ούτε ασυνήθιστα φανατικοί. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι είχαν την σχεδόν ενστιχτική ανθρώπινη αποστροφή προς την τέλεση του κακού και ακόμη πιο καθολική αναστολή κατά της αφαίρεσης της ζωής.

Γνωρίζουμε ακόμη ότι, κατά την στρατολόγηση των μελών των  Einsatzgruppen , δόθηκε ιδιαίτερη προσοχή στην εξαίρεση των έντονα, συναισθηματικά φορτισμένων ατόμων και των ατόμων με υπερβολικό ιδεολογικό ζήλο. Γνωρίζουμε ότι αποθαρρύνθηκαν μεμονωμένες πρωτοβουλίες και καταβλήθηκε μεγάλη προσπάθεια να διατηρηθεί ολόκληρο το έργο σε ένα επιχειρηματικό και αυστηρά απρόσωπο πλαίσιο. Τα προσωπικά οφέλη και τα προσωπικά κίνητρα εν γένει, λογοκρίθηκαν και τιμωρήθηκαν. Φόνοι που τελέστηκαν εκ προθέσεως ή για ηδονή, σε αντίθεση με εκείνους που ακολούθησαν τις διαταγές και διαπράχτηκαν με οργανωμένο τρόπο, θα μπορούσαν να οδηγήσουν (τουλάχιστον στην αρχή) σε δίκη και καταδίκη, όπως η συνηθισμένη δολοφονία ή η ανθρωποκτονία. Οι ηγέτες των SS αξιολογούσαν την οργανωτική ρουτίνα, και όχι τον ατομικό ζήλο. Την πειθαρχία, και όχι την ιδεολογική αφοσίωση (Bauman Z., 1989).

Η «υπέρβαση του οίκτου δεν μπορούσε να αναζητηθεί και να επιτευχθεί με την απελευθέρωση άλλων, βασικών ζωικών ενστίκτων. Αυτό θα ήταν με κάθε πιθανότητα δυσλειτουργικό όσον αφορά την οργανωτική ικανότητα για δράση· ένα πλήθος εκδικητικών και δολοφονικών ατόμων δεν θα ταίριαζε στην αποτελεσματικότητα μιας μικρής, αλλά πειθαρχημένης και αυστηρά συντονισμένης γραφειοκρατίας.

Το μείζον ηθικό δίλλημα είναι αν ο άνθρωπος θα υπακούσει στον νόμο των ανωτέρων του ή στον ηθικό νόμο καθόσον ακόμα και στις πιο πιεστικές συνθήκες, κάποιος αποφασίζει εάν και με ποιον τρόπο να ενεργήσει. Αυτό το σημείο επισημαίνει με σαφήνεια ο Αριστοτέλης στη συζήτησή του για τις εκούσιες και ακούσιες πράξεις, όπου θεωρεί ότι ακόμη και οι πράξεις που διαπράττονται υπό εξαναγκασμό πρέπει να χαρακτηρίζονται ως εκούσιες:

«Διότι κατά την πραγματική στιγμή που γίνονται, είναι επιλεγμένες ή ηθελημένες. ... Τώρα η πραγματική πράξη στις συγκεκριμένες περιπτώσεις γίνεται εκούσια, επειδή η προέλευση της κίνησης των τμημάτων του σώματος που θα επιτελέσουν την πράξη εξαρτάται από τον ενεργούντα· και όταν μια πράξη προέρχεται από κάποιον, είναι στην εξουσία του να την κάνει ή όχι».

(Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια)

Του ηθικού διλλήματος δεν εξαιρούνται οι εκτελεστές, οι δήμιοι οι βασανιστές.  Αν επιλέγουν να πειθαρχήσουν στην τέλεση μιας αποτρόπαιας πράξης για τον φόβο της τιμωρίας στραπατσάροντας την συνείδηση τους, τότε το τίμημα είναι η εξαχρείωση.

Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS

Επικοινωνήστε με το Σχέδιο β'

Σολωμού 13, Εξάρχεια, 2ος όροφος (5μμ - 10μμ)

info@sxedio-b.gr

2108224344