Άρθρα και Τοποθετήσεις

Οκτώ σημεία για τους πλειστηριασμούς, του Χρήστου Σταμόπουλου

Οκτώ σημεία για τους πλειστηριασμούς

                                                                                Του Χρήστου Σταμόπουλου, δικηγόρου και

                                                                            μέλους του Κινήματος κατά των Πλειστηριασμών

  1.- Το Κίνημα κατά των Πλειστηριασμών στα Τρίκαλα (όπως και στις μεγάλες πόλεις Αθήνα, Θεσσαλονίκη, καθώς και σε κάποιες μικρότερες ανά την Ελλάδα) δεν είναι κίνημα διαμαρτυρίας. Δεν έχει τον χαρακτήρα απλής πολιτικής απόρριψης και καταδίκης των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών που απειλούν τη λαϊκή περιουσία. Είναι κίνημα σε ανώτερο πολιτικό επίπεδο. Απ’ τη γέννησή του είναι κίνημα αποτροπής, παρεμπόδισης και ματαίωσης των πλειστηριασμών. Φέρνει δηλαδή άμεσα και χειροπιαστά αποτελέσματα στους πληττόμενους πολίτες. Αποτρέποντας τους πλειστηριασμούς σώζει τις περιουσίες του Λαού. Γι’ αυτό και τόση εχθρότητα απ’ το κατεστημένο (μνημονιακές δυνάμεις, τράπεζες, κυρίαρχα ΜΜΕ).

  2.- Το Κίνημα κατά των Πλειστηριασμών δεν είναι ένα τυφλό κίνημα κατά των πλειστηριασμών γενικώς. Κατά οποιουδήποτε πλειστηριασμού από οπουδήποτε προερχόμενου. Έχει τους κανόνες και το πλαίσιο του αγώνα του. Αποτρέπει τους πλειστηριασμούς από τράπεζες, κράτος, ασφαλιστικά ταμεία (ο Θεός να τα πει έτσι!), δήμους, ιδιώτες τοκογλύφους σε βάρος της κατοικίας, του καταστήματος, του γραφείου, του χωραφιού, του εργαλείου και μέσου εργασίας και επιβίωσης του εργαζόμενου και του μικρομεσαίου. Με δυο λόγια: προστατεύει την περιουσία του Λαού απ’ το κεφάλαιο και τους ληστές. Με δεδομένο αυτό το πλαίσιο, το Κίνημα δεν παρεμποδίζει, αλλά αντίθετα «επιτρέπει και δίνει άδεια» να γίνουν πλειστηριασμοί «εκούσιοι» (όπως π.χ. την περασμένη Τετάρτη που το ζήτησε ο ίδιος ο ιδιοκτήτης του εκπλειστηριαζόμενου ακινήτου) ή πλειστηριασμοί για να ικανοποιηθούν εργατικές απαιτήσεις κατά εργοδοτών κ.λπ.

  3.- Ο κόσμος που συγκεντρώνεται στα ειρηνοδικεία και συμμετέχει στο κίνημα κατά των πλειστηριασμών (άμεσα πληττόμενοι και αγωνιστές των κοινωνικών κινημάτων) βλέπουν με τα ίδια τους τα μάτια και πείθονται καλύτερα πως μόνοι τους μπορούν να πάρουν το δίκιο στα χέρια τους και να μην το περιμένουν απ’ τους άλλους. Τέρμα η λογική της ανάθεσης! Ταυτόχρονα πείθονται πως ο εχθρός δεν είναι ανίκητος, γιατί το δίκιο, που είναι παντοδύναμο, είναι με το μέρος μας.

   4.- Οι αγώνες και οι εμπειρίες μας απ’ τα ειρηνοδικεία απέδειξαν πως 1+1 δεν κάνουν κατ’ ανάγκη 2 στην πολιτική, όπως έλεγε και ο Λένιν. Μπορεί να μας κάνουν 10, 20 ή 100, ανάλογα με το πόσο ορθό είναι το σχέδιο και πόσο έξυπνες τακτικές χρησιμοποιεί το κίνημα. Έτσι το κίνημα κατά των πλειστηριασμών σημείωσε εντυπωσιακές νίκες ακόμα και με σχετικά μικρό αριθμό αγωνιστών, π.χ. 20-30 άτομα. Ωστόσο ο κανόνας «όσο πιο μαζικός, τόσο πιο αποτελεσματικός ο αγώνας» ισχύει πάντα. Γι’ αυτό η περαιτέρω μαζικοποίηση του Κινήματος κατά των Πλειστηριασμών συνιστά πρώτιστη ανάγκη, γιατί έχουμε μπροστά μας σκληρότερες μάχες.

   5.- Γίνεται φανερό πως το κίνημα κατά των πλειστηριασμών, τόσο το σημερινό, όσο κι αυτό που έρχεται, τόσο απ’ το πλάτος του, όσο και από τις μορφές της πάλης του, υπερβαίνει τα κόμματα και τις οργανώσεις της αριστεράς, αλλά και τις παραδοσιακές μορφές αγώνα. Πρόκειται για ένα Κίνημα του ίδιου του Λαού, άμεσης-μετωπικής σύγκρουσής του με το Κατεστημένο, ντόπιο και ξένο. Ένα Κίνημα που μπορεί να καταστεί πράγματι ανίκητο!

   6.- Τούτο το κίνημα του Λαού που φέρνει χειροπιαστές νίκες και προστατεύει λαϊκές περιουσίες από τα μαύρα κοράκια κάθε κοπής σπάζει τη μοιρολατρία, την αδράνεια και τον φόβο και γίνεται σχολείο εκπαίδευσης και διαπαιδαγώγησης των πολιτών στον αγώνα και την «έμπρακτη» άσκηση και κατοχύρωση των δικαιωμάτων και των συμφερόντων του. Στους χώρους έξω και μέσα απ’ τα ειρηνοδικεία κάθε Τετάρτη μπορεί ν’ αναβιώσει το «κίνημα των πλατειών του 2011». Μαζικές συγκεντρώσεις λαού στον ίδιο τον τόπο του εγκλήματος!

   7.- Αυτό το κίνημα φοβάται η κυβέρνηση και οι μνημονιακοί φίλοι της και μηχανεύονται τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς (μοναδική πατέντα σ’ ολόκληρο τον πλανήτη!). Ένα μαζικό και ρωμαλέο όμως κίνημα θα βρει τον τρόπο ν’ αποτρέψει και τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς.

   8.- Οι διεργασίες για  συντονισμό και ενιαία δράση του Κινήματος κατά των Πλειστηριασμών σε επίπεδο Θεσσαλίας συνιστά ένα σημαντικό βήμα μπροστά. Το επόμενο είναι ο πανελλαδικός συντονισμός του.

Διαβάστε περισσότερα...

Υποταγή και παθητική αποδοχή του φασισμού, του Νίκου Μαρκέτου

8.Υποταγή και παθητική αποδοχή του φασισμού

Ταύτιση με τον επιτιθέμενο

Ικανότητα συμβολισμού

Στην παθητική αποδοχή και την υποταγή στον φασισμό,  δύο μηχανισμοί φαίνεται να παίζουν ρόλο.  Ο ένας είναι η ταύτιση με τον επιτιθέμενο και ο άλλος είναι απώλεια  του δυνατότητας συμβολισμού.

Ταύτιση με τον επιτιθέμενο

Η έννοια της ταύτισης με τον επιτιθέμενο κατά τον Ferenczi, διαφοροποιείται από την σημασία που όλοι αποδίδουμε στον όρο, δηλαδή να γίνει κάποιος όμοιος με τον επιτιθέμενο, που οφείλεται στην  Anna Freud.  Ο Ferenczi, με αυτόν τον μηχανισμό, εξηγεί την υποταγή και την παθητική συναίνεση προς την τυραννία και όχι την επιθετικότητα.

Η ταύτιση με τον επιτιθέμενο είναι πυρηνικός μηχανισμός στην αλλοτρίωση και την ψευδή συνείδηση.  Η έννοια της ταύτισης με τον επιτιθέμενο, διαμορφώθηκε από τον Sándor Ferenczi (1932) στις απαρχές της ναζιστικής εποχής, και αναφέρεται σε μια τραυματική αντίδραση που περιλαμβάνει μια ασυνείδητη αλλά εξαιρετικά συντονισμένη συμμόρφωση και υποταγή προς τις απαιτήσεις του επιτιθέμενου, απώλεια  του εαυτού, και παράλογη ενοχή και σύγχυση γύρω από την ευθύνη. Η ταύτιση με τον επιτιθέμενο συνεχώς αποκαλύπτεται στην ψυχοκοινωνική πραγματικότητα του σήμερα.

Οι κοινωνικοψυχολογικές εκδηλώσεις της ταύτισης με τον επιτιθέμενο, παρατηρούνται από τα πείραματα του Milgram και της φυλακής του Stanford, ως την συμμετοχή  Ψυχολόγων στα βασανιστήρια στο Γκουαντάναμο, κατά παράβαση της επαγγελματικής και προσωπικής δεοντολογίας και με την ευλογία της επαγγελματικής τους οργάνωσης και σε πολλούς άλλους τομείς. Η ταύτιση με τον επιτιθέμενο εξηγεί την φαινομενικά παθητική στάση των θυμάτων των ναζιστικών ταγμάτων και στρατοπέδων θανάτου, αλλά και την προσχώρηση και υποστήριξη από κάποιους προς το τυραννικό καθεστώς.

Η έννοια της ταύτισης με τον επιτιθέμενο του Ferenczi περιγράφει ένα συγκεκριμένο τρόπο, με τον οποίο πολλά θύματα κακοποίησης ή επίθεσης ανταποκρίνονται στον επιτιθέμενο: Αυτόματα εξαλείφουν τη δική τους αντίσταση -τις δικές τους αυθεντικές αντιλήψεις και συναισθήματα - και στιγμιαία, ακριβώς, και χωρίς σκέψη συμμορφώνονται με αυτό που ο επιτιθέμενος θέλει  να γίνουν, τόσο στην εξωτερική συμπεριφορά τους όσο και στην εσωτερική εμπειρία τους.

Η ταύτιση με τον επιτιθέμενο κατά τον Ferenczi (1933), είναι η απάντησή μας, όταν αισθανόμαστε ότι κυριευόμαστε από την απειλή, όταν έχουμε χάσει την ελπίδα ότι ο κόσμος θα μας προστατεύσει, όταν βρισκόμαστε σε κίνδυνο χωρίς καμία πιθανότητα να ξεφύγουμε. Αυτό που κάνουμε είναι να κάνουμε τον εαυτό μας να εξαφανιστεί. Σαν χαμαιλέοντες, αναμιγνυόμαστε με τον κόσμο γύρω μας, μέσα στο ίδιο το πράγμα που μας απειλεί, προκειμένου να προστατεύσουμε τους εαυτούς μας. Σταματάμε να είμαστε οι εαυτοί μας και μετατρεπόμαστε ώστε να γίνουμε η εικόνα που έχει κάποιος άλλος για εμάς. Αυτό συμβαίνει αυτόματα (Frankel J., 2002).

  Κατά τη διάρκεια του τραύματος λειτουργούν η διάσχιση, η ταύτιση, και η ενδοβολή. Η ταύτιση με τον επιτιθέμενο και η διάσχιση είναι αλληλένδετες  και αλληλοσυμπληρούμενες άμυνες. Την στιγμή του τραύματος, η διάσχιση αποσυνδέει από το συνειδητό την συναισθηματική εμπειρία που βιώνει το θύμα συμπεριλαμβανομένων των αντιλήψεων, των σκέψεων, των συναισθημάτων, και της αίσθησης ευαλωτότητας.

Η αποσύνδεση της συναισθηματικής εμπειρίας μπορεί να εξυπηρετεί δύο λειτουργίες: πρώτον, να διώχνει τον αφόρητο πόνο ή φόβο. Δεύτερον, βοηθά την προσαρμογή μας με την επιλεκτική απόσπαση μόνο εκείνων των συναισθημάτων που αν εκφράζονταν, θα συνιστούσαν κίνδυνο στην τρέχουσα κατάσταση. Η ταύτιση, μας βοηθά να γνωρίζουμε τα συναισθήματα του επιτιθέμενου, και αυτή η γνώση  γίνεται ένας οδηγός για το τι είναι ασφαλές να αισθανόμαστε και να εκφράζουμε και τι πρέπει να εξαφανίσουμε από την εξωτερική persona μας και την εσωτερική εμπειρία μας. Γνωρίζοντας τα συναισθήματα του επιτιθέμενου αντικαθιστούμε τα επικίνδυνα συναισθήματα με αυτά που κρίνουμε ότι είναι πιο ωφέλιμα για την σωτηρία μας στον παρόντα κίνδυνο. Για παράδειγμα, ένα παιδί μπορεί να διαχωρίσει τα συναισθήματα του φόβου, και να μη τα δείχνει ή ακόμα και να μη τα αισθάνεται, γιατί ξέρει, μέσα από την ταύτιση με τον εισβολέα, ότι αν τα δείξει, θα προκαλέσει μια πιο έντονη επίθεση από το δράστη. Γιατί αν νοιώθει φόβο υπάρχει η πιθανότητα να τον δείξει. Βλέποντας ο εισβολέας, ότι ο εκφοβισμός του δεν αποφέρει την φοβισμένη αντίδραση που προσδοκά, μπορεί να χάσει το σαδιστικό ενδιαφέρον του. Έτσι, το θύμα νιώθει αυτό που πρέπει, προκειμένου να είναι πειστικό στο ρόλο που θα το  σώσει.

Με τον τρόπο αυτό, η ταύτιση με τον επιτιθέμενο ενημερώνει και δομεί την διάσχιση στο έργο της προσαρμογής: η ταύτιση μας πληροφορεί ποια από τα συναισθήματά μας είναι επικίνδυνα στην παρούσα κατάσταση και η διάσχιση διώχνει αυτά τα συναισθήματα από τη συνειδητότητα.

  Η διάσχιση και η ταύτιση με τον επιτιθέμενο δημιουργούν μαζί, τρόπους να αισθανόμαστε ασφαλείς, αλλά και να ασκούμε ενεργό επιρροή στους άλλους.

Η διάσχιση μπορεί να είναι ειδική για ορισμένες αντιλήψεις και σκέψεις, όχι μόνο συναισθήματα. Κάποιος μπορεί να εξαλείψει κάτι από τη συνείδησή του, διότι αν το γνωρίζει οδηγείται στην απειλή αποκάλυψης του στο επιτιθέμενο.  Η αυτό-ενημερότητα είναι ένας μεγάλος κίνδυνος, δεδομένου ότι θα μπορούσε να οδηγήσει σε μοιραία αυτο-αποκάλυψη. Μπορεί να είναι ευκολότερο να εμποδίσουμε την αντίληψη ή την γνώση  κάποιας πληροφορίας από το να αποτρέψουμε τον εαυτό μας να πούμε κάτι που ξέρουμε. Το αποτέλεσμα είναι το τραυματισμένο πρόσωπο να κατασκευάζει μια ιδιωτική αφήγηση της ζωής του, που αφήνει απέξω κάποια πράγματα και μεγαλοποιεί  κάποια άλλα. Ο μηχανισμός αυτός λειτουργεί σε όσους υποβάλλονται σε ανάκριση με βασανιστήρια.

  Ο Ferenczi είδε τον μαζοχισμό, στις διάφορες πτυχές του, ως αναμενόμενο μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα όταν οι άνθρωποι έχουν συνηθίσει να ταυτίζονται με τον επιτιθέμενο.  Ουσιαστικά, η ταύτιση με τον επιτιθέμενο θεσμοθετείται ως γενικός τρόπος σχετίζεσθαι με τον κόσμο (Frankel, Jay 2002).  Κατά τον Ferenczi (1933) πιθανές μαζοχιστικές στρατηγικές για να επηρεάσουν τους άλλους με λεπτούς, συγκεκαλυμμένους, ή έμμεσους τρόπους μπορεί να είναι η υποταγή, η πρόκληση του επιτιθέμενου, η αυτο-υπονόμευση, και η αποπλάνηση του επιτιθέμενου. Ο  Ferenczi παρατήρησε επίσης ότι η ατιμωρησία του θύτη συχνά συνοδεύει τις τραυματικές μνήμες των ανθρώπων  που έχουν κακοποιηθεί ως παιδιά. Αυτή η ατιμωρησία μπορεί να οφείλεται στο συνεχιζόμενο κύρος και αξιοπιστία του ενδοβλημένου επιτιθέμενου / γονέα (βλέπε Fairbairn, 1943), ή του οποίου η άποψη για τα καθοριστικά γεγονότα έρχεται σε αντίθεση με τις προσωπικές αντιλήψεις του θύματος.  Αυτή η  αίσθηση της αυτο-αμφιβολίας μπορεί να επεκταθεί και σε άλλες πτυχές της εμπειρίας.  Κάποιοι άνθρωποι αισθάνονται ότι χρειάζονται συνεχώς άλλους για να επικυρώσουν αυτά που οι ίδιοι ήδη γνωρίζουν Πράγματι η χρόνια ταύτιση με τον επιτιθέμενο μπορεί να οδηγήσει σε μια κατάσταση στην οποία οι πεποιθήσεις του επιτιθέμενου αντικαθιστούν τις πεποιθήσεις του θύματος και οι πεποιθήσεις του πλέον δεν αντλούνται από την δική του εμπειρία.  Η αφήγηση κάποιου σχετικά με τη ζωή του δεν προέρχεται από προσωπική εμπειρία, αλλά από την ιστορία κάποιου άλλου. 

Οι ίδιες διεργασίες επιτελούνται και με την ατιμωρησία και την συνεχιζόμενη εξουσία των δοσίλογων της κατοχής, που συνιστά ένα τραύμα για τον συλλογικό ψυχισμό.

   Τα άτομα που έχουν βαθειά εδραιωμένη πεποίθηση ότι ο άλλος έχει ισχύ, που θα την χρησιμοποιήσει για να τα καταστρέψει, υιοθετούν στρατηγικές ταύτισης με τον επιτιθέμενο. Η εικόνα που καλλιεργείται για τον Fuhrer ως επικίνδυνου αρχηγού ευνόησε την ενεργοποίηση παρόμοιων μηχανισμών στο υποσυνείδητο του πλήθους.

H ταύτιση με τον επιτιθέμενο, σε ήπια κλίμακα, χρησιμοποιείται ως καθολική τακτική από ανθρώπους  σε θέση αδυναμίας ή ανημπόριας ως ένας τρόπος να αντιμετωπίσουν άλλους που θεωρούνται ισχυρότεροι και, ως εκ τούτου, απειλητικοί.  Τα πειράματα του Milgram (1963), κατέδειξαν πόσο διαδεδομένη είναι η τάση να συμμορφωθούν με την εξουσία, ακόμα και όταν η συμμόρφωση προσβάλλει έντονα τις δικές τους αξίες (Frankel J., 2002). Η δουλοπρέπεια ο γραικυλισμός  και η κολακεία ως συλλογικό χαρακτηριστικό αποτελεί μια ακόμη εκδοχή της ταύτισης με τον επιτιθέμενο.

Στη συνηθισμένη καθημερινή ζωή, ταύτιση με τον επιτιθέμενο, συμβαίνει στην σχεδόν καθολική τάση να "δεχτούμε" τις προβλητικές ταυτίσεις των άλλων. Ο Fromm διερεύνησε την επικρατούσα λαχτάρα να "ξεφύγουμε από την ελευθερία», πρόθυμα να θυσιάσουμε την αυτονομία μας και να ταυτιστούμε με μια αντιληπτή ισχυρή φιγούρα (Fromm 1941).  Και ο Hoffman (1998) μίλησε για τον καθολικό πειρασμό να καταφύγουμε σε κάτι μεγαλύτερο από τους εαυτούς μας, προκειμένου να αποφευχθεί η φοβερή μοναξιά (και η συνέπεια αυτής, η ανάγκη να αναλάβουμε την ευθύνη για τις δικές μας επιλογές) που είναι υπαρξιακή συνθήκη. Σβήνουμε την δική μας ιδιαιτερότητα όλη την ώρα σε κοινωνικές αλληλεπιδράσεις με συμβολικά ισχυρές προσωπικότητες στην παρουσία των οποίων  γινόμαστε ενδεείς, μειλίχιοι, άναυδοι, ή αφελείς. Γινόμαστε υπάκουοι ασθενείς, πειθήνιοι  (ακόμη και παρά την αγανάκτηση μας) υπάλληλοι, πρόθυμοι καταναλωτές, παθητικοί πολίτες. Η ταύτιση με τον επιτιθέμενο παίζει ρόλο όταν μουδιάζουμε από τον θυμωμένο τόνο κάποιου, ίσως ακόμα και όταν σιωπούμε από ένα σαγηνευτικό χαμόγελο. Το νήμα που διατρέχει όλες αυτές τις καταστάσεις είναι ότι έχουμε βάλει αυτόματα στην άκρη, τις δικές μας σκέψεις, συναισθήματα, αντιλήψεις και αποφάσεις, και κάνουμε, σκεφτόμαστε και αισθανόμαστε, ότι περιμένουν από μας να κάνουμε.

Ικανότητα συμβολισμού

Η ανάπτυξη της ικανότητας για νοητική αναπαράσταση και η μεγαλύτερη συμβολική ικανότητα ανοίγει τη δυνατότητα για άλλες προσαρμοστικές αντιδράσεις.  Ενώ στον  κανονικό ενήλικα η  διαχείριση της εμπειρίας βασίζεται στην ψυχική εργασία πάνω στην εμπειρία και στην εκπόνηση σχεδίων  και φαντασιώσεων, σε πιεστικές συνθήκες όταν κάποια κατάσταση συναισθηματικής διέγερσης είναι τόσο μεγάλη δεν μπορούν να διατηρηθούν κανονικά επίπεδα λειτουργίας του εγώ.  Περιορίζεται η δυνατότητα για νοητική επεξεργασία και αναπαράσταση και το άτομο δεν μπορεί  να διαχειριστεί την εμπειρία.  Ο πόνος και τα επώδυνα συναισθήματα (άγχος, ντροπή, ενοχή, ταπείνωση, φόβος) προκαλούν επιθετικότητα προς αυτούς που θεωρούνται ως οι αυτουργοί. Αν τα θύματα του τραύματος, δεν μπορούν να μετατρέψουν, τα κατόπιν επιβολής patterns συμπεριφοράς, σε ψυχική δραστηριότητα που μπορεί με κάποιο τρόπο να χρησιμεύσει για να ξεπεραστούν οι οδυνηρές εμπειρίες, τότε εμφανίζεται καταναγκαστική επαναλαμβανόμενη δράση και ιδεασμός. Στα πιο βάναυσα μεταχειρισμένα άτομα, μπορεί να υπάρχει μικρή μετατροπή των τραυματικών εμπειριών που μεταγενέστερα επανενεργοποιούνται με μονότονη επανάληψη, με το υποκείμενο στο ρόλο του θύματος ή του θύτη, η και εναλλάξ. Οι διασχιστικές καταστάσεις  είναι ένα άλλο μέσο στεγανοποίησης της μνήμης των εμπειριών που δεν μπορούν να μετασχηματισθούν  μέσω της φαντασίας  (Grossman W. I., 1991).

Όταν η επικοινωνία και η δράση υπόκεινται σε περιορισμούς ή εξαναγκασμούς που συνδέονται με τις επιπτώσεις της κυριαρχίας στις κοινωνικές σχέσεις, διαταράσσεται η συνοχή σκέψης και συναισθήματος. Τα λόγια και ο πράξεις δεν ταυτίζονται πια με τις προθέσεις και τα συναισθήματα. Η ικανότητα να διατηρηθεί αυτό το επίπεδο συνοχής σκέψης και συναισθήματος (η συμβολοποιημένη εμπειρία) προϋποθέτει ανοχή στις αμφίθυμες και αποϊδανικευμένες εικόνες του εαυτού και των άλλων, καθώς  και διαφοροποίηση του εαυτού από τον άλλο.

Οι αμυντικές διεργασίες συμβαίνουν όταν τα συναισθήματα που  έρχονται στο προσκήνιο από τις διαπροσωπικές συγκρούσεις, την κακοποίηση ή άλλα τραύματα δεν μπορούν να γίνουν διαχειρίσιμα  χωρίς μια παλινδρόμηση σε μια λιγότερο ολοκληρωμένη οργάνωση της ψυχής. Ο Lorenzer (1976) απεικονίζει αυτό ως μια κατάρρευση του συμβολισμού σε σημεία  και στερεότυπα. Τα σημεία μπορεί να αποτελούνται από εκλογίκευση, διανοητικοποίηση, άρνηση οποιασδήποτε γνωστικής διαδικασίας ώστε να αποφεύγεται η σύνδεση μιας «απαράδεκτης» ιδέας ή πρόθεσης με το συναίσθημα είτε αυτό είναι άγχος, είτε ενοχή είτε φόβος.

Στερεότυπο (τα οποία δεν πρέπει να συγχέεται με την κοινωνική ψυχολογική χρήση του όρου) είναι η παρορμητική ή ψυχαναγκαστική και πανομοιότυπη αντίδραση σε κάθε διαπροσωπική κατάσταση που συνηχεί με τα στοιχεία της αρχικής σχέσης στην οποία η αποσυμβολοποίηση κατέστη αναγκαία. 

H τωρινή σκηνή προκαλεί την αναπαραγωγή της συμπεριφοράς που συνδέεται με αρνητικά τονισμένα συναισθήματα για παράδειγμα ένα ανεπίλυτο θυμό και /η εξιδανίκευση του γονιού. Αυτή η εκδραμάτιση (acting out) είναι πιθανό να συνοδεύεται από γνωστικές κινήσεις στο επίπεδο των σημείων για να δικαιολογήσει ή να νομιμοποιήσει την παρορμητική δράση.

Το έργο του Alfred Lorenzer (1976), του γερμανού ψυχαναλυτή στον  οποίο στράφηκε ο Habermas για μια γλωσσολογική ανάγνωση  της ψυχαναλυτικής θεωρίας παρέχει ενδείξεις  πως να κατανοήσουμε την ιδεολογία από την άποψη της αποσυμβολοποίησης.   Οι ιδεολογίες προσφέρουν ένα συμβολικό πλαίσιο για την επιστροφή του απωθημένου (αποσυμβολοποιημένου) περιεχομένου που το συγκαλύπτουν και ταυτόχρονα το καθιστούν προσβάσιμο στη συνείδηση και στη δράση, αν και ντυμένο με ψευδή σύμβολα. Οι ιδεολογίες κυριολεκτικά οδηγούν σε ψευδή συνείδηση και μπορεί να αντικαταστήσουν τα κλινικά συμπτώματα. Με αυτόν τον τρόπο, οι ιδεολογίες μπορούν ακόμη και να συμβάλλουν στην πρόληψη παθολογιών (Lorenzer, 1981).

Διαβάστε περισσότερα...

Φασισμός : Ιδεολογία και Προσωπικότητα, του Νίκου Μαρκέτου

7.Φασισμός : Ιδεολογία και Προσωπικότητα

Ο δημοκρατικός εαυτός, όπως και η εξωτερική δημοκρατία, απαιτεί συνεχή επαγρύπνηση ενάντια στους ψυχωτικούς μηχανισμούς της δίωξης, της ακραίας εξάρτησης, των μεσσιανικών ελπίδων, της συγχώνευσης με ένα εξιδανικευμένο αντικείμενο.   Ενάντια στους πειρασμούς και τις αυταπάτες της παντοδυναμίας και των εξιδανικεύσεων, ενάντια στην διολίσθηση είτε προς το χάος είτε προς την τυραννία.

Ένα ανησυχητικό ερώτημα  που προκύπτει είναι αν το άτομο μπορεί πραγματικά να θέλει να είναι μέρος των ιεραρχικών, αυταρχικών δομών, δηλαδή, ότι αν μπορεί να εμφιλοχωρεί στο άτομο ένας «αυταρχικός πόθος".

Οι αρχικές έρευνες για τον αυταρχισμό έγιναν από τους Reich και Fromm στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Ο Fromm είχε περιγράψει μια «σαδομαζοχιστική δομή χαρακτήρα» που την θεωρούσε αποτέλεσμα μιας πατριαρχικής οικογένειας με ένα πατέρα που προσπαθεί με την αυταρχική συμπεριφορά, να αποκαταστήσει την εξουσία του, που έχει κλονιστεί από την αποδυνάμωση της κοινωνικής του θέσης. Τα παιδιά υποτάσσονται στον πατέρα, αναπτύσσουν ένα άκαμπτο και τιμωρητικό υπερεγώ και προβάλλουν την επιθετικότητα τους, που πριν κατευθυνόταν στον πατέρα τους, στους εξωτερικούς εχθρούς. Η ιδέα αυτή πρόσφερε μια εξήγηση για την ευρεία υποστήριξη του εθνικοσοσιαλισμού μεταξύ του γερμανικού πληθυσμού και για την ευενδοτότητα των Γερμανών εργατών σε αυτόν. Ήδη από το 1929/30, ο Fromm και οι συνάδελφοί του διεξήγαγαν έρευνες μεταξύ των εργατών, για λογαριασμό του ινστιτούτου για την κοινωνική έρευνα [InstitutfürSozialforschungIfS].  οι οποίες ανέλυσαν τις πολιτικές και κοινωνικές στάσεις καθώς και τη κατανομή ορισμένων κοινωνικών χαρακτήρων στους εργαζόμενους (Fromm 1931/1980). Η μελέτη παρείχε τη βάση για όλα τα ερευνητικά προγράμματα που ακολούθησαν και, εκτός από την επιστημονική αξία των πληροφοριών που αποκτήθηκαν, τα εξαιρετικά δυσάρεστα αποτελέσματα της χρησίμευσαν ως προειδοποιητικό μήνυμα για τα μέλη του ινστιτούτου, αποκαλύπτοντας πόσο χαμηλή ήταν στην πραγματικότητα η ετοιμότητα των εργαζομένων για αντίσταση ενάντια στον Εθνικοσοσιαλισμό. Το 1936, το IfS συνέταξε τις μελέτες για την εξουσία και την Οικογένεια (Horkheimer, 1936), οι οποίες σχεδιάστηκαν τόσο ως θεωρητικές όσο και ως εμπειρικές μελέτες, και υιοθέτησαν την έννοια του κοινωνικού χαρακτήρα του Fromm.

Για τον Fromm το πνεύμα της τυφλής υπακοής σε έναν ηγέτη και το μίσος κατά των φυλετικών και πολιτικών μειονοτήτων, η λαχτάρα για κατάκτηση και κυριαρχία, ασκεί μια τεράστια συναισθηματική έλξη στην κατώτερη μεσαία τάξη. Αυτό οφείλεται στον κοινωνικό χαρακτήρα της κατώτερης μεσαίας τάξης, ο οποίος είναι σημαντικά διαφορετικός από εκείνο της εργατικής τάξης, των ανωτέρων στρωμάτων της μεσαίας τάξης, και της αριστοκρατίας. Αυτό το τμήμα της μεσαίας τάξης το χαρακτηρίζει: η αγάπη για τους ισχυρούς, το μίσος για τους αδύναμους, οι μικροπρέπειες, η εχθρότητα, η φειδώ στα συναισθήματα, η φιλαργυρία ο ασκητισμός. Έχουν στενή θεώρηση της ζωής, υποπτεύονται και μισούν τον ξένο, εκλογικεύουν τον φθόνο ως ηθική αγανάκτηση. Ολόκληρη η ζωή τους βασίζεται στο στοιχείο της μικροψυχίας-τόσο από οικονομική όσο και από ψυχολογική άποψη.

Οι Adorno, Frenkel-Brunswick, Levinson και Sanford (1950) συνέταξαν ένα μεγάλο σώμα έρευνας και θεωρίας (γνωστές ως μελέτες Berkeley), που προσπάθησε να ορίσει έναν τύπο προσωπικότητας που χαρακτήριζε το «εν δυνάμει φασίστα". Η έρευνά τους έγινε μέσα από ένα ψυχαναλυτικό / ψυχοκοινωνικό θεωρητικό πλαίσιο και στο ιστορικό πλαίσιο της ανόδου του φασισμού τη δεκαετία του 1930, του Β' Παγκόσμιου Πόλεμου, και του Ολοκαυτώματος. Συνεπώς, το κύριο συστατικό αυτού του τύπου προσωπικότητας είναι αυτός που είναι επιρρεπής στην αντισημιτική ιδεολογία και στις αντιδημοκρατικές πολιτικές πεποιθήσεις.

Οι ερευνητές διαμόρφωσαν την " κλίμακα- F(ascism)», για την διάγνωση  της  αυταρχικότητας, που συγκεντρώνει ένα σύνολο πεποιθήσεων που πιστεύεται ότι σχετίζονται με τον αυταρχισμό. Η κλίμακα περιλαμβάνει εννέα παραμέτρους, που υποτίθεται ότι  καθορίζουν την "δομή του δεκτικού σε αντιδημοκρατική προπαγάνδα ατόμου".

1) συμβατικότητα Kομφορμισμός 2) Αυταρχική Υποταγή -Υπακοή και αυταρχισμός 3) Αυταρχική Επιθετικότητα -Τιμωρητική ηθική  4) εναντίωση στην επεξεργασία της εμπειρίας με  τα συναισθήματα και την φαντασία (Anti –intraception) 5) Δεισιδαιμονία και Στερεοτυπία  6) Δύναμη και «σκληρότητα»  7) Καταστροφικότητα και κυνισμός 8) Προβλητικότητα 9) Υπερβολικό ενδιαφέρον για τα σεξουαλικά «ζητήματα»

Σε μια εφαρμογή της κλίμακας σε 16 ναζί εγκληματίες υπόδικους στη Δίκη της Νυρεμβέργης, σε  συνδυασμό με το τεστ Rorschach, διαπιστώθηκε ότι αυτοί οι Ναζί παρουσίασαν υψηλές επιδόσεις σε τρεις παραμέτρους (αντι-intraception, δεισιδαιμονία και στερεοτυπία, και προβολές), αλλά όχι και στις εννέα, όπως προέβλεπε η θεωρία (Zillmer, et al., 1995).

Οι Adorno, κ.ά. (1950) είδαν την αυταρχική προσωπικότητα να έχει ένα αυστηρό υπερεγώ  που ελέγχει ένα αδύναμο εγώ  που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τις ισχυρές εσωτερικές παρορμήσεις. Οι προκύπτουσες ενδοψυχικές συγκρούσεις προκαλούν ανασφάλεια, με αποτέλεσμα το υπερεγώ  να υποτάσσεται σε έξωθεν επιβεβλημένες συμβατικές νόρμες (συμβατικότητα), καθώς  και στην εξουσία που επιβάλλει αυτές τις νόρμες (αυταρχική υποταγή). Ο μηχανισμός της προβολής λειτουργεί όταν το άτομο απωθεί το άγχος που παράγει η εσωτερική παρόρμηση, αποδίδοντας την σε «κατώτερες» μειονοτικές ομάδες, με συνοδές πεποιθήσεις που είναι πολύ αξιολογικές (ισχύς και σκληρότητα), και άκαμπτες (στερεοτυπία). Επιπλέον, υπάρχει μια κυνική άποψη για τους ανθρώπους  και ανάγκη για δύναμη και σκληρότητα που προκύπτει από την ανησυχία που παράγουν οι παρεκτροπές από τις συμβατικές νόρμες της κοινωνίας (καταστροφικότητα και κυνισμός). Άλλα χαρακτηριστικά του αυταρχισμού είναι η αμείλικτη μεταχείριση εκείνων που παραβιάζουν τις συμβατικές αξίες (αυταρχική επιθετικότητα), μια γενική εναντίωση σε τάσεις προς τον συναισθηματισμό ή την φαντασία (αντι-intraception), μια τάση προς τον μυστικισμό (δεισιδαιμονία), και, τέλος, μια υπερβολική αποστροφή προς κάθε μορφήακολασίας.

Το pattern του αυταρχισμού υπάρχει σε οικογένειες με "ιεραρχικές, αυταρχικές, εκμεταλλευτικές" σχέσεις. Οι γονείς που έχουν ανάγκη για κυριαρχία, και καταπιέζουν και απειλούν το παιδί και απαιτούν υπακοή στις συμβατικές συμπεριφορές, ευοδώνουν τα χαρακτηριστικά αυτής της προσωπικότητας. Επίσης, οι γονείς έχουν ενασχόληση με το κοινωνικό κύρος, και το μεταδίδουν στο παιδί με άκαμπτους και εξωτερικευμένους κανόνες. Στη συνέχεια, το παιδί μεταστρέφει την κατασταλμένη εχθρότητα και επιθετικότητα προς τους γονείς, σε ευλαβική εξιδανίκευση.

Η έννοια του αυταρχισμού υιοθετήθηκε από την Christel Hopf (1995), η οποία κριτικάρει τους Adorno et al. για υπερβολική έμφαση στην παραδοσιακή εικόνα του πατέρα και στη Οιδιπόδεια σύγκρουση. Η Hopf, αντιθέτως, αποδίδει μεγαλύτερη σημασία στη μητέρα μέσα στην οικογένεια και τονίζει ότι οι προβληματικές και αβέβαιες εμπειρίες προσκόλλησης καθώς και οι προ-Οιδιπόδειες σχέσεις μεταξύ του παιδιού και της μητέρας ή άλλου σημαντικού προσώπου είναι σημαντικοί παράγοντες για την ανάπτυξη αυταρχικών δομών χαρακτήρα. Η Hopf υπογραμμίζει τη σημασία συγκεκριμένων εμπειριών κοινωνικοποίησης που μπορούν να αλλάξουν την πορεία ανάπτυξης προς μια άλλη κατεύθυνση.

Ο Manfred Clemenz, ακολουθώντας συγγραφείς όπως ο Adorno (1955α), αλλά και οι Bohleber, Brede, Heim και Overbeck, θεωρεί τον συνδυασμό των απόψεων τόσο για το Οιδιπόδειο όσο και για τον ναρκισσισμό, ιδιαίτερα χρήσιμο για τη μελέτη των δεξιών δομών προσωπικότητας (βλέπε Clemenz, 1998). Για παράδειγμα, η Karola Brede πρότεινε την έννοια του "νέου αυταρχικού" που χαρακτηρίζεται από στοιχεία όπως η αυτοαναφορικότητα, η δυσανεξία στην ασάφεια, η άμυνα ενάντια στην εμπειρία της αποτυχίας, οι ναρκισσιστικές παραληρητικές ιδέες μεγαλείου, ή συγχώνευσης με ανώτερους κ.λπ., τα οποία, σύμφωνα με τον Clemenz, μπορούν να θεωρηθούν ως «ψυχολογικές συσχετίσεις της οικονομικά και τεχνολογικά επιβαλλόμενης διαδικασίας της νεωτερικότητας» (Clemenz, 1998).

Η επικύρωση μιας ιδεολογικής κοσμοθεωρίας γίνεται στη νεαρή ενήλικο ζωή, σε ένα χρονικό σημείο κατά το οποίο το άτομο αυτονομείται από τους γονείς του και δημιουργεί μια ανεξάρτητη κοινωνική ταυτότητα μέσα από την εργασία και την επιλογή συντρόφου. Όταν αναλύουμε την προσκόλληση σε ιδεολογικά κινήματα, μπορεί να είναι γόνιμο να ληφθεί ως σημείο εκκίνησης η διαδικασία αποχωρισμού-ατομικοποίησης (MargaretMahler 1975), η οποία ξεδιπλώνεται πάντα μέσα σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό περιβάλλον. Ίσως η ταύτιση με το έθνος και ένα "καθαρόαιμο" λαό αποτελεί μια "λύση" αν το επιμέρους έργο της ταυτότητας φαίνεται πολύ περίπλοκο. Το ερώτημα  «Ποιός είμαι;" αντικαθίσταται από το "Πού μπορώ να ανήκω;" (Bohleber, 2010), και ο νεαρός ενήλικας γλιτώνει από την πρόκληση να διαμορφώσει μια ξεχωριστή, ατομική ταυτότητα σε έναν κόσμο αντιπαλότητας, ανταγωνισμού, και πλουραλισμού.

Σύμφωνα με την θεωρία προσκόλλησης (attachementtheory, Bowlby1969/1973) οι εμπειρίες προσκόλλησης με τον γονιό στην πρώιμη παιδική ηλικία, γίνονται ένα πρωτότυπο για τις σχέσεις στην ενήλικη ζωή και θεμέλιο για την ανάπτυξη πιο γενικευμένων απόψεων για τον κόσμο και είναι πιθανό να είναι ένα σημαντικό συστατικό για την ανάπτυξη γενικών κοσμοθεωριών και την υιοθέτηση ιδεολογιών. Αρκετές μελέτες έχουν αναφέρει ότι άτομα με ασφαλή  προσκόλληση βλέπουν την οικειότητα ως πρωταρχικό στόχο στις διαπροσωπικές σχέσεις, είναι πιο ανεκτικοί στην ασάφεια και την διαταραχή, λιγότερο δογματικοί, έχουν λιγότερη ανάγκη για βεβαιότητες, και είναι λιγότερο εξαρτημένοι από εθνικά στερεότυπα από ό, τι τα άτομα με υψηλό βαθμό  αγχώδους και αποφευκτικής προσκόλλησης (Mikulincer, 1997). Επίσης μελέτες δείχνουν ότι η ασφαλής προσκόλληση μειώνει τις προκαταλήψεις και μετριάζει την επιθυμία για τιμωρία  των παραβατών  της ηθικής (Mikulincer & Florian, 2000).  Οι δύο τύποι αρνητικής προσκόλλησης των ενηλίκων (αγχώδης και αποφευτικός τύπος) συνδέονται με την υιοθέτηση απόψεων ότι  ο κόσμος είναι επικίνδυνος ή ο κόσμος είναι μια ανταγωνιστική ζούγκλα. Έτσι τα άτομα με έντονα αγχώδη προσκόλληση, εύκολα νοιώθουν ότι απειλούνται, δεν ανέχονται την ασάφεια είναι δογματικά, και πρωτίστως αναζητούν την ασφάλεια στις σχέσεις (αντί για την οικειότητα) (Mikulincer & Shaver, 2003). Βλέπουν τον κόσμο σαν ένα επικίνδυνο και απειλητικό τόπο και θα επιδιώξουν την συμμόρφωση, την παράδοση, την ασφάλεια, και τον κοινωνικό έλεγχο.

Από την άλλη πλευρά, άτομα που έχουν αποφευκτικό τύπο προσκόλλησης, έχουν έλλειψη διαπροσωπικής θέρμης και εμπιστοσύνης, είναι ιδιαίτερα αυτοδύναμα, και ως πρωταρχικό στόχο στις διαπροσωπικές σχέσεις έχουν τον έλεγχο των άλλων (Hazan & Shaver, 1987). Αυτά τα άτομα είναι πιθανό να γίνουν ισχυρογνώμονες και να υιοθετήσουν κοινωνικές συμπεριφορές που σχετίζονται με την εξουσία, την δυσπιστία, και τον κυνισμό.

Διαδραστική προσέγγιση

Οι συζητήσεις σχετικά με τον αυταρχισμό επικεντρώνονται κατά κύριο λόγο σε διαμάχες  "κατάσταση ή χαρακτήρας". Η διαδραστική προσέγγιση των Haslam και Reichel (2006a) υποστηρίζει ότι τόσο το άτομο όσο και η κατάσταση μεταμορφώνονται μέσα από την αλληλεπίδραση τους, και βλέπουν την ατομική κοινωνική ψυχολογία των τυράννων και την συλλογική τυραννία ως αλληλεξαρτώμενες και αλληλοενισχυόμενες.

Οι ατομικές ψυχολογίες είναι τόσο αποτέλεσμα όσο και καθοριστικός παράγων της δυναμικής της ομάδας. Το σημαντικό είναι να απαντήσουμε σχετικά με το πότε επικρατεί η τυραννία, γιατί επικρατεί, και πως οι άνθρωποι μεταμορφώνονται σε τύραννους. Φαίνεται ότι ο αυταρχισμός είναι ένα αναδυόμενο προϊόν της δυναμικής της ζωής της ομάδας (Haslam & Reicher, 2006). Οι αυταρχικοί μπορούν να ασκήσουν ηγετικό ρόλο και να δημιουργήσουν ένα αυταρχικό κόσμο, μόνο όταν οι περιστάσεις τους μετακινήσουν από μια περιθωριακή θέση σε ένα πεδίο όπου αντιπροσωπεύουν την ευρύτερη μάζα. Οι άνθρωποι είναι πολύ πιο πιθανό να υιοθετήσουν ακραία κοινωνικά συστήματα, όταν οι δικές τους ομάδες έχουν αποτύχει και όταν φαίνεται να χρειάζονται αυταρχικούς ηγέτες για να βάλουν τάξη σε έναν κόσμο σε χάος. Με τον τρόπο αυτό, όπως προτείνουν οι ιστορικές αναλύσεις της ανόδου του ναζισμού (Hobsbawm, 1995), τα θεμέλια των αυταρχικών ομάδων  συχνά βασίζονται στην αποτυχία των πιο δημοκρατικών.

Διαβάστε περισσότερα...

Ιαπωνική βόμβα στο υπόγειο, των Shaun Burnie – Frank Barnaby

Ιαπωνική  βόμβα στο υπόγειο

των Shaun Burnie – Frank Barnaby

Ενώ η παγκόσμια κοινή γνώμη υφίσταται επί δεκαετίες πλύση εγκεφάλου, ανάλογα με τα εκάστοτε γεωπολιτικά συμφέροντα, από τις δυτικές κυβερνήσεις και τα ΜΜΕ για τους «κακούς» --σήμερα τη Β. Κορέα ή το Ιράν, λίγο πριν τη Συρία, τη Λιβύη, το Ιράκ, γενικώς τις «αυτοκρατορίες του κακού» κοκ--  που μας απειλούν με όπλα μαζικής καταστροφής, η Ιαπωνία, μια χώρα διακηρυγμένα μη πυρηνική,  συσσωρεύει, χωρίς να προκαλείται κανένας σάλος,  τεράστια αποθέματα πλουτωνίου.

Το πρόσχημα είναι ότι θα τα χρησιμοποιήσει ως καύσιμα σε αντιδραστήρες παραγωγής ενέργειας που  δεν μπορούν να τα απορροφήσουν, ενέχουν τεράστιους κινδύνους για την ασφάλεια του πληθυσμού και συναντούν μεγάλη αντίσταση εκ μέρους των πολιτών. Και αυτό γίνεται με τις ευλογίες της Ουάσιγκτον, η οποία μέσω της Συμφωνίας Ειρηνικής Πυρηνικής Συνεργασίας ΗΠΑ-Ιαπωνίας  επικυρώνει το ιαπωνικό πυρηνικό πρόγραμμα.

Σύμφωνα με τους συγγραφείς του παρακάτω άρθρου, το θέμα του ιαπωνικού αποθέματος πλουτωνίου σχετίζεται με τη διάδοση των πυρηνικών όπλων, η Ιαπωνία έχει γίνει μια ντε φάκτο πυρηνική χώρα   και  είναι ζήτημα χρόνου να αποκτήσει και όπλα. Ως προς αυτό, διευκολύνει τα μέγιστα η κλιμάκωση της αντιπαράθεσης των ΗΠΑ με τη Β. Κορέα – ή, από μιαν άλλη οπτική γωνία, η κλιμάκωση αυτή πιθανώς αποτελεί ένα από τα μέσα επίτευξης αυτού του σκοπού που στο βάθος του διαφαίνεται ως στόχος η Κίνα.

Την Πέμπτη [21/9], έφτασε στην Ιαπωνία διά θαλάσσης ένα φορτίο 700 κιλών πλουτωνίου από το γαλλικό λιμάνι του Χερβούργου. Το υλικό είναι  αρκετό για να κατασκευαστούν περισσότερα από 100 πυρηνικά όπλα. [Μόνο 6,2 kg πλουτωνίου χρειάστηκαν για πυρηνική έκρηξη ισοδύναμη με 20 κιλοτόνους TNT --  αυτή ήταν η ισχύς της βόμβας Fat Man που έριξαν οι Αμερικανοί στο Ναγκασάκι, το 1945. Θεωρητικά, 4 kg ή και λιγότερα θα ήταν αρκετά για την κατασκευή μιας ατομικής βόμβας με τη χρήση πολύ εξελιγμένου σχεδιασμού συναρμολόγησης. Σ.τ.μ. Πηγή: Wikipedia.]

Το πλουτώνιο –με τη μορφή του ατομικού καυσίμου γνωστού ως MOX, μείγματος ουρανίου και οξειδίου του πλουτωνίου— πρόκειται να χρησιμοποιηθεί στον αντιδραστήρα Kansai Electric Power Co. που βρίσκεται στον Κόλπο Ουακάσα, στη δυτική Ιαπωνία, πλησίον της Οσάκα.

Από το 1999, έχουν φτάσει έξι τέτοια φορτία υψίστης τοξικότητας στο πλαίσιο μιας συμφωνίας να στέλνονται χρησιμοποιημένα ραδιενεργά καύσιμα της Ιαπωνίας για επεξεργασία στη Γαλλία και στο Ηνωμένο Βασίλειο και στη συνέχεια να επιστρέφουν ως καύσιμο πλουτωνίου MOX,  προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στους ιαπωνικούς αντιδραστήρες.

Παραμερίζοντας προς στιγμήν  το θέμα των καυσίμων των αντιδραστήρων, το πρόγραμμα πλουτωνίου της Ιαπωνίας πρέπει να ιδωθεί στο πλαίσιο της δυναμικής της διάδοσης των πυρηνικών όπλων που παρατηρείται επί δεκαετίες τη Νοτιοανατολική Ασία, ένα ζήτημα που σήμερα έχει αποκτήσει μεγαλύτερη σπουδαιότητα λόγω του πυρηνικού προγράμματος της Β. Κορέας. 

Χάρτης των πυρηνικών εργοστασίων της Ιαπωνίας: Japan Atomic Industries Forum, 2016.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Ιαπωνία έχει την τεχνική ικανότητα να δημιουργήσει εξελιγμένο οπλοστάσιο πυρηνικών όπλων.

Επί δεκαετίες εμφανίζονταν πολλαπλές αναφορές για το  ότι η Ιαπωνία μέσα σε χρόνο  λιγότερο από 6 μήνες  μπορεί να κατασκευάσει ατομικό όπλο – χρονικό πλαίσιο εφικτό, εάν αληθεύει, όπως αναφέρθηκε πριν από 20 χρόνια, ότι ήδη υπάρχει ο ανάλογος σχεδιασμός ή σχεδιασμοί στη χώρα. Ωστόσο, για να αναπτυχθεί «αξιόπιστο» οπλοστάσιο θα χρειάζονταν  αρκετά  χρόνια.

Πιο σημαντικοί από οποιοδήποτε χρονοδιάγραμμα είναι οι εξωτερικοί παράγοντες που θα ωθούσαν την ιαπωνική κυβέρνηση να δημιουργήσει πυρηνικό οπλοστάσιο.

Αυτή η συζήτηση αρχίζει να ξυπνά σήμερα στην Ιαπωνία. Σε μια εκπομπή της TV Asahi , στις 6/9, ο πρώην υπουργός Άμυνας Σιγκέρου Ισίμπα, υπέδειξε ότι χρειάζεται επανεξέταση των τριών αποκαλούμενων μη πυρηνικών αρχών της Ιαπωνίας: μη παραγωγή, μη κατοχή ή απαγόρευση των πυρηνικών όπλων στην Ιαπωνία.

Ο Ισίμπα έθεσε το εξής ερώτημα:  εφόσον η Ιαπωνία βρίσκεται υπό την πυρηνική προστασία των ΗΠΑ, δεν θα ήταν άραγε αναγκαίο  να επιτραπεί η εγκατάσταση αμερικανικών πυρηνικών όπλων στη χώρα, προκειμένου να αποτραπούν οι απειλές της Β. Κορέας;

Χάρτης τη συνθήκης μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων

Λευκό: μη πυρηνικά κράτη

Πράσινο: κράτη που δεν έχουν υπογράψει τη συνθήκη και δεν διαθέτουν πυρηνικά όπλα

Μπλε: κράτη  που διαθέτουν πυρηνικά όπλα και  έχουν υπογράψει τη συνθήκη

Κόκκινο: κράτη με πυρηνικό οπλοστάσιο που δεν έχουν υπογράψει τη συνθήκη

Κίτρινο: κράτη που έχουν αποσυρθεί από τη συνθήκη

Πράσινο:

Νότιο Σουδάν: είναι η μόνη αφρικανική χώρα που δεν έχει υπογράψει τη συνθήκη μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων.

Μπλε:

ΗΠΑ: η πρώτη χώρα που δοκίμασε και στη συνέχεια έριξε ατομικές βόμβες στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, το 1945. Υπέγραψε τη συνθήκη το 1968.

Ηνωμένο Βασίλειο: έκανε δοκιμή πυρηνικής βόμβας το 1952. Υπέγραψε τη συνθήκη το 1968.

Ρωσία: ως ΕΣΣΔ, έκανε την πρώτη πυρηνική δοκιμή το 1949.Υπέγραψε τη συνθήκη το 1968.

Γαλλία: έκανε την πρώτη πυρηνική δοκιμή το 1960. Υπέγραψε τη συνθήκη το 1992.

Κίνα: δοκίμασε τον πρώτο πυρηνικό μηχαβισμό το 1964. Υπέγραψε τη συνθήκη το 1992.

Κόκκινο:

Ισραήλ: πιστεύεται ευρέως ότι κατέχει εξελιγμένο πυρηνικό οπλοστάσιο, αν και ακολουθεί πολιτική αμφισημίας όσον αφορά την κατοχή του.

Ινδία: έκανε την πρώτη πυρηνική δοκιμή το 1974, διακηρύσσοντας ότι έχει ειρηνικό χαρακτήρα. Έκανε τρεις πυρηνικές δοκιμές το 1996.

Πακιστάν: πραγματοποίησε την πρώτη πυρηνική έκρηξη το 1998 ως αντίδραση στις πυρηνικές δοκιμές της Ινδίας.

Κίτρινο:

Β. Κορέα: αποσύρθηκε από τη συνθήκη το 2003 και δοκίμασε τον πρώτο πυρηνικό μηχανισμό το 2006.

Είναι σαφές λοιπόν ότι χωρίς μια ειρηνική επίλυση των υποκείμενων απειλών ασφαλείας στην περιοχή , υπάρχει αυξημένη πιθανότητα οι Ιάπωνες πολιτικοί –με την υποστήριξη της Ουάσιγκτον— να αποφασίσουν να χρησιμοποιήσει η Ιαπωνία το απόθεμά της σε πλουτώνιο για να κατασκευάσει όπλα.

Η κατάσταση δεν έχει φτάσει ακόμη σ’ αυτό το σημείο, αλλά χωρίς μια θεμελιώδη αλλαγή στον τρόπο σκέψης και στην πολιτική, η ιαπωνική βόμβα που βρίσκεται προς το παρόν στο υπόγειο δεν θα παραμείνει για πολύ εκεί.

Ας επιστρέψουμε όμως στα ιαπωνικά αποθέματα πλουτωνίου και στο ερώτημα γιατί η μόνη χώρα που δέχτηκε επίθεση με πυρηνικά όπλα και η μοναδική που υιοθέτησε τις τρεις προαναφερθείσες αρχές  μη πυρηνικού εξοπλισμού κατέχει μεγάλες ποσότητες υλικών που χρησιμοποιούνται στην κατασκευή πυρηνικών όπλων.

Για να απαντήσουμε  σ’ αυτό το ερώτημα πρέπει να πάμε πίσω, στη δεκαετία του 1950, και να εξετάσουμε την πολιτική της οποίας ηγήθηκαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά πολύ σύντομα υιοθετήθηκε από την Υπηρεσία Επιστημών και Τεχνολογίας της Ιαπωνίας που ιδρύθηκε από τον πρώην πρωθυπουργό Γιασουχίρο Νακασόνε.

Η πολιτική αυτή συνίστατο στην οικοδόμηση, παγκοσμίως, εργοστασίων πυρηνικής ενέργειας νέου τύπου, των αποκαλούμενων Fast Breeder Reactors (FBRs –αντιδραστήρες ταχείας αναπαραγωγής), που θα τροφοδοτούνταν με πλουτώνιο το οποίο θα ήταν προϊόν επεξεργασίας χρησιμοποιημένου καυσίμου ουρανίου. Καθώς οι FBRs παράγουν περισσότερα καύσιμα από όσα καταναλώνουν –εξ ου και όρος «αναπαραγωγή»– θα δημιουργούσαν πλουτώνιο για να τροφοδοτήσουν με καύσιμα ακόμη περισσότερους FBRs.

Η διαδικασία ήταν γνωστή ως «κλείσιμο του κύκλου του πυρηνικού καυσίμου».

Ενώ η ιδέα φαίνεται να αποτελεί λύση για την επεξεργασία του χρησιμοποιημένου καυσίμου με σκοπό την παραγωγή περισσότερων καυσίμων για τους FBRs, το πρόβλημα είναι ότι αυτοί οι αντιδραστήρες απέτυχαν παγκοσμίως,  και στην Ιαπωνία βεβαίως.

Ο πρώτος αντιδραστήρας FBR της Ιαπωνίας άρχισε να λειτουργεί το 1994 και ονομάστηκε Monju – από τη βουδιστική θεότητα της σοφίας. Ωστόσο, 18 μήνες μετά την έναρξη της λειτουργίας του, ξέσπασε φωτιά στον Monju  και το εργοστάσιο έκλεισε για 14 χρόνια.

Λειτούργησε ξανά τον Μάιο του 2010, αλλά λίγες εβδομάδες αργότερα έπεσε μέσα στον αντιδραστήρα μια συσκευή ανταλλαγής καυσίμου βάρους 3,3 τόνων, και έτσι έκλεισε οριστικά, ενώ το φιάσκο έγινε ακόμη μεγαλύτερο όταν αργότερα  κακόβουλο λογισμικό διείσδυσε στους υπολογιστές του εργοστασίου και κλάπηκαν τα δεδομένα.

Έτσι τερματίστηκαν οι φιλοδοξίες της Ιαπωνίας για τους FBR, αν και χρειάστηκαν δύο δεκαετίες και μια συνολική επένδυση άνω των 10 δισ.  δολαρίων για να πάρει τελικά η κυβέρνηση τη συνετή απόφαση  να τερματίσει τον αντιδραστήρα Monju, τον Δεκέμβριο του 2016.

Ωστόσο, το Τόκιο είχε άλλα κίνητρα επιδιώκοντας να συνεχίσει τον κύκλο του πλουτωνίου ως καυσίμου.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές αυτής του 1970, τα σχέδια για την οικοδόμηση εμπορικών αντιδραστήρων ελαφρού ύδατος  σε όλη την Ιαπωνία, όπως αυτοί της Τακαχάμα και της Φουκουσίμα, αντιμετώπισαν την ισχυρή αντίθεση των τοπικών κοινοτήτων και των κινημάτων.

Για να κατευνάσει την αντίθεση αυτή, η κυβέρνηση και οι [λεγόμενες] επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας ανακοίνωσαν ότι οι νέοι αντιδραστήρες δεν θα γίνουν τόποι πυρηνικών αποβλήτων, επειδή τα χρησιμοποιημένα καύσιμα θα στέλνονταν για επεξεργασία στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία. Έτσι λύθηκε , προσωρινά, το μεγάλο πρόβλημα των πυρηνικών αποβλήτων τουλάχιστον όσον αφορά  την Ιαπωνία.

Συνολικά, στα είκοσι τόσα χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1990,  πάνω από 7.000 τόνοι τέτοιων καυσίμων στάλθηκαν στην Ευρώπη.

Σ’ αυτό το χρονικό διάστημα, τα εργοστάσια που επεξεργάζονταν τα χρησιμοποιημένα καύσιμα της Ιαπωνίας , στη Χάγη της Β.Δ. Γαλλίας και στο Σέλαφιλντ του Ηνωμένου Βασιλείου, έγιναν συνώνυμα των ατυχημάτων, της απόρριψης πυρηνικών αποβλήτων στον ωκεανό και στην ατμόσφαιρα  και των ανησυχιών για τη δημόσια υγεία.

Ενώ τα ιαπωνικά συμβόλαια ήταν πολύ επικερδή για τις δύο κρατικές εταιρείες που λειτουργούσαν τα εργοστάσια επεξεργασίας στο Σέλαφιλντ και στη Χάγη –τη Cogema/AREVA στη Γαλλία και τη  British Nuclear Fuels Limited (BNFL) στο Ηνωμένο Βασίλειο--, και οι δύο χρεοκόπησαν.

Την εν λόγω τοποθεσία στο Σέλαφιλντ τη διαχειρίζεται τώρα μια κυβερνητική υπηρεσία και απορροφά το μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού για την απόσυρση πυρηνικών, που εκτιμάται ότι ξεπερνά τα 100 δισ.  δολάρια.

Στην περίπτωση της AREVA, η εταιρεία έχει χρέη δισεκατομμυρίων ευρώ και πρόκειται να εισέλθει σε οριστική  αναδιάρθρωση στα τέλη του τρέχοντος έτους, με μηδενική προοπτική για μελλοντικές λειτουργίες επεξεργασίας. Άλλη μία μεγάλη αρνητική πτυχή σ’ όλη αυτή την ιστορία.

Καθώς οι αποτυχίες του αντιδραστήρα ταχείας αναπαραγωγής στο εργοστάσιο Monju οδήγησαν στην οριστική παύση της λειτουργίας του, η ιαπωνική κυβέρνηση έπρεπε να σκεφτεί τι θα κάνει με τα χιλιάδες κιλά πλουτωνίου που θα επέστρεφαν στην Ιαπωνία για να τροφοδοτήσουν έναν στόλο τέτοιων αντιδραστήρων που δεν υπήρχαν.

Η απάντηση που δόθηκε, και  μας επαναφέρει στο φορτίο το οποίο έφτασε στην Ιαπωνία την τρέχουσα εβδομάδα,  ήταν ότι το καύσιμο πλουτωνίου MOX θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στους υπάρχοντες εμπορικούς αντιδραστήρες ελαφρού ύδατος.

Τα πρώτα φορτία  MOX, το 1999, προορίζονταν για τους αντιδραστήρες στη Φουκουσίμα και στην Τακαχάμα.

Όμως, στην περίπτωση του MOX που παραδόθηκε στην Τακαχάμα, οι ακτιβιστές αποκάλυψαν ότι το καύσιμο είχε κατασκευαστεί με ψευδή πιστοποιητικά ποιότητας, και έτσι επιστράφηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στην περίπτωση της Φουκουσίμα, οι πολίτες του νομού, με στοιχεία από την Greenpeace, πήγαν στο δικαστήριο την ιδιοκτήτρια εταιρεία Tokyo Electric Power Co. (TEPCO),  για τον έλεγχο ποιότητας του καυσίμου.

Παρόλο που η ενάγουσα ομάδα πολιτών έχασε τη δίκη, η εταιρεία AREVA διατάχθηκε να δημοσιεύσει ζωτικά δεδομένα ασφαλείας, κάτι που  αρνήθηκε να  κάνει. Η διαμάχη που ακολούθησε ώθησε τον τότε κυβερνήτη της Φουκουσίμα Εϊσάκου Σάτο να μη επιτρέψει τη φόρτωση του πλουτωνίου ως καυσίμου.

Το καύσιμο έμεινε στη δεξαμενή ψύχρανσης του πυρηνικού εργοστασίου Daiichi στη Φουκουσίμα μέχρι τον Αύγουστο του 2010, όταν τελικά η TEPCO φόρτωσε 32 διατάξεις  235 κιλών πλουτωνίου στη μονάδα 3.

Αυτό έγινε μόλις έξι μήνες πριν πληγεί το εργοστάσιο της Φουκουσίμα από τον ισχυρότερο σεισμό που σημειώθηκε ποτέ στην Ιαπωνία (11 Μαρτίου 2011) και πλημμυρίσει από το τσουνάμι που προκάλεσε τήξη σε τρεις πυρηνικούς αντιδραστήρες, συμπεριλαμβανομένης της μονάδας 3.

Χωρίς τις αντιδράσεις των Ιαπώνων πολιτών και άλλων σ’ όλο τον κόσμο, είναι σχεδόν βέβαιο ότι η TEPCO θα είχε φορτώσει, μέχρι το 2011, πολλούς τόνους καυσίμου πλουτωνίου MOX στους αντιδραστήρες του εργοστασίου Daiichi, στο νομό της Φουκουσίμα.

Η τήξη αυτού του καυσίμου θα ήταν πολύ πιο σοβαρή και με μεγάλες ραδιενεργές συνέπειες τοπικά και ευρύτερα από όσες επήλθαν στον τόπο του ατυχήματος που ούτως ή άλλως θα χρειαστεί δεκαετίες και δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια για να καθαριστεί.

Και ακόμη χειρότερα, τόνοι χρησιμοποιημένου καυσίμου ΜΟΧ υψηλής θερμοκρασίας θα βρίσκονταν στις δεξαμενές αποβλήτων της Φουκουσίμα.

Εάν είχαν φορτωθεί οι αντιδραστήρες στη Φουκουσίμα με καύσιμο πλουτωνίου  MOX, ίσως να είχε πραγματοποιηθεί η προειδοποίηση της Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας προς τον τότε πρωθυπουργό Ναότο, στα τέλη Μαρτίου του 2011, ότι η απώλεια ελέγχου στις δεξαμενές χρησιμοποιημένου καυσίμου μπορεί να απαιτήσει την εκκένωση του Τόκιο. Από τους πέντε αντιδραστήρες που σήμερα λειτουργούν στην Ιαπωνία, τρεις φορτώνονται με καύσιμο πλουτωνίου MOX.

Όμως, η απειλή, λόγω της εμμονής της Ιαπωνίας στο πλουτώνιο, θα μπορούσε να λάβει ακόμη χειρότερες διαστάσεις.

Η Ιαπωνία κατασκεύασε τη δική της μονάδα επεξεργασίας χρησιμοποιημένων πυρηνικών καυσίμων, αξίας 21 δισ. δολαρίων στο χωριό Ροκάσο, του νομού Αομόρι, κοντά στο νησί Χοκάιντο (το νησί πάνω από το οποίο πέρασε ο πύραυλος που δοκίμασε πρόσφατα η Β. Κορέα).

Η ιστορία του εργοστασίου στο  Ροκάσο μοιάζει μ’ αυτή του Monju, μόνο που είναι πιο δαπανηρή.

Το εργοστάσιο επεξεργασίας υποτίθεται ότι θα ολοκληρωνόταν το 1997, αλλά λόγω πολλαπλών αστοχιών στην οικοδόμηση και τον εξοπλισμό καθυστέρησε και αναβλήθηκαν επανειλημμένα οι ημερομηνίες λειτουργίας. Είναι πλέον 20 χρόνια πίσω από το χρονοδιάγραμμα και η νέα ημερομηνία έναρξης έχει οριστεί για το 2018.

Αν υποθέσουμε ότι τελικά θα λειτουργήσει αυτή η εγκατάσταση, ο σκοπός της θα είναι να επεξεργάζεται χρησιμοποιημένα καύσιμα για την παραγωγή πλουτωνίου που πρωτίστως χρησιμοποιείται σε fast-breeder reactors.

Όπως επισημάνθηκε όμως, ο μοναδικός fast-breeder reactor της Ιαπωνίας, Monju,  έχει κλείσει οριστικά. Τι θα γίνουν λοιπόν τα 8.000 κιλά πλουτωνίου που θα παράγει το εργοστάσιο του Ροκάσο ετησίως;

Υποτίθεται ότι η απάντηση βρίσκεται στην οικοδόμηση ενός εργοστασίου πυρηνικής ενέργειας στη βόρεια άκρη του νομού Αομόρι, στην περιοχή Όμα, και το οποίο θα περιέχει ένα εξελιγμένο αντιδραστήρα βραστού νερού.

Προγραμματίζεται να λειτουργήσει το 2024, έχει έναν πυρήνα με 100% MOX , που θα περιέχει  πάνω από 5 τόνους πλουτωνίου και ετήσια ζήτηση περίπου 1,7 τόνων.

Οι συνέπειες όσον αφορά την ασφάλεια του μοναδικού αντιδραστήρα παγκοσμίως που θα λειτουργεί με πυρήνα  100% πλουτωνίου MOX είναι τεράστιες.

Αυτός είναι ένας λόγος που οι πολίτες και ο δήμος της πόλης  Χακοντάτε, στα στενά Τσουγκάρου στο Χοκάιντο, θέλουν να σταματήσουν την οικοδόμηση του εργοστασίου στην Όμα. Η απόφαση του δικαστηρίου αναμένεται να εκδοθεί αργότερα το τρέχον έτος.

Όπως στο Monju πριν, οι προοπτικές λειτουργίας του αντιδραστήρα στην  Όμα είναι δυσμενείς και θεωρείται απίθανο να δώσουν λύση στο αυτοπροκαλούμενο  μεθύσι  της Ιαπωνίας με το πλουτώνιο.

Όμως, υπάρχει άλλο ένα πολύ σοβαρό ζήτημα:

 Η λογική της στρατιωτικής ισχύος και η εθνική ασφάλεια που συνδέονται μ’ αυτό το πρόγραμμα κατέχει κεντρική θέση στην πολιτική μιας κυβέρνησης που γίνεται όλο και πιο εθνικιστική στη ρητορική της και στη στάση της. Με το μανδύα ενός πυρηνικού προγράμματος για μη στρατιωτικές χρήσεις, η Ιαπωνία έχει γίνει ντε φάκτο κράτος πυρηνικών όπλων, χωρίς να έχει κάνει ακόμη το επόμενο μοιραίο βήμα. [Η έμφαση έχει προστεθεί.]

Το φορτίο ΜOX αυτής της εβδομάδας είναι ένα ακόμη φύλλο συκής για ένα πρόγραμμα πλουτωνίου και πυρηνικής ενέργειας που πάντα αντιπροσώπευε  κάτι πολύ περισσότερο από την επιδίωξη παραγωγής  ενέργειας.

Πόσο μπορεί η ιαπωνική κυβέρνηση να υπεραμύνεται αυτής της πολιτικής; Πιθανώς θα το εξακριβώσουμε το 2018, όταν πρόκειται να ανανεωθεί η Συμφωνία Ειρηνικής Πυρηνικής Συνεργασίας ΗΠΑ-Ιαπωνίας, που επικυρώνει το ιαπωνικό πυρηνικό πρόγραμμα.

Με δεδομένους τους ενοίκους του πρωθυπουργικού γραφείου στο Τόκιο και του Λευκού Οίκου, μην περιμένετε βαθύ στοχασμό (ή αλλαγή πολιτικής) όσον αφορά το τι σημαίνει για μια χώρα, σε μια περιοχή που βρίσκεται στα πρόθυρα μεγάλης σύγκρουσης, να κατέχει το μεγαλύτερο απόθεμα πλουτωνίου εκτός από τα κράτη που είναι γνωστό ότι έχουν πυρηνικά.

Αντίθετα, ο τερματισμός αυτού του πολλών δεκαετιών και δισεκατομμυρίων δολαρίων προγράμματος θα διασφαλιστεί, όπως πάντα, με τον αφοσιωμένο  αγώνα του λαού της Ιαπωνίας και των συμμάχων του σ’ όλο τον κόσμο που ενδιαφέρονται για τη δημόσια προστασία και την ασφάλεια  που στηρίζονται στην ειρήνη.

Ο Shaun Burnie είναι υψηλόβαθμος ειδικός της Greenpeace στη Γερμανία και στο Τόκιο. Ο καθηγητής πυρηνικής φυσικής Frank Barnaby εργάστηκε στο παρελθόν στο Ίδρυμα Ατομικών Όπλων του Ηνωμένου Βασιλείου και διετέλεσε διευθυντής του Διεθνούς Ινστιτούτου Έρευνας για την Ειρήνη της Στοκχόλμης (1971-1981). Ο καθηγητής Μπάρναμπι κατέθεσε στο περιφερειακό δικαστήριο της Φουκουσίμα ενάντια στα σχέδια της TEPCO για χρήση MOX στο Daiichi 3, το 2000.

•           Πηγή: http://www.atimes.com/article/japans-plutonium-proliferation-energy/  22/9/2017

Μετάφραση: Αριάδνη Αλαβάνου

Διαβάστε περισσότερα...

Eπιθετικότητα και καταστροφικότητα, του Νίκου Μαρκέτου

6. Eπιθετικότητα και καταστροφικότητα

Ο Heinz Kohut υποστηρίζει ότι το βρέφος έχει δύο σημαντικές ψυχολογικές κατασκευές: τον μεγαλειώδη-επιδεικτικό  εαυτό και την εξιδανικευμένη γονική εικόνα. Η παθολογία στην πρώτη περιοχή οδηγεί σε καθήλωση στην μεγαλομανία, και η παθολογία στην δεύτερη περιοχή οδηγεί σε καθηλώσεις σε αρχαϊκές εξιδανικεύσεις των συμβόλων της εξουσίας και σε αφοσίωση στον αρχηγό.

      Στην εργασία του σχετικά με την ναρκισσιστική οργή, ο Kohut περιγράφει πως, η πυρηνική ψυχοπαθολογία των ατόμων αυτών περιστρέφεται γύρω από τον φόβο κατακερματισμού του εαυτού. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις όταν ο εαυτός παραμένει ευάλωτος και επιρρεπής σε κατακερματισμό μπορεί να προκληθεί επιθετικότητα.  Αυτή η επιθετικότητα μπορεί να προκαλέσει έντονες και βίαιες καταστροφικές αντιδράσεις.  Προκύπτουν από την οργή που φέρνει το ξεφούσκωμα μιας αρχαϊκής μεγαλομανίας ή μια τραυματική απογοήτευση από ένα εξιδανικευμένο πρόσωπο (Kohut, 1972).

 Οποιαδήποτε αντιληπτή προσβολή ή γελοιοποίηση μπορεί να φέρει συναισθήματα έντονης οργής και επίμονη ανάγκη για εκδίκηση. Ο HeinzKohut το ονομάζει αυτό «ναρκισσιστική οργή» (Kohut, H. 1978).

Η ναρκισσιστική οργή μπορεί να προκληθεί από μια απειλή για κάτι που είναι κεντρικής σημασίας για τον εαυτό – όπως το σώμα, οι φίλοι και η οικογένεια, το φύλο ή η εθνικότητα, το έθνος, οι θρησκευτικές ή πολιτικές πεποιθήσεις. Γνωρίζουμε από τις μελέτες του πολέμου ότι η κατασκευή αποδιοπομπαίων τράγων και η βλάβη των εχθρών είναι ιδιαίτερα πιθανό να συμβεί υπό συνθήκες που προέρχονται από μια αντιληπτή επίθεση στην αίσθηση του εαυτού: κακουχίες, απειλή, άγχος και ματαίωση (Staub, E. 1989).  Η  οργή προκύπτει σα μια προσπάθεια απομάκρυνσης του τραυματικού πόνου και έτσι να καταστρέψει τον εχθρό που μας τον προκαλεί. Συχνά, υπάρχει παντελής έλλειψη ενσυναίσθησης και μια δίψα για επιβεβαίωση της δύναμης και του ελέγχου (KohutH., 1978).  Άτομα με χρόνια ναρκισσιστική οργή μπορεί να φέρονται στους άλλους σαδιστικά.

Η Christina Wieland (2015) αναφέρει ένα άλλο μηχανισμό άμυνας ενάντια στην απειλή του κατακερματισμού, που γεννά την επιθετικότητα. Όταν η σοβαρή εσωτερική διάσπαση (όπως στην ψύχωση) απειλεί το άτομο με αφανισμό ή κατακερματισμό, τότε συμβαίνει ομογενοποίηση της ψυχής. Ομογενοποίηση της ψυχής μπορεί να συμβεί παροδικά και υπό την επήρεια ναρκωτικών, ή υπνωτιστικών θρησκευτικών πρακτικών, ή υπό την επήρεια μανιακών καταστάσεων. Σε αυτή την κατάσταση το άτομο προσπαθεί να αδειάσει τον εαυτό του από όλες τις σκέψεις, όλες τις συγκρούσεις, όλες τις προσκολλήσεις και να πετύχει μια εσωτερική συνοχή για να εμποδίσει τον κατακερματισμό. Άλλοι χειρισμοί μπορεί να περιλαμβάνουν ιδεοληπτικές πρακτικές, υστερική διάσχιση, διαστροφικές πρακτικές. Ορισμένα θρησκευτικά και πολιτικά δόγματα, με την απλότητα και την απαίτηση τους για απόλυτη προσήλωση,  απλοποιούν και ομογενοποιούν επίσης τον νου των οπαδών. Οι μεμονωμένες κοινωνιοπαθητικές και ψυχοπαθητικές πρακτικές λειτουργούν επίσης με αυτόν τον τρόπο.

Οι έμμονες παραληρητικές ιδέες που οδηγούν σε ορισμένα κοινωνιοπαθητικά εγκλήματα μπορεί να θεωρηθούν ότι δεσμεύουν τον εαυτό και τον εμποδίζουν να αντικρύσει την πραγματικότητα με όλους τους φόβους εισβολής και καταστροφής από ξένα αντικείμενα. Για παράδειγμα, ο νορβηγός μαζικός δολοφόνος AndersBehringBreivik, εκυριαρχείτο από τη εμμονή μιας καθαρής, ομογενοποιημένης κουλτούρας και είχε μια διωκτική παραληρητική ιδέα ότι ο δυτικός πολιτισμός μολύνεται και καταστρέφεται από τους ξένους. Μπορούμε να υποθέσουμε εδώ ότι ο στόχος για ένα «καθαρό» δυτικό πολιτισμό αποκαλύπτει την επιδίωξη για ένα καθαρό, ομογενοποιημένο εσωτερικό κόσμο όπου οι άβολες συγκρούσεις και συναισθήματα εξαφανίζονται. Στη δίκη του, ο Breivik περιέγραψε μια «τεχνική διαλογισμού» που είχε αναπτύξει για να αμβλύνει τα συναισθήματα ενσυναίσθησης και συμπόνιας και ως εκ τούτου, την εσωτερική σύγκρουση που θα μπορούσε να προκύψει.

Ο Fromm αποδίδει την καταστροφικότητα στην αβίωτη ζωή (unlivedlife) (Fromm,1973).  Με αυτό αναφέρεται  στην ματαίωση ολόκληρης της ζωής, του  αποκλεισμού του αυθορμητισμού της ανάπτυξης και της έκφρασης των αισθησιακών, συναισθηματικών και πνευματικών δυνατοτήτων του ανθρώπου. Όσο περισσότερο πραγματώνεται η ζωή, τόσο λιγότερη είναι η δύναμη της καταστροφικότητας.   Οι ατομικές και κοινωνικές συνθήκες που καταστέλλουν την ζωή παράγουν το πάθος για την καταστροφή που γεμίζει την δεξαμενή από την οποία τρέφονται οι ιδιαίτερα εχθρικές τάσεις, είτε ενάντια σε άλλους ή κατά του εαυτού.

Αυτή η εσωτερική παρεμπόδιση αυξάνεται με τα πολιτιστικά ταμπού για την ευχαρίστηση και την ευτυχία, όπως αυτά περνούν μέσω της θρησκείας και των ηθών της μεσαίας τάξης από την περίοδο της Μεταρρύθμισης.

Η εχθρότητα που διέπνεε την μεσαία τάξη στην εποχή της Μεταρρύθμισης βρήκε την έκφραση της σε ορισμένες θρησκευτικές αντιλήψεις του Προτεσταντισμού, ειδικά στο ασκητικό του πνεύμα, και στην εικόνα του Καλβίνου για ένα ανελέητο Θεό που ευχαριστιέται να καταδικάζει μέρος της ανθρωπότητας στην αιώνια καταδίκη χωρίς δική της υπαιτιότητα. Αργότερα, η μεσαία τάξη εξέφρασε την εχθρότητα της συγκεκαλυμμένα κυρίως ως ηθική αγανάκτηση, η οποία συνιστά εκλογίκευση ενός έντονου φθόνου εναντίον εκείνων που είχαν τα μέσα να απολαμβάνουν τη ζωή. Στον εικοστό αιώνα η καταστροφικότητα της κατώτερης μεσαίας τάξης ήταν ένας σημαντικός παράγοντας για την άνοδο του ναζισμού, ο οποίος προσείλκυσε αυτούς τους καταστροφικούς πόθους και τους χρησιμοποίησε στη μάχη ενάντια στους εχθρούς του. Η ρίζα της καταστροφικότητας στην κατώτερη μεσαία τάξη είναι εύκολα αναγνωρίσιμη.  Η απομόνωση του ατόμου και η καταστολή της προσωπικής ανάπτυξης, συμβαίνει σε ένα υψηλότερο βαθμό στην κατώτερη μεσαία τάξη από ό, τι στις άλλες τάξεις (FrommE., 1973).

Η επιθετικότητα και καταστροφικότητα μπορεί να πηγάζει από τον φθόνο. Ο φθόνος έχει ως στόχο να επιτεθεί στο ίδιο το αντικείμενο της επιθυμίας και όχι σε οποιαδήποτε αντιληπτό αντίπαλο και συμβολίζει ένα άγριο μίσος για την καλοσύνη του αντικειμένου.  Ενεργοποιείται στην προοπτική ότι κάποιος άλλος μπορεί να απολαύσει τα αγαθά του. Ο φθόνος είναι ενδογενής, αδηφάγος και κάθε φορά θα αναζητά ένα αντικείμενο στο οποίο να επικεντρωθεί (Klein, 1955).

Η Klein μίλησε για δύο μορφές πρωτογενούς φθόνου. Η πρώτη μορφή του φθόνου είναι καταστροφικής φύσεως και αναζητά ένα πρόσωπο προς το οποίο μπορεί να κατευθύνει την επιθετικότητα του, προκειμένου να το ληστέψει από την καλοσύνη του και επομένως να επιφέρει την στέρηση (Klein, 1955). Η δεύτερη μορφή του φθόνου, προκαλείται από τον μη διαθέσιμο μαστό και από την αγωνία της στέρησης. Στην περιγραφή αυτής της μορφής φθόνου, η Klein δικαιολογεί την επιθετική φύση του φθόνου. Το βρέφος βιώνει μια κλιμάκωση της απληστίας του και του διωκτικού άγχους του, αν δεν έχει τραφεί ικανοποιητικά, με αποτέλεσμα την μνησικακία προς το στήθος. Κατά συνέπεια, το βρέφος αντιλαμβάνεται το στήθος ως στερητικό και κακό (Klein, 1946).

Διαβάστε περισσότερα...

Γυναίκες και φασισμός, του Νίκου Μαρκέτου

5.Γυναίκες και φασισμός

Και τα δύο φύλα, είναι δεκτικά στην αποπλάνηση του φασισμού.  Η φασιστική επαγγελία της αναγέννησης και της παλιγενεσίας και η ολοκληρωτική υπόσχεση της συγχώνευσης του ατόμου με το όλον,  ελκύουν εξίσου τις επιθυμίες παλινδρόμησης τόσο των ανδρών όσο και των γυναικών.

Ωστόσο, το κεντρικό φασιστικό δόγμα της βίας και του μιλιταρισμού, της επιβίωσης των ισχυρότερων, της κατάκτησης και του ιμπεριαλισμού απευθύνεται κυρίως στους άνδρες. Η αναγέννηση και η άνθιση του έθνους ήταν ουσιαστικά η αναγέννηση και η άνθιση του ανδρισμού - ενός ανδρισμού που θεωρήθηκε αδύναμος και σε κατάσταση εκφυλισμού από τη δημοκρατία, τον πασιφισμό και τους Εβραίους.

Η ιδέα ότι ο φασισμός είναι ένα αρσενικό φαινόμενο έχει επικριθεί από την Lynne Segal (1990). Η Segal βασίζει την κριτική της στην λεπτομερή εμπεριστατωμένη μελέτη της Claudia Koonz για τις γυναίκες στη Ναζιστική Γερμανία (Koonz 1986). Η Koonz παρουσιάζει ξεκάθαρα και αναμφισβήτητα την ενθουσιώδη συμμετοχή των γυναικών στον ναζισμό και τις προσπάθειες που κατέβαλαν για τη διασφάλιση της επιτυχίας του καθεστώτος. Η λατρεία του Fuehrer φαινόταν να ήταν το κοινό έδαφος μεταξύ ανδρών και γυναικών. Όπως λέει μια γυναίκα ηγετικό στέλεχος του ναζισμού: «ο εθνικοσοσιαλισμός είναι ανδρική υπόθεση και εμείς οι γυναίκες θα αποχωρήσουμε ευχαρίστως όταν ο Fuehrer δεν θα μας χρειάζεται πια» (Koonz 1986). Πολλές γυναίκες υποστήριζαν τον Χίτλερ για κάποιους από τους ίδιους λόγους που έκαναν οι άντρες: η έκκληση προς τον εθνικισμό, τη τάξη και τη σταθερότητα σε ένα έθνος που υπέστη τα δεινά της χρεωκοπίας.

Παραδόξως, οι γυναίκες αγκάλιασαν την πλευρά του φασισμού που υποστήριζε την στέρηση των δικαιωμάτων τους, τον διαχωρισμό των φύλων και την επιστροφή της γυναίκας στον παραδοσιακό της ρόλο ως μητέρας, συζύγου και νοικοκυράς (Koonz 1987).

Έρευνες σχετικά με το φύλο, την σεξουαλικότητα και την αυταρχική προσωπικότητα υποστηρίζουν τη γενική ιδέα ότι ο αυταρχισμός συσχετίζεται θετικά με τα παραδοσιακά στερεότυπα των φύλων (Peterson BE1, Zurbriggen El. 2010).  Γυναίκες και άντρες με αυταρχικό πνεύμα ζουν σε έναν άκαμπτο  ως προς το φύλο κόσμο, στον οποίο οι ρόλοι των φύλων είναι στενά καθορισμένοι, η ελκυστικότητα επικεντρώνεται στις παραδοσιακές αντιλήψεις  για την αρρενωπότητα και τη θηλυκότητα, υπαγορεύονται τα συμβατικά σεξουαλικά  ήθη και επικροτούνται οι παραδοσιακές διαδρομές ως προς την εκπαίδευση και τη σταδιοδρομία. Σύμφωνα με αυτά ο άνδρας πρέπει να είναι ο υπεύθυνος της οικογένειας και η γυναίκα πρέπει να φροντίζει το σπίτι και την ανατροφή των παιδιών. Έτσι, και οι αυταρχικές γυναίκες και οι άνδρες φαίνονται να συμφωνούν ως προς αυτές τις πεποιθήσεις συνολικά.

Στο ναζιστικό καθεστώς οι γυναίκες έχασαν ένα βαθμό ελέγχου της ζωής τους. Προς το συμφέρον του κράτους, οι γερμανίδες κλήθηκαν να γεννούν περισσότερα παιδιά. Ο έλεγχος των γεννήσεων έγινε παράνομος το 1933 και οι κλινικές οικογενειακού προγραμματισμού έκλεισαν. Η έκτρωση, η οποία ήταν πάντα παράνομη, διώχτηκε πιο επιθετικά. Αλλά ταυτόχρονα, υπήρξε αναγκαστική στείρωση γυναικών που ανήκαν σ’ αυτές που ονόμαζαν «κατώτερες φυλές».  Έτσι, είτε επρόκειτο για Άριες είτε για μη-Αριες, τα γυναικεία σώματα δεν ανήκαν σε αυτές, αλλά στη φυλετική τους κοινότητα.''

Ο φασισμός ως μαζικό φαινόμενο αποτελεί παράδειγμα της δίψας ανδρών και γυναικών για εξουσία, της επιθυμίας για ασφάλεια και των επιθυμιών για συγχώνευση με μια μεγαλύτερη οντότητα (κόμμα, ιδεολογία, κράτος, κοινότητα).

Αν και λίγες γυναίκες ήταν μέρος της επίσημης ναζιστικής ιεραρχίας, η  Koonz διαπίστωσε ότι ο ρόλος πολλών γυναικών στο Τρίτο Ράιχ δεν ήταν ούτε ασήμαντος ούτε αθώος. Ήταν αυτές που έφεραν σταδιακά τον ναζισμό στο σπίτι. Μύησαν τα παιδιά τους στον αντισημιτισμό. Ήταν αυτές που έλεγαν στα παιδιά τους να σταματήσουν να παίζουν με τα παιδιά των εβραίων.

«Όλοι γνώριζαν για τις  γυναίκες των στρατοπέδων θανάτου που ήταν διαβόητες  για τις ακρότητές τους. Κατά τη διάρκεια του πολέμου περίπου 5.500 γυναίκες υπηρέτησαν σε διάφορες θέσεις σε γερμανικά στρατόπεδα. Κανένα φύλο, και καμία ομάδα, δεν έχει το προνόμιο ούτε για καλό ούτε για κακό.

Διαβάστε περισσότερα...

120 χώρες στον κόσμο καταδικάζουν μονομερείς τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, του Ιράν και της Βενεζουέλας.

120 χώρες στον κόσμο καταδικάζουν μονομερείς τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, του Ιράν και της Βενεζουέλας.

Ο Υπουργός Εξωτερικών της Βολιβαριανής Δημοκρατίας της Βενεζουέλας, Jorge Arreaza Monserat ανακοίνωσε, την Τετάρτη 20/9 στη Νέα Υόρκη, την ομόφωνη έγκριση της «πολιτικής δήλωσης της Νέας Υόρκης» εναντίον των μονομερών καταναγκαστικών μέτρων, την οποία υπογράφουν 120 χώρες μέλη του Κινήματος των Αδεσμεύτων (ΝΑΜ).

Ο Υπουργός Εξωτερικών ενημέρωσε, επίσης, ότι πρόκειται για μια πλήρη δήλωση, η οποία εγκρίθηκε από τα 2/3 του συνολικού αριθμού των κρατών μελών του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) και αποτελεί μια απάντηση, πρώτα απ' όλα στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και προς όλα  εκείνα τα κράτη που επιδιώκουν να επιβάλουν μονομερώς καταναγκαστικά μέτρα ή κυρώσεις.

«Η απάντηση της ΝΑΜ είναι ομόφωνη και συντριπτική, δεν πρόκειται για την απάντηση μιας χώρας ή ενός μικρού μπλοκ, αλλά η απάντηση 120 κρατών μελών προς στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε όλα τα κράτη που επιδιώκουν να εφαρμόσουν μονομερώς κυρώσεις ή για εχθροπραξίες ενάντια στους λαούς του κόσμου», έτσι είπε ο υπουργός Arreaza στο τέλος της υπουργικής συνόδου του ΝΑΜ, στο περιθώριο της συνόδου κορυφής της Γενικής Συνέλευσης 72η του τμήματος των Ηνωμένων Εθνών.

Εξήγησε ότι η ομόφωνη έγκριση κατέστη δυνατή χάρη στη συμμετοχή των υπουργών Εξωτερικών και άλλων υψηλόβαθμων αξιωματούχων. Η δήλωση «απευθύνεται κυρίως κατά της ψήφισης και της εφαρμογής μονομερών μέτρων καταναγκασμού που παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο και τα ανθρώπινα δικαιώματα των προσώπων που υπόκεινται σε αυτά τα μέτρα».

Ο Υπουργός, επίσης, τόνισε ορισμένα σημεία της διακύρηξης, όπως το σημείο νούμερο 6, το οποίο επιβεβαιώνει την αντίθεση στη μονομέρεια και στα μέτρα καταναγκασμού που επιβάλλουν ορισμένα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών κυρώσεων, χρηματιστικών ή εμπορικών οι οποίες δεν είναι σύμφωνες με το διεθνές δίκαιο, το Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, τους κανόνες και τις αρχές που διέπουν τις ειρηνικές σχέσεις μεταξύ των κρατών.

Ο κ. Arreaza είπε ότι το ψήφισμα επίσης υπερασπίζεται την πολυμερή απέναντι στη μονομερή προσέγγιση. Τα κράτη μέλη, όλα, να μην αναγνωρίζουν, να μην υιοθετούν κι ούτε να εφαρμόζουν μονομερώς μέτρα καταναγκασμού ή νόμους ετεροδικίας ή οικονομικές κυρώσεις.

«Υπάρχει μια παράγραφος αφιερωμένη στις οικονομικές κυρώσεις, όπως αυτές που επιβάλλονται εναντίον της Ρωσίας, του Ιράν και της Βενεζουέλας, η οποία καταδικάζει τη μονομερή εφαρμογή των οικονομικών και εμπορικών μέτρων από ένα κράτος εναντίον άλλου που επηρεάζουν την ελεύθερη κυκλοφορία στο διεθνές εμπόριο», πρόσθεσε ο υπουργός Εξωτερικών της Λαϊκής Εξουσίας της Βενεζουέλας.

Κατά τον ίδιο τρόπο η δήλωση επιβεβαιώνει ότι οι βασικές ανάγκες, τα τρόφιμα ειδικότερα, δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ως εργαλεία για την άσκηση πολιτικής πίεσης, καθώς ορισμένες από τις κυρώσεις περιορίζουν τις συναλλαγές τους

Ο υπουργός, στη συνέχεια, υπογράμμισε το τμήμα στο οποίο το Κίνημα εκφράζει αλληλεγγύη, παρέχοντας πολιτική, ηθική και υλική υποστήριξη σε περίπτωση βλάβης μιας χώρας τόσο από οικονομική όσο και από πολιτική ή στρατιωτική άποψη, πάντα με σεβασμό της ασφάλειάς της, της πολιτικοποίησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή ως αποτέλεσμα της επιβολής κυρώσεων ή μονομερών εμπάργκο που δεν είναι σύμφωνες με το νόμο.

«Με τη δήλωση αυτή δεσμευόμαστε να βοηθήσουμε τις χώρες που αντιμετωπίζουν κυρώσεις ή στρατιωτική απειλή, η οποία επίσης απορρίπτεται και απορρίπτεται ομόφωνα», τόνισε.

Ο Υπουργός Arreaza εξήγησε χάρη στην πρόταση της Βενεζουέλας, από την Προεδρία της NΑΜ, με τη Διακήρυξη αυτή συγκροτείται ένα Παγκόσμιο Μέτωπο για την Ειρήνη, του οποίου τη βάση θα αποτελέσουν αυτά τα 120 κράτη, με στόχο να συμπεριληφθούν και άλλα κράτη «που πιστεύουν στην ειρήνη, στο διεθνές δίκαιο και όχι στον πόλεμο».

Πηγή lantidiplomatico.it

Μετάφραση Μουρατίδης Γιώργος

Διαβάστε περισσότερα...

Ανδρισμός και οι φασιστικές ομάδες, του Νίκου Μαρκέτου

4.         Ανδρισμός και οι φασιστικές ομάδες

Η ομάδα ως πρώιμη μητέρα

Ομοιογενείς ομάδες

Μισογυνισμός, ομοφοβία, ομοφυλοφιλία

Όπως αναφέρθηκε  «η υπεροχή της ομάδας» είναι ένα από τα «κινητοποιητικά πάθη» του φασισμού για τα οποία κάνει λόγο ο Robert Paxton. Έτσι η εξερεύνησή της σχέσης μεταξύ φασισμού και ανδρισμού μας οδηγεί στην εξερεύνηση των ομάδων.

Οι φασιστικές οργανώσεις στην αρχή ήταν κατά κανόνα ανδρικές. Ήταν, ένα είδος βίαιων αδελφοτήτων ή συμμοριών, οι οποίες έβλεπαν τη βία τόσο ως κάθαρση όσο και αρρενωπή. Μπορούμε να δούμε την ιδεολογία του φασισμού στην  αρχική του μορφή πριν την ανάληψη της εξουσίας (για το Μουσολίνι ήταν το 1922, για τον Χίτλερ το 1933), όπου επικρατούσε μια κατάσταση μη πραγματικού, όπου το απαράδεκτο κοινωνικά και ανθρωπολογικά διεκηρύσσετο ανοικτά ως επιθυμητό με έναν επιδεικτικό και προκλητικό τρόπο.

Η ομάδα ως πρώιμη μητέρα

Ορισμένοι τύποι αρσενικών ομάδων συνιστούν μια προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος της ανδρικής ταυτότητας, επιτελώντας ένα διπλό ρόλο: τον ρόλο της πρώιμης μητέρας με την οποία το άτομο συγχωνεύεται· και μιας αρσενικής ταυτότητας που δημιουργεί ένα τεχνητό μιμητικό ανδρισμό. Η συγχώνευση των ανδρών μεταξύ τους συμπληρωμένη από τα σύμβολα και τα παρελκόμενα του ανδρισμού, όπως οι παρελάσεις, οι όρκοι πίστης, οι στολές, τα όπλα, οι χαιρετισμοί, δημιουργούν τη μανιακή φαντασία υπερ-ανδρικότητας - και παντοδυναμίας. Αυτή η κατασκευή του ανδρισμού είναι στην πραγματικότητα μια «μασκαράτα». 

 Η συγχώνευση με την πρώιμη μητέρα είναι ευνουχιστική και τρομάζει. Το αγόρι για να σώσει το εγώ του από την πλήρη αφομοίωση με την μητέρα, κατασκευάζει αφ’ ενός έναν κόσμο φαλλικών συμβόλων  και «μεγάλων οργάνων» και αφ’ ετέρου ένα εχθρικό κόσμο όπου πρέπει να αγωνιστεί για να αποδείξει την αξιοπρέπεια και την αρρενωπότητά του. Η δική του επιθυμία να αφομοιωθεί και να ενσωματωθεί με την μητέρα παραμένει βαθιά κρυμμένη (Wieland C., 2015).

Ο Didier Anzieu με την έννοια  «η αυταπάτη της ομάδας» περιγράφει την παλλινδρομημένη ομάδα ως πρώιμη μητέρα που περιβάλλει τα πάντα και στην οποία τα μέλη αναζητούν συγχώνευση με την ομάδα / μητέρα. Η παντοδυναμία που δημιουργείται με αυτόν τον τρόπο οφείλεται στην αυταπάτη της συγχώνευσης με το  πρωταρχικό αντικείμενο.   Ο Anzieu γράφει, χρησιμοποιώ τον όρο «αυταπάτη της ομάδας» για να υποδηλώσω την αναζήτηση  στην ομάδα μιας συλλογικής συμβιωτικής κατάστασης (Anzieu D., 2001).

Οι ομάδες αυτές συχνά αναφέρουν θέματα όπως για ένα χαμένο παράδεισο, ή την ανάκτηση ενός ιερού τόπου που εκφράζουν αλληγορικά τις ελπίδες για την πλήρη εκπλήρωση που θα προσφέρει η ομάδα.

Στο ίδιο πνεύμα ο Werner Bohleber (2003) περιγράφει την παλινδρομημένη φαντασία της ομάδας ως ναρκισσιστική συγχώνευση με το πρωταρχικό αντικείμενο, τη μητέρα. Η τελειότητα της συγχώνευσης μητέρας /παιδιού είναι το πρωτότυπο της ναρκισσιστικής παντοδυναμίας και αναφέρεται σε μια φαντασίωση μιας προγεννητικής τελειότητας, ενός τόπου επέκτασης (Grunberger 1971)

Ο Bohleber συνδέει την ναρκισσιστική συγχώνευση που δεν επιτρέπει τον πλουραλισμό, με την ιδέα της αγνότητας, που είναι τόσο σημαντική σε φασιστικές και φονταμενταλιστικές ομάδες. Αυτό που μολύνει είναι ο άλλος, ο ξένος. Αυτός ο άλλος είναι συχνά, σε πολλές θρησκευτικές ομάδες, το θηλυκό σώμα. «Το θηλυκό σώμα», συνεχίζει ο  Bohleber, «χρεώνεται με ιδιαίτερα ισχυρή δύναμη να ρυπαίνει, να αποπλανεί, και να καταστρέφει. Χρησιμεύει επίσης ως μια αλληγορία για την κατάσταση στην κοινωνία που βλέπει τον εαυτό της να απειλείται από σαγηνευτικές, δυνάμεις του κακού» (Bohleber 2003).

Η ομοιογενής αρσενική ομάδα είναι απαραίτητα και εξ ορισμού μια παρανοϊκή ομάδα. Καθώς  μαζί με την κεντρική φαντασίωση της ένωσης με τη μητέρα, προκύπτει και το φάντασμα της θηλυκότητας,  η ομοιογενής αρσενική ομάδα είναι συνεπαρμένη και παντοδύναμη από τη μία πλευρά, αλλά και παρανοϊκή από την άλλη. Ο ευνουχισμός, η εξόντωση και η ταπείνωση απειλούν να αναστρέψουν την παλίρροια της παντοδυναμίας (Wieland C., 2015).  Όταν απειληθούν οι ατομικές άμυνες, το μέλος μιας τέτοιας ομάδας φαντασιώνει ότι μπαίνει στη θέση του τιμωρού που απονέμει σκληρή εκδικητική δικαιοσύνη. Η βία είναι μια προσπάθεια να σώσει τον εαυτό και τον ανδρισμό του όχι μόνο από την ταπείνωση και τον ευνουχισμό, αλλά και από την εκμηδένιση. Αυτός ο τύπος βίας διεισδύει σε φασιστικές και φασιστοειδείς οργανώσεις.

Ομοιογενείς ομάδες

Σε κάποιο βαθμό όλες οι ομάδες λειτουργούν με βάση την αρχή της ομοιότητας. Υπάρχει κάτι που ενώνει τα μέλη, και το μοιράζονται – ένας στόχος ή ένα ιδανικό που συμβολίζεται από τον ηγέτη ή την ιδεολογία. Όπως το έθεσε ο Freud μοιράζονται το ίδιο ιδεώδες του εγώ. Έτσι, σε κάποιο βαθμό η ταύτιση με το ιδεώδες της ομάδας και τον ηγέτη υπάρχει στις περισσότερες ομάδες τις οποίες δεν θα περιγράφαμε ως καταστροφικές. Το ερώτημα  είναι ο τύπος της ταύτισης, καθώς  και το κατά πόσο έχει εξαλείψει άλλες ταυτίσεις και εσωτερικές αντικειμενοτρόπες σχέσεις ή συνυπάρχει με αυτές.  Ο Freud είδε την ενδοβολή ως το κύριο μηχανισμό στην ταύτιση. Η ενδοβολή ενός αγαπημένου αντικειμένου θα οδηγήσει στην δημιουργία ενός καλοήθους εσωτερικού κόσμου. Αλλά ως προς την Ψυχολογία ομάδας,  όπως αναφέρθηκε ήδη, είδε ότι τα μέλη της ομάδας έχουν υποκαταστήσει το δικό τους ιδεώδες του εγώ με τον ηγέτη και ως εκ τούτου έχουν ταυτιστεί μαζί του. Αυτός είναι ο μηχανισμός με τον οποίο λειτουργούν οι ομάδες και μπορούμε να πούμε ότι όσο πιο παλινδρομημένη είναι η ομάδα τόσο ισχυρότεροι και πιο διάχυτοι είναι αυτού του είδους οι μηχανισμοί.

Μέσα σε μια τέτοιου πνεύματος μανιακή ομάδα, η οποία μετατρέπει τους απλούς ανθρώπους  σε ηρωικές μορφές, χάνει κανείς την ανιαρή και συχνά περιφρονημένη ταυτότητα του εαυτού του. Αυτό μπορεί να συμβεί σε μια προσωρινή κατάσταση, όπως η παρακολούθηση μιας πολιτικής ή θρησκευτικής συνάντησης, μιας συναυλίας ροκ ή ακόμα και ενός ποδοσφαιρικού αγώνα. Ο συμμετέχων  μιας τέτοιας ομάδας συγχωνεύεται με τους άλλους και με τον ηγέτη / performer και αισθάνεται συνεπαρμένος, μεγαλύτερος από τον εαυτό του. Μπορεί να είναι μια διαφυγή από τις καθημερινές δυσκολίες της ζωής. Ωστόσο, όταν εξαφανίζεται το εγώ μέσα σε μια ομάδα όπως γίνεται σε μια φασιστική ομάδα συμβαίνει κάτι πολύ ανησυχητικό και πολύ πιο μόνιμο - η δημιουργία ενός παθολογικού οργανισμού.

Ο R.D. Hinshelwood (2007) διακρίνει μεταξύ εποικοδομητικών και καταστροφικών ομάδων. Περιγράφει ως εποικοδομητικές ομάδες αυτές που το ιδεώδες του εγώ- συνυπάρχει με το ιδεώδες της ομάδας και διατηρείται ο διαχωρισμός ανάμεσα στο εγώ  και το ιδεώδες του εγώ.  Ως καταστροφικές ομάδες, περιγράφει  εκείνες που το ιδεώδες της ομάδας έχει υποκαταστήσει το ιδεώδες του εγώ.  Ο Otto Kernberg (2003) υποστηρίζει ότι οι παλινδρομημένες ομάδες παρουσιάζουν τις ίδιες αμυντικές λειτουργίες, όπως εκτίθενται σε σοβαρές διαταραχές της προσωπικότητας. Σημαντικές άμυνες που συνδέονται με αυτές τις διαταραχές είναι: η πρωτόγονη διασχιστική διάσπαση, σύμφωνα  με την οποία τα αντικείμενα βιώνονται είτε ως ολοκληρωτικά καλά είτε ως ολοκληρωτικά κακά με συνακόλουθες πλήρεις αλλαγές και ανατροπές σε αντιλήψεις και συναισθήματα για ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Η άρνηση των απαράδεκτων συναισθημάτων και παρορμήσεων, και η επισύναψη τους στον άλλον (προβολή). Η άρνηση και η προβολή είναι αλληλένδετες άμυνες, επηρεάζουν τον έλεγχο της πραγματικότητας και ενισχύουν τη διάσπαση, διάσχιση, και μόνωση του συναισθήματος. Οι αντικοινωνικές τάσεις προκύπτουν από ναρκισσιστική οργή, φθόνο, δικαιωματικότητα, και αρχαϊκές εγωκεντρικές στάσεις. Με τέτοιες αμυντικές λειτουργίες δεν μπορούν να  επιτευχθούν υψηλότερα επίπεδα ηθικής ανάπτυξης.

Ο Kernberg διακρίνει μια ναρκισσιστική και μια παρανοϊκή αντίδραση στο έντονο άγχος σε παλινδρομημένες ομάδες. Η ναρκισσιστική ομάδα θα επιλέξει ένα ναρκισσιστή ηγέτη ο οποίος απολαμβάνει να είναι το κέντρο της προσοχής και ο οποίος θα καθησυχάσει την ομάδα, που θα προσκολληθεί  πλέον παθητικά σ’ αυτόν, με αντάλλαγμα να πάρει φροντίδα και ασφάλεια. Η επιθετικότητα και ο φθόνος είναι απαρνημένα και εμποδίζονται να αναδυθούν μέσα από την παθητικότητα και την καλλιέργεια της εικόνας ενός «καλοήθους» ηγέτη.  Στην περίπτωση μιας παρανοϊκής ομάδας, η ομάδα επιλέγει για ηγέτη μια παρανοϊκή προσωπικότητα που προετοιμάζει την ομάδα για μάχη ενάντια στους εχθρούς της. Όλη η επιθετικότητα προβάλλεται έξω από την ομάδα και η επιθετικότητα εντός της ομάδας μετατρέπεται σε αφοσίωση προς την ομάδα και τον ηγέτη. Υπάρχει αμοιβαία ταύτιση μεταξύ των μελών.  Αλλά ο Kernberg μιλά για μια τρίτη, πολύ πιο καταστροφική πιθανότητα - μια συμπύκνωση των παρανοϊκών και ναρκισσιστικών στοιχείων που είδε στο σύνδρομο του κακοήθους ναρκισσισμού. Κατ’ αυτόν είναι ένας συχνός συνδυασμός που παρατηρείται στην ολοκληρωτική ηγεσία. «Ο ηγέτης που χαρακτηρίζεται από κακοήθη ναρκισσισμό», γράφει, βιώνει και εκφράζει ένα υπέρμετρο μεγαλείο, έχει ανάγκη να τον αγαπούν, να τον θαυμάζουν, να τον φοβούνται και να υποτάσσονται σ’ αυτόν, δεν μπορεί να ανεχτεί την διατύπωση αντίθετης γνώμης και εισπράττει κάθε εκδήλωση που είναι σε αντίθεση με τις επιθυμίες του ως σαδιστική, εσκεμμένη και ιταμή επίθεση εναντίον του.

Σύμφωνα με την Wieland,  η έννοια του κακοήθους ναρκισσισμού συμπίπτει με τον φασίστα  ηγέτη και την ομάδα του. Η ομάδα ενός τέτοιου ηγέτη δεν είναι απλώς  υποτακτική. Η «έντονη εξιδανικεύουσα αφοσίωση» και η αγάπη και ο θαυμασμός για το οποίο μιλά ο Kernberg αλλάζει την ομάδα σε στιγμές έξαρσης. Τότε η υποτακτική ομάδα παύει να υφίσταται. Αντ' αυτού η ομάδα μετέχει της παντοδυναμίας του ηγέτη και οι οπαδοί προάγονται στο επίπεδο της ένδοξης ύπαρξης του (Wieland C., 2015).

Ο Kernberg περιέγραψε τον κακοήθη ναρκισσισμό ως ένα σύνδρομο που περιλαμβάνει ένα ακραίο μείγμα ναρκισσισμού, αντικοινωνικής διαταραχής προσωπικότητας επιθετικότητα, και σαδισμό.  Ο κακοήθης ναρκισσιστής παρουσιάζει παθολογική μεγαλομανία, ελλειμματική ανάπτυξη της ηθικής βούλησης με χαρακτηριστικές εκδηλώσεις χαιρέκακης βαναυσότητας, σαδισμού και ψυχολογική ανάγκη για εξουσία (Kernberg, 1997).

Η πατρότητα του όρου ανήκει στον Erich Fromm (1964), ο οποίος χαρακτήρισε  τον κακοήθη ναρκισσισμό ως «την πιο σοβαρή παθολογία και τη ρίζα της πιο φαύλης καταστροφικότητας και απανθρωπιάς» (Fromm, 1964).

  Ο ηγέτης των ομοιογενών αρσενικών  ομάδων, είναι ένας πατέρας, ο οποίος δύσκολα μπορεί να διαφοροποιηθεί από την φρενήρη μητέρα στην τραγωδία του Ευριπίδη Βάκχες - εκτός από την αρσενική μεταμφίεση του (Wieland C., 2015).  Ο αρσενικός ηγέτης μιας ομοιογενούς ανδρικής ομάδας διακηρύσσει τον ανδρισμό του ανατρέποντας πραγματικές ή φανταστικές ταπεινώσεις και προσβολές  του ανδρισμού του και του ανδρισμού της ομάδας του. Η καταστροφή της διαφοροποίησης και η καταστροφή του πλουραλισμού οδηγεί την ομάδα σε έναν παρανοϊκό κόσμο και στην καταστροφικότητα και τη βία ως ιδεώδες.

Όλες οι ανθρώπινες σχέσεις που είναι εκτός ομάδας εξαλείφονται. Μαζί με αυτές, εξαλείφεται και η διαφορά. Η αποστέρηση της ανθρώπινης ιδιότητας του άλλου απεικονίζεται τραγικά στις Βάκχες. Ο Πενθέας δεν αναγνωρίζεται ως ανθρώπινος – τον κυνηγούν εκλαμβάνοντας τον για λιοντάρι. Η μητέρα του Αγαύη δεν αναγνωρίζει τον γιο της. Η μανιακή ομάδα θα μπορούσε να λεχθεί ότι είναι το πρωτότυπο της ομοιογενούς παλινδρομημένης ομάδας όπου η διαφορά δεν αναγνωρίζεται.

Η ακραία βία του παρανοϊκού ηγέτη και της παρανοϊκής ομάδας γίνεται μέρος της έκστασης. Όπως και στις Βάκχες η βία γίνεται συναρπαστική και θριαμβευτική. «Η βία είναι όμορφη», δήλωναν οι Ιταλοί φασίστες και ο Walter Benjamin είδε τον πόλεμο ως «την ύστατη φασιστική αισθητική εμπειρία» (Paxton 2004)

Μισογυνισμός, ομοφοβία, ομοφυλοφιλία

Η σύνδεση μεταξύ του φασισμού της (ανδρικής) ομοφυλοφιλίας και του σαδομαζοχισμού έχει επανειλημμένα επισημανθεί σε λαϊκά μέσα ενημέρωσης και κινηματογραφικές αναπαραστάσεις.  Η ομοφοβία υπάρχει σε πολλές θεωρίες του ολοκληρωτισμού. Η επίμονη επανάληψη αυτών των αναπαραστατικών στερεοτύπων έχει σφυρηλατήσει μια τόσο ισχυρή σχέση ώστε σήμερα ακόμη και οι προοδευτικοί ομοφυλόφιλοι είναι πεπεισμένοι ότι «πολλά από τα κύρια στοιχεία της γκέι κουλτούρας συνιστούν ένα βάλτο στο οποίο ο φασιστικός ιός μπορεί να ευδοκιμήσει.

Η άποψη του Freud είναι ότι υπάρχει μια σαφής, αν και πολύπλοκη σχέση μεταξύ του κοινωνικού δεσμού και της μετουσιωμένης / ανεσταλμένης σεξουαλικής επιθυμίας, ειδικά της ομοφυλοφιλικής επιθυμίας. Οι δεσμοί που συνδέουν τα μέλη της ομάδας μεταξύ τους και με τον αρχηγό  είναι / λιβιδινικοί. Στην παλινδρόμηση των μελών σε προηγούμενα αναπτυξιακά στάδια του ανθρώπινου ψυχισμού, που παρατηρείται στην ομάδα, φαίνεται ότι σχηματίζονται ομοερωτικές επιλογές αντικειμένων (van de Wiel R.)

Η ιδέα της σύνδεσης του φασισμού με την σεξουαλικότητα προέρχεται από τον Wilhelm Reich. Η περιγραφή του, ωστόσο, για τον φασισμό, ότι υπαγορεύει την απώθηση της «φυσικής», γεννητικής  «οργασμικής» ικανοποίησης για να δεσμεύσει τις μάζες, οδηγώντας σε μια «παλινδρόμηση προς την παθητική και μαζοχιστική ομοφυλοφιλία» επαναλαμβάνει τον ισχυρισμό του Φρόιντ στην Ομαδική Ψυχολογία ότι «τα ομοφυλόφιλα ένστικτα αγάπης εκτρέπονται για να αποτελέσουν ισχυρούς δεσμούς ομάδων».

Τίθεται επομένως το ερώτημα σχετικά με το ποιοι ψυχολογικοί μηχανισμοί μετασχηματίζουν την πρωτογενή σεξουαλική ενέργεια σε συναισθήματα που συγκρατούν τις μάζες μαζί. Ο Freud αντιμετωπίζει το πρόβλημα με την ανάλυση των φαινομένων που καλύπτονται από τους όρους υποβολή και υποβολιμότητα. Αναγνωρίζει την υποβολή ως «καταφύγιο» ή «οθόνη» που αποκρύπτει τις «σχέσεις αγάπης». Είναι απαραίτητο η «σχέση αγάπης» πίσω από την υποβολή να παραμένει ασυνείδητη. Ο Φρόυντ επικεντρώνεται στο γεγονός ότι σε οργανωμένες ομάδες όπως ο στρατός ή η Εκκλησία δεν υπάρχει καμία αναφορά αγάπης μεταξύ των μελών ή εκφράζεται μόνο με ένα μετουσιωμένο και έμμεσο τρόπο, μέσω της μεσολάβησης κάποιας θρησκευτικής εικόνας στην αγάπη της οποίας τα μέλη ενώνονται και της οποίας την αγάπη που τους περικλείει όλους, υποτίθεται ότι την μιμούνται στη στάση τους μεταξύ τους. Φαίνεται ότι στην φασιστική κοινότητα η αναφορά στην αγάπη αποκλείεται σχεδόν τελείως. Βασικός σκοπός της φασιστικής ηγεσίας είναι να κρατήσει την πρωτογενή λιβιδινική ενέργεια σε ασυνείδητο επίπεδο. H αχαλίνωτη αγάπη διαμορφώνεται σε υπακοή. Το λιβιδινικό pattern του φασισμού και ολόκληρη η τεχνική των φασιστών δημαγωγών είναι αυταρχικό. Αυτό που ξυπνάει ο ηγέτης είναι η ιδέα μιας εξέχουσας και επικίνδυνης προσωπικότητας, προς την οποία είναι εφικτή μόνο μια παθητική-μαζοχιστική στάση.

Όπως αναφέρθηκε στην φασιστική ομάδα συντελείται μια συμβολική συγχώνευση με την αρχαϊκή μητέρα (Wieland C., 2015).  Αυτή η συγχώνευση είναι ευνουχιστική και τρομάζει- θυληκοποιεί το υποκείμενο. Η θηλυκότητα που εμπλέκεται σε μια τέτοια συγχώνευση, προβάλλεται προς τα έξω, με την δαιμονοποίηση και την περιφρόνηση του θηλυκού, και την δίωξη των «θυληκοποιημένων» Εβραίων.

Μισογυνισμός και ο αντισημιτισμός είναι αλληλένδετες  έννοιες. Πολλές ταινίες και μυθιστορήματα της εποχής, απεικόνισαν τη μοιραία έλξη για την γυναίκα και την έκσταση που σχετίζεται με τη διάλυση του εγώ  μέσα σε μια παθιασμένη σεξουαλική ένωση. Αυτή η παθιασμένη σεξουαλική ένωση θα μπορούσε να θεωρηθεί αφενός ως έκσταση και από την άλλη ως άνδρας που κατασπαράζεται από μια «βαμπίρ γυναίκα» (Horney, K. 1971).

Ο υπερτονισμένος ανδρισμός είναι μια άμυνα στην προοιδιποδιακή συγχώνευση και σύντηξη με την μητέρα. Η άλλη όψη που συνδέεται με την ικανοποίηση αυτής της συγχώνευσης,  είναι ο μαζοχισμός (Studlar G., 1985).

Αυτή η ανάλυση έδωσε επιστημονική αξιοπιστία στη σχέση μεταξύ ομοφυλοφιλίας, σαδομαζοχισμού και φασισμού που προέκυψε από τον αντιφασιστικό προπαγανδιστικό υλικό.

Οι φασίστες  καταπολέμησαν αμείλικτα την ομοφυλοφιλία.  Αντίθετα πρόβαλαν ένα μοντέλο υπερανδρικότητας  στην προσπάθεια να επιβεβαιωθεί η ετεροφυλοφιλική τους αρρενωπή ταυτότητα.

Διαβάστε περισσότερα...
Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS

Επικοινωνήστε με το Σχέδιο β'

Σολωμού 13, Εξάρχεια, 2ος όροφος (5μμ - 10μμ)

info@sxedio-b.gr

2108224344