Θρησκειολογία ή Θρησκευτικά, η κορυφή του παγόβουνου και ο γόρδιος δεσμός μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας

Θρησκειολογία ή Θρησκευτικά,  η κορυφή του παγόβουνου και ο γόρδιος δεσμός μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας

Νομική υπόσταση της Θρησκευτικής  Ελευθερίας1

Του Γιάννη Περάκη, Οικονομολόγου

Η θρησκευτική ελευθερία η οποία θεωρείται ως ειδικότερη μορφή της ελευθερίας της γνώμης και της εν γένει πνευματικής ελευθερίας, συνιστά ένα από τα πρώτα ατομικά  δικαιώματα που  διεκδικήθηκαν ήδη από τον 16ο αιώνα στον ευρωπαϊκό χώρο. Η θρησκευτική ελευθερία σύμφωνα με το ισχύον Σύνταγμα, ερμηνεύεται σε δύο επίπεδα:

  • Αφενός από το Ελληνικό Σύνταγμακαι κυρίως από το άρθρο 13 Συντάγματος των Ατομικών και Κοινωνικών Δικαιωμάτων.
  • Αφετέρου δε από τις διεθνείς συμβάσεις που έχει υπογράψει η Ελλάδα και τους παραδεδειγμένους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου.

Η διπλή αυτή ερμηνεία κατοχυρώνεται άλλωστε από το άρθρο 28 Συντάγματος, όπου ορίζεται και η κατίσχυση του διεθνούς επί του εσωτερικού δικαίου. Το Ελληνικό Σύνταγμα κατοχυρώνει τη θρησκευτική ελευθερία ως αντικειμενικό κανόνα δικαίου και ως ατομικό δικαίωμα. Με την αντικειμενική της μορφή η θρησκευτική ελευθερία ταυτίζεται με την ανεξιθρησκία, με την αρχή δηλαδή κατά την οποία Θρησκευτική ελευθερία είναι ελεύθερη και ανεκτή οποιαδήποτε πίστη σε οποιοδήποτε δόγμα. Η Θρησκευτική συνείδηση είναι η ενδιάθετη πίστη και η εξωτερίκευση της προς οποιοδήποτε δόγμα για την υπόσταση του θείου:

i) Η θρησκευτική συνείδηση έχει την εσωτερική και την εξωτερική της πλευρά. Η εσωτερική δηλαδή η αθέατη, αφορά την πίστη του ανθρώπου σε οποιοδήποτε ή και σε κανένα θρησκευτικό δόγμα. Η εξωτερική πλευρά της θρησκευτικής συνείδησης αναφέρεται στην προς τα έξω εκδήλωση των θρησκευτικών πεποιθήσεων του ατόμου.

ii) Κατά το Σύνταγμα η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη (άρθ. 13 § 1 εδ.).

α) και σημαίνει το δικαίωμα καθενός να πρεσβεύει ή να μην πρεσβεύει κάποιο δόγμα όπως επίσης και το δικαίωμά του να εκδηλώνει ή να μην εκδηλώνει τις οποιεσδήποτε θρησκευτικές πεποιθήσεις του. Εν προκειμένω τονίζεται μια ιδιαίτερα λεπτή διάκριση ανάμεσα στη θρησκευτική ελευθερία και στην ελευθερία πεποιθήσεων. Η μεν θρησκευτική ελευθερία αναφέρεται στο θρησκευτικό χώρο και διαπραγματεύεται τις έννοιες της θρησκείας, της λατρείας και την άσκησή τους. Η δε ελευθερία πεποιθήσεων περιλαμβάνει τόσο τη θρησκευτική όσο και την ελευθερία των φιλοσοφικών και πολιτικών πεποιθήσεων. Εν τούτοις, ενώ στις διεθνείς συμβάσεις και διακηρύξεις υπάρχει ενιαία κατοχύρωση και των δύο πλευρών, στο Σύνταγμα μας, στο επίμαχο άρθρο 13, κατοχυρώνεται μόνο η ελευθερία των θρησκευτικών πεποιθήσεων. Ο συντακτικός νομοθέτης αναφέρει ρητά : «Ολοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων». Η αναγνώριση θρησκευτικού δικαιώματος προϋποθέτει, όπως προαναφέρθηκε, την ύπαρξη θρησκείας και λατρείας. Υπό την προστασία Συντάγματος περιλαμβάνεται κάθε θρησκεία που αναφέρεται στο «καλό θείο», στην «καλή ανώτερη δύναμη». Επιπλέον η ρητή αναφορά του Συντάγματος στα «χρηστά ήθη», δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας ως προς τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της θρησκείας. Η δε λατρεία είναι εκείνη η μορφή συμπεριφοράς και ενεργειών του ανθρώπου, που σύμφωνα με την προσωπική κρίση και το δόγμα πίστεως, εκδηλώνει εξωτερίκευση στο θείο. Το Σύνταγμα σαφώς ορίζει τον τρόπο άσκησης της λατρείας.

Επιμέρους δικαιώματα της θρησκευτικής συνείδησης

Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 13 Συντάγματος καθιερώνεται το απαραβίαστο της θρησκευτικής συνείδησης του ατόμου. Η θεωρία κάνει δεκτό ότι η προκείμενη ελευθερία αναλύεται στα εξής επιμέρους δικαιώματα :

α) την ελευθερία του ατόμου να πρεσβεύει τη θρησκεία της αρεσκείας του ή να μην πρεσβεύει καμία θρησκεία

β) την ελευθερία του ατόμου να διαμορφώνει, να διατηρεί, να μεταβάλλει ή και να αποβάλλει οποτεδήποτε τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις

γ) το δικαίωμα του ατόμου να εκδηλώνει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις και να τις διακηρύσσει ή διαδίδει ασκώντας όλα τα ατομικά του δικαιώματα (ελευθερία γνώμης, προφορικής, έγγραφης ή δια του τύπου, δικαίωμα συνάθροισης και συνεταιρισμού για θρησκευτικούς σκοπούς, ελευθερία θρησκευτικής/μη θρησκευτικής εκπαίδευσης) ή αντιστοίχως, να τις αποσιωπά και

δ) το δικαίωμα του ατόμου να μην υφίσταται δυσμενείς συνέπειες λόγω των θρησκευτικών του πεποιθήσεων (θρησκευτική ισότητα).

Αλλο επιμέρους δικαίωμα της θρησκευτικής συνείδησης είναι το δικαίωμα να πρεσβεύει κανείς οποιαδήποτε θρησκεία θέλει ή καμία θρησκεία, δηλαδή να είναι άθρησκος ή ακόμη και άθεος..

Επίσης πολύ σημαντικό είναι το δικαίωμα της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως θρησκευτικών πεποιθήσεων με βάση και τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας. Οσον αφορά το  δικαίωμα επιλογής θρησκεύματος και θρησκευτικής εκπαιδεύσεως και γενικότερα μορφώσεως των ανηλίκων ανήκει στους γονείς από κοινού, ως μέρος της γονικής μέριμνας στα πλαίσια της άσκησης επιμέλειας του προσώπου του ανηλίκου.

Πολύ λεπτό είναι το ζήτημα όταν οι γονείς έχουν επιλέξει την αθεΐα για το ανήλικο τέκνο τους (μη θρησκευτική διαπαιδαγώγηση) δεδομένου ότι βασική αποστολή του Κράτους είναι η παροχή παιδείας, η οποία σκοπεί και στην ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης (!). Εδώ θα πρέπει να θεωρηθεί ότι το Κράτος εξαντλεί την υποχρέωσή του με την πρόβλεψη θρησκευτικής διδασκαλίας ενώ παραλλήλως οι γονείς διατηρούν πλήρες το δικαίωμά τους να αποσύρουν τα παιδιά τους από τα θρησκευτικά, τον εκκλησιασμό και την προσευχή. 

Τέλος, υπάρχει το δικαίωμα να μην εξαναγκάζεται κανείς σε πράξεις ή παραλείψεις αντίθετες με τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις.

Εν κατακλείδι, το ισχύον Σύνταγμα περιλαμβάνει και μία νέα διάταξη σύμφωνα με την οποία «η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός».

Η κατοχύρωση στο άρθρο 3 Συντάγματος ως επικρατούσας θρησκείας της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 13 Συντάγματος γίνεται αναφορά σε επικρατούσα θρησκεία την οποία ο συντακτικός νομοθέτης διακρίνει από τις λοιπές γνωστές θρησκείες, καθιερώνοντας ωστόσο την ίση μεταχείριση αυτών με την επικρατούσα. Γνωστή θρησκεία είναι κάθε φανερή θρησκεία, δηλαδή κάθε θρησκεία που είναι προσιτή σε όποιον θέλει να την γνωρίσει. Είναι δηλαδή η θρησκεία που έχει μόνο φανερά δόγματα και σκοπούς, φανερή οργάνωση και τρόπους λατρείας. Επιπλέον, επικρατούσα θρησκεία είναι εκείνη στην οποία πιστεύει ο μεγαλύτερος αριθμός των πολιτών, και αποτελεί ως εκ τούτου την επίσημη θρησκεία του κράτους. Η επικρατούσα μάλιστα θρησκεία και πιο συγκεκριμένα, οι λειτουργοί της ορίζουν τη «γνωστή» ή όχι θρησκεία, απ΄ τη στιγμή που απαιτείται προηγούμενη άδεια ή έγκριση ορθόδοξου Μητροπολίτη της κρατούσης Εκκλησίας, για ίδρυση και λειτουργία χώρου λατρείας αλλόθρησκου ή ετερόδοξου.

Καταρχήν δεν δύναται να θεωρηθεί συνταγματικά ανεκτή η παρεμβολή οργάνων της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη διαδικασία ανέγερσης ναού ή ευκτήριου οίκου άλλης θρησκείας ή δόγματος, αφού με τον τρόπο αυτό διαταράσσεται η θρησκευτική ισότητα, με την επικρατούσα θρησκεία να ασκεί μία ιδιότυπη εξουσία επί των μειονοτικών θρησκευμάτων.

Φορείς

Φορείς ασκήσεως του δικαιώματος θρησκευτικής ελευθερίας είναι τόσο οι Έλληνες Πολίτες όσο και οι αλλοδαποί που βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια και μάλιστα ανεξαρτήτως του εάν βρίσκονται στην Ελλάδα νομίμως ή παρανόμως, οικειοθελώς ή παρά τη θέλησή τους. Είναι δε φορείς και φυσικά και νομικά πρόσωπα. Τα φυσικά πρόσωπα είναι με τον περιορισμό της ενηλικίωσης. Στις σχέσεις μεταξύ των πολιτών και κράτους, δεν επιτρέπεται διάκριση ως προς τις συμβατικές υποχρεώσεις λόγω θρησκευτικών διακρίσεων.

Περιορισμοί στην άσκηση της θρησκευτικής λατρείας

Η θρησκευτική ελευθερία και ακριβέστερα η άσκηση της θρησκευτικής λατρείας υπόκειται σε ορισμένους περιορισμούς, όπως άλλωστε συμβαίνει και σε όλα τ΄ άλλα ατομικά δικαιώματα. Πρόκειται για περιορισμούς / φραγμούς που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα, και είναι :

α) η δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη,

β) τα καθήκοντα έναντι του κράτους και η συμμόρφωση στους νόμους και

γ) η απαγόρευση ασκήσεως προσηλυτισμού.

α) Δημόσια τάξη και χρηστά ήθη

Το σύνταγμα ορίζει ότι «η άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. Στην ευρεία έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνονται και τα χρηστά ήθη, παρόλο που το Σύνταγμα διακρίνει αυτές τις δύο έννοιες. Όταν αναφερόμαστε στη δημόσια τάξη, εννοούμε το σύνολο των θεμελιωδών εκείνων πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών και ηθικών αρχών και αντιλήψεων που επικρατούν στην Ελλάδα σε συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. 

β) Καθήκοντα έναντι του Κράτους και συμμόρφωση στους νόμους

Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις δεν μπορούν να αποτελέσουν δικαιολογία για να απαλλαγεί κανείς από τις υποχρεώσεις του προς το Κράτος. Αν, για παράδειγμα, υπάρξει σύγκρουση μεταξύ των υποχρεώσεων του πολίτη απέναντι στο Κράτος και των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, τότε θα “υποχωρήσουν” οι δεύτερες. Π.χ. η εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων του πολίτη απέναντι στο Κράτος, τις οποίες κανένας δεν μπορεί να αρνηθεί επικαλούμενος τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Εξαιρετικής σημασίας είναι το ζήτημα των στρατιωτικών υποχρεώσεων από εκείνα τα άτομα, τα οποία για λόγους θρησκευτικούς ή ιδεολογικούς, αποκρούουν είτε τη στράτευση γενικώς είτε την ένοπλη υπηρεσία στο στράτευμα (αντιρρησίες συνείδησης). Ο νόμος προβλέπει την άοπλη ή εναλλακτική θητεία για όσους επικαλούνται τις θρησκευτικές ή ιδεολογικές τους πεποιθήσεις προκειμένου να μην εκπληρώσουν τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις για λόγους συνειδήσεως. Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, βλέπουμε ότι ο πολίτης δε μπορεί να απαιτήσει ευμενείς διακρίσεις λόγω της θρησκείας που πρεσβεύει, απ΄ τη στιγμή που η κρατική εξουσία τηρεί στάση ουδετερότητας (έστω και μερικής όπως στο Ελληνικό Σύνταγμα) έναντι όλων των γνωστών θρησκειών. Πρόκειται για τους γενικής ισχύος νόμους, όπως είναι ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας ή ο Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός.Ετσι, π.χ. η θρησκευτική ελευθερία υποχωρεί εάν πρόκειται για υποχρεωτικό εμβολιασμό εν όψει επιδημίας κ.ά.

γ) Απαγόρευση ασκήσεως προσηλυτισμού

Το Σύνταγμα ρητώς ορίζει ότι «ο προσηλυτισμός απαγορεύεται». Συνεπώς η απαγόρευση ασκήσεως προσηλυτισμού αφορά πλέον σε κάθε «γνωστή» θρησκεία και όχι μόνο κατά της επικρατούσας θρησκείας. Κρίσιμο μέγεθος για την εφαρμογή της συνταγματικής απαγόρευσης συνιστά η έννοια του προσηλυτισμού, εν όψει και της συνταγματικώς κατοχυρωμένης θρησκευτικής ελευθερίας, έκφανση της οποίας είναι, όπως ήδη αναφέρθηκε και η διάδοση των θρησκευτικών πεποιθήσεων και η θρησκευτική διδασκαλία. Το περιεχόμενο της έννοιας του προσηλυτισμού δεν προσδιορίζεται στον Ποινικό Κώδικα αλλά σε δύο προγενέστερα αυτού νομοθετήματα της μεταξικής δικτατορίας. Πρόκειται για το άρθρο 4 § 2 του Α. Ν. 1363/38, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Α. Ν. 1672/39 – νόμων των οποίων ο σκοπός όπως προκύπτει και από τον τίτλο τους, ήταν η ερμηνεία των άρθρων 1 και 2 του τότε ισχύοντος Συντάγματος (1911), που απαγόρευε τον προσηλυτισμό κατά της επικρατούσας θρησκείας.

Η θεωρία, στο παρελθόν είχε επισημάνει πολλές φορές τα προβλήματα συνταγματικότητας της εν λόγω διάταξης. Κατά συνέπεια επείγει η αντικατάσταση των διατάξεων αυτών στο σύνολό τους με ένα σύγχρονο νομοθέτημα, το οποίο θα καλύπτει όλα τα σχετικά με τη θρησκευτική ελευθερία ζητήματα και βεβαίως και τα σχετικά με τον προσηλυτισμό.

Θρησκειολογία ή Θρησκευτικά

Το μάθημα των θρησκευτικών ανάλογα με τον τρόπο διδασκαλίας του χαρακτηρίζεται "ομολογιακό", εννοώντας περίπου ότι συνιστά διδασκαλία ενός δόγματος, ή "γνωσιολογικό", σε περιπτώσεις που προσεγγίζει το θέμα της θρησκείας ως γνωστικό αντικείμενο.

Λένε πως ο όρος θρησκειολογία παράγεται από τις ελληνικές λέξεις θρησκεία + λόγος. Σύμφωνα με έναν γενικό ορισμό «Θρησκειολογία ονομάζεται η επιστήμη, που ασχολείται με την επιστημονική έρευνα και μελέτη των θρησκειών του κόσμου». Στην Ελλάδα η Θρησκειολογία ξεκινά το έργο της το 1931 με την ίδρυση αντίστοιχης έδρας στη Θεολογική Σχολή της Αθήνας. Οι πρώτοι καθηγητές που δίδαξαν Θρησκειολογία ήταν ο Νικόλαος Λούβαρις και ο Λεωνίδας Φιλιππίδης. Η Θρησκειολογία, με τη σημερινή της έννοια περιλαμβάνει τρεις ισοδύναμες επιστήμες. Αυτές είναι:  

α) η Ιστορία των Θρησκευμάτων

β) η Συγκριτική Θρησκειολογία και

γ) η Φαινομενολογία της Θρησκείας. Θα πρέπει όμως να τονίσουμε ότι δεν περιορίζεται σε μια ιστορική έρευνα, αλλά ότι ασχολείται με τη Θρησκεία γενικά και ότι έργο της είναι να μελετά την παγκόσμια θρησκευτική εμπειρία με τρόπο ενιαίο, χωρίς να απομονώνει τα θρησκευτικά σύνολα που μελετάει. Εκτός από τις τρεις επιστήμες, που αναφέρθηκαν πιο πάνω και είναι ουσιαστικά η βάση της Θρησκειολογίας, υπάρχουν και τρεις εξίσου σπουδαίοι βοηθητικοί κλάδοι. Αυτοί είναι:

α) η Ψυχολογία της Θρησκείας

β) η Κοινωνιολογία της Θρησκείας και  

γ) η Φιλοσοφία της Θρησκείας.

Η διδασκαλία «δεδομένων περί θρησκείας» μέσα από άλλα μαθήματα στην περίπτωση της Γαλλίας

Η Γαλλία στο όνομα του κοσμικού κράτους (laïcité) και της θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους όπως αυτή περιγράφεται στο νόμο του 1905 για τον χωρισμό εκκλησίας και κράτους. Η μετάβαση από μια προσέγγιση της λαϊκότητας/εκκοσμίκευσης που αγνοεί τη θρησκεία (laïcité d'incompétence) σε μια που προωθεί την γνώση σχετικά με τις θρησκείες (laïcité d'intelligence), με την κυρίως στόχευση της βελτιώσεως του γνωστικού υπόβαθρου των μαθητών και της δυνατότητας πρόσβασης σε ένα βασικό κομμάτι της κληρονομιάς τους. Ως εκ τούτου, έχουμε οδηγηθεί στην διδασκαλία δεδομένων/πληροφοριών περί θρησκείας, αλλά όχι με τη μορφή ενός ξεχωριστού μαθήματος, μα εντός των συγγενών μαθημάτων στο σχολικό πρόγραμμα ιστορία γεωγραφία, λογοτεχνία, γλώσσες, και λοιπά. Αυτή η προσέγγιση τοποθετεί τη θρησκεία στο πεδίο της ουδέτερης γνώσης, της αντικειμενικής γνώσης, και ως εκ τούτου είναι συμβατή με το αίτημα της θρησκευτικής ουδετερότητας και της laïcité.

Κράτος και Εκκλησία στην Ελλάδα

Τα οθωμανικά χρυσόβουλα λένε την αλήθεια

Η Εκκλησία έχει Εξουσία και μετέχει σε όλα τα πολιτειακά θεσμικά όργανα ως  κοινωνικός εταίρος  με συμφέροντα όμως ανεξάρτητα από αυτά της κοινωνίας των οποίων η έκφραση διαπερνά κάθετα το πολιτικό σύστημα. Οι άνθρωποι εντός της (κυρίως οι αξιωματούχοι) και οι γύρω της ( βουλευτές, πολιτευτές, δημόσια πρόσωπα) δρουν ως παράκεντρο εξουσίας, που άλλοτε απομακρύνεται από το κεντρικό σύστημα εξουσίας (δηλ. τις κυβερνήσεις), άλλες φορές συμπορεύεται, ενώ ιστορικά υπήρξαν και περιπτώσεις που μάλλον ταυτίστηκε με το κατ’ εξοχήν κέντρο εξουσίας (π.χ. Βυζάντιο). Η απόσταση του παράκεντρου της εκκλησιαστικής εξουσίας από την πολιτειακή εξουσία έχει να κάνει με το είδος του πολιτεύματος. Στην περίπτωση της σύγχρονης αστικής δημοκρατίας παίζει σπουδαίο ρόλο ο βαθμός που ο λαός και οι εκλεγμένοι του επιτρέπουν την επιρροή των ρασοφόρων.

Πότε και Πώς συγκεντρώθηκε τόσος εκκλησιαστικός πλούτος;

Η εκκλησιαστική περιουσία μέχρι σήμερα επίσημα δεν έχει καταγραφεί , η δε ηγεσία της δηλώνει ότι δεν γνωρίζει λόγω της αυτοτέλειας της οικονομικής διαχείρησης των διάσπαρτων μητροπόλεων , μονών και κληροδοτημάτων. Περίπου 10.000 Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου αποκρύπτουν την περιουσία αυτή. Απο εκτιμήσεις του υπουργείου αγροτικής ανάπτυξης και της αγροτικής τράπεζας η εν λόγω ακίνητη περιουσία ανέρχετα σε 1.300.000 στρέμματα εκ των οποίων τα :

  • για 400.000 στρεμ. δεν υπάρχουν τίτλοι ιδιοκτησίας.
  • Στην ιδιοκτησία της εκκλησίας θα πρέπει να προσμετρηθούν και 800 κτίρια με πολλαπλές χρήσεις (γραφεία, καταστήματα , εμπορικά κέντρα, ξενοδοχεία και βενζινάδικα).

Για την σφαιρική αντιμετώπιση αυτού του ευαίσθητου προβλήματος , θα πρέπει να αναφερθεί και η μισθοδοσία περίπου 10.000 κληρικών που κόστος του ανέρχεται περίπου στα 180.000.000 ευρώ ετησίως βαρύνοντας τον κρατικό προυπολογισμό.  

Αναλύοντας ιστορικά το πώς και απο πότε απέκτησε η Εκκλησία την περιουσία της:

 Η Εκκλησία, λοιπόν, απέκτησε μεγάλη περιουσία όταν… ήταν η ίδια στην εξουσία, τα χρόνια τα Βυζαντινά. Yστερα, στα χρόνια της τουρκοκρατίας άρχισαν οι “δωρεές” στα μοναστήρια και τα ξωκκλήσια. Έχει γραφτεί πολλάκις ότι επειδή ο Σουλτάνος τα είχε καλά με την Εκκλησία, της επέτρεπαν να “κατέχει” περιουσία και δεν επενέβαιναν (πολύ) στο πως η Εκκλησία τη διαχειριζόταν. Αντίθετα, οι Ελληνες (ας πούμε έτσι τους κάτοικους του βυζαντίου που κατοικούσαν στον σημερινό ελλαδικό χώρο) δε μπορούσαν να έχουν περιουσίες αφού αυτές πέρναγαν στα χέρια του κάθε κοτζαμπάση ή άλλων τοποτηρητών-διοικητών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα πολλοί να μεταβιβάζουν τις περιουσίες τους στους μητροπολίτες, στις ενορίες και τα μοναστήρια της περιοχής τους υπό το φόβο ότι θα τις έπαιρναν οι κατακτητές Τούρκοι. Αυτή η διαδικασία ξεκίνησε τα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας όπου δεν γνώριζε κανένας πότε θα δημιουργιόταν μία νέα ελεύθερη κρατική οντότητα, και ενδεχομένως θεωρούσαν ότι αυτό θα γινόταν σύντομα. Κάποιοι έχοντας την θρησκεία τους ως μόνο αποκούμπι, μπροστά στον Θεό συμφωνούσαν με τους επίγειους αντιπροσώπους Του ότι σε περίπτωση επαναφοράς της ομαλότητας οι περιουσίες τους θα επιστρέφονταν άμεσα, ενώ στο μεταξύ οι εκκλησιαστικοί άρχοντες θα τους παραχωρούσαν τη χρήση των μεταβιβασμένων περιουσιών τους (οι Τούρκοι επέτρεπαν και αυτό). Μα έλα που για 400 χρόνια οι παπάδες μάζευαν την περιουσία του λαού και άλλαξαν γενιές και γενιές. Οταν, τελικά, το νεοελληνικό κράτος άρχισε να συστήνεται στις αρχές του 19ου αιώνα, οι περιουσίες αυτές ουδέποτε επιστράφηκαν πίσω στο λαό.

Επαρκέστατη ως προς τα παραπάνω είναι η απάντηση που νομικά έχει δοθεί ήδη από το 1981 από τον καθηγητή Γιώργο Κουμάντο: «Ενα μεγάλο μέρος αυτής της περιουσίας, ίσως το μέγιστο σημείωνε ( σε άρθρο του στο «Βήμα» στις 4/5/1981) προέρχεται από δωρεές που έγιναν προς την Εκκλησία κατά την Τουρκοκρατία, για να μην πάρουν τα κτήματα οι κατακτητές. Οι Τούρκοι δε σέβονταν την περιουσία των Ελλήνων αλλά σέβονταν την περιουσία της Εκκλησίας. Ετσι η Εκκλησία εμφανίζεται ως θεματοφύλακας περιουσιών που της δόθηκαν από κατατρεγμένους Ελληνες για να τις φυλάξει και να τις διασώσει. Ετσι όμως, η ιδιοκτησία που υπάρχει κατά τους νομικούς κανόνες, βρίσκεται ηθικά υπονομευμένη: τα κτήματα αυτά ανήκουν ουσιαστικά στο εθνικό σύνολο. Θεμελιώνεται, λοιπόν, ηθικά το δικαίωμα της Πολιτείας να αξιώσει την απόδοση αυτών των περιουσιακών στοιχείων που τυπικά είναι «γραμμένα» στο όνομα της Εκκλησίας και των άλλων εκκλησιαστικών νομικών προσώπων. Είναι συνεπώς απαράδεχτο αυτά τα ακίνητα να τα διαχειρίζονται, σχεδόν σαν ατομική τους περιουσία, όσοι καταφέρνουν να ανεβούν σε κάποιο υψηλό αξίωμα, εκκλησιαστικό ή μοναστηριακό. Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις φτάνει να αναρωτιέται κανείς μήπως υπάρχουν ασεβείς, που παρακινούνται στην επιλογή της εκκλησιαστικής σταδιοδρομίας από την ελπίδα να φτάσουν κάποτε σε βαθμίδες αρκετά υψηλές, ώστε να δίνουν τη δυνατότητα διαχείρισης μεγάλων περιουσιών με ελάχιστο έλεγχο. Ετσι όμως διαφθείρεται η ιεροσύνη που, αντί να είναι αποτέλεσμα προσωπικής κλίσης ή κλήσης από το Θεό, είναι πειρασμός του Μαμμωνά». Αντίθετα, οι κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ πλέον, διατηρούν αλώβητη την αιμομεικτική σχέση Κράτους – Εκκλησίας, επενδύοντας στο γεγονός ότι η ιεραρχία έχει διδαχτεί για αιώνες να λειτουργεί σαν «η Δεξιά του Κυρίου». Το ζήτημα, συνεπώς, δεν είναι ούτε τα χρυσόβουλα των βυζαντινών αυτοκρατόρων, ούτε τα χοτζέτια των πασάδων, τα οποία επικαλούνται κατά καιρούς οι ιεράρχες και οι ηγούμενοι των μοναστηριών. Το θέμα είναι ο άμεσος χωρισμός Κράτους και Εκκλησίας και πότε ακριβώς σε αυτή τη χώρα θα εφαρμοστεί η ρήση του Καποδίστρια ότι δηλαδή αυτό το κράτος, το ελληνικό κράτος δημιουργήθηκε «επαναστατικώς και δημευτικώς» και ως εκ τούτου ο λαός του δε χρωστάει τίποτα σε «κοτσαμπάσηδες, πασάδες και σεβάσμιους δεσποτάδες».

1. ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΣΧΟΛΗ ΝΟΜΙΚΩΝ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ & ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ, ΤΟΜΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΘΕΜΑ: ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Υπεύθυνος Καθηγητής: ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ Επιμέλεια: ΦΩΤΕΙΝΗ ΤΖΕΛΗ ΑΘΗΝΑ 2005

Διαβάστε περισσότερα...

«Σήμερα δεν είναι Κυριακή της Ανάστασης. Παραμένει Μεγάλη Παρασκευή»

Σχέδιο Β – 16.4.2016

Η Κυριακή της Λαμπρής είναι μια σημαντική μέρα για τους θρησκευόμενους συμπατριώτες μας. Είναι όμως και μια συμβολική μέρα για όλους, και για όσους δεν ασπάζονται καμία θρησκεία. Έτσι κι αλλιώς στο βάθος των τελετών και των ύμνων αυτών των ημερών βρίσκονται αρχέγονα έθιμα του λαού μας, από την εποχή της ορφικής λατρείας και των διονυσιακών τελετών.

Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή, «Η Πασκαλιά γιατ’ έτσι λίγο να βαστάξει;»

Κώστα Βάρναλη, «Το πέρασμά σου»

 

Στη ζήση αυτή που τη μισούμε,
στη γης αυτή που μας μισεί,

κι όσο να πιούμε δε σε σβηούμε,

πόνε πικρέ και πόνε αψύ,

που μας κρατάς και σε κρατούμε·  

 

σ’ αυτήν τη μαύρη γης και ζήση,
που περπατούσαμε τυφλά

κι ανθός για μας δεν είχε ανθίσει

κι ούτε σε δέντρον αψηλά

κρυμμένο αηδόνι κελαηδήσει, 

 

ήρθες Εσύ μιαν άγιαν ώρα,
όραμα θείο και ξαφνικό,

και γέμισε ήλιο, ανθόν, οπώρα,

κελαηδισμόν παθητικό

όλ’ η καρδιά μας, όλ’ η χώρα.

  

Αχ! τόσο λίγο να βαστάξει
τούτ’ η γιορτή κι η Πασκαλιά!…

Έφυγες κι έχουμε ρημάξει

ξανά και πάλι. Η Πασκαλιά
γιατ’ έτσι λίγο να βαστάξει!

  

Πηγή: https://antonispetrides.wordpress.com

Διαβάστε περισσότερα...

Μεγάλη Παρασκευή, ο Θρήνος της Μάνας.

Aπόσπασμα από τον «Επιτάφιο» του Γιάννη Ρίτσου

…Σήκω, γλυκέ μου, ἀργήσαμε· ψηλώνει ὁ ἥλιος· ἔλα,
καὶ τὸ φαγάκι σου ἔρημο θὰ κρύωσε στὴν πιατέλα.

Ἡ μπλέ σου ἡ μπλοῦζα τῆς δουλειᾶς στὴν πόρτα κρεμασμένη
θὰ καρτεράει τὴ σάρκα σου τὴ μαρμαρογλυμμένη.

Διαβάστε περισσότερα...

Μεγάλη Πέμπτη, ο άλλος Ιούδας

από τον «Τελευταίο Πειρασμό» του Νίκου Καζαντζακη


«- Καλώς σε βρήκα, Ιούδα, αδερφέ μου·
είμαι έτοιμος. Δε σούριξες εσύ, σούριξε ο Θεός κι ήρθα· όλα καλά τα βόλεψε η χάρη του, ήρθες την ώρα που έπρεπε, Ιούδα αδερφέ μου· απόψε η καρδιά μου καθάρισε, αλάφρωσε, μπορώ να παρουσιαστώ στο Θεό. Κουράστηκα να ζω και να παλεύω μαζί του. Απλώνω το λαιμό, Ιούδα, είμαι έτοιμος….

Διαβάστε περισσότερα...

Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάς, Μεγάλη Τρίτη του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, 1881

Δύο ἡμέρας πρὸ τοῦ ἰουδαϊκοῦ Πάσχα παραγίνεται ὁ Σωτὴρ ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Σίμωνος. Ἐκεῖ προσέρχεται γυνὴ ἁμαρτωλὸς μὲ ἀλάβαστρον πλῆρες μύρου καὶ κατέχεεν ἐπὶ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ εἶτα ἀποσπογγίζει αὐτοὺς μὲ τὴν κόμην της. Τὴν αὐτὴν δὲ ἡμέραν οἱ Γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι βλέποντες τὴν τοῦ λαοῦ πρὸς τὸν Ἰησοῦν εὔνοιαν αὐξάνουσαν συνεφώνησαν μετὰ τοῦ Ἰούδα, ὅπως ἀντὶ 30 ἀργυρίων τὸν παραδώσῃ αὐτοῖς.

Διαβάστε περισσότερα...

Ουμπέρτο Έκο, o νεαρός καθολικός που δίδασκε τον προοδευτικό Θεό.

Ο διανοούμενος που σίγουρα πρέπει να θεωρείται από τους μεγάλους της κοσμικής σκέψης. Αλλά είναι ενδιαφέρον, καθώς και ιστορικά σημαντικό, να θυμηθούμε τις θρησκευτικές του καταβολές.

Του Gianni Vattimo*

Δεν ξέρω αν κάποιος στις εκδηλώσεις μνήμης, στην τελετή έναρξης του Μιλάνου, στο Castello Sforzesco, θα προσπαθήσει να αποδώσει μια περίοδο και μια πτυχή της ζωής του Eco, κάτι από την εικόνα του που πιθανόν να επισκιάσουν τα ΜΜΕ, με την έμφαση που σωστά δίνουν, στο μεγάλο αυτό κοσμικό στοχαστή.

Διαβάστε περισσότερα...
Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS

Επικοινωνήστε με το Σχέδιο β'

Σολωμού 13, Εξάρχεια, 2ος όροφος (5μμ - 10μμ)

info@sxedio-b.gr

2108224344