Συγκρότηση κόμματος, αλλαγή τακτικής, τομή στην πολιτική μας κουλτούρα

   Θανάσης Ν. Μποχώτης

«Πάνω και πριν απ’ όλα το Σχέδιο Β έχει ανάγκη από την εξακολούθηση της βαθιάς αλλαγής στη νοοτροπία, τους κώδικες αξιών και το συναισθηματικό του κόσμο»

                                                            Παράφραση του Αλέκου Αλαβάνου 

   Το ακόλουθο σημείωμα θέλει να συμβάλλει στο να διώξει την απογοήτευση και την απελπισία που μας διακατέχει, όπως αυτή διαφαίνεται από τις μετεκλογικές τοποθετήσεις μας. Επίσης, να λειτουργήσει υπέρ μιας καλής συνέχειας της οργάνωσής μας.

 

     Ως προοίμιο της πρότασής μου, θα ήθελα να πω ότι τα μέλη του Σχεδίου Β, η πολιτική επιτροπή και γραμματεία του, καθώς και ο Αλέκος Αλαβάνος έδωσαν τον αγώνα τον καλό, κοπίασαν, έδωσαν από το υστέρημά τους, καθώς και μεγάλο μέρος από το χρόνο τους, για να διαδώσουν το καινοτόμο και κοινωνικό πρόγραμμα της οργάνωσής μας, μα και να πείσουν γι' αυτό.Θεωρώ ορθή και τη συνεργασία μας με το δίκτυο Σοσιαλιστών, από πλευράς τακτικής, πολιτικού χώρου και ιδεολογίας.

   Κρίνω πως η εμμονή για τη διαπραγμάτευση με την Ανταρσύα οφείλεται στον αυτοπροδιορισμό της πλειοψηφίας του Σχεδίου Β’ (και πριν από αυτό του Μετώπου Αλληλεγγύης και Ανατροπής) ως οργάνωσης της «αριστεράς» και της «προόδου». Ο αυτοπροσδιορισμός αυτός οδηγούσε ως το 2012 στην παγίδευση της προβληματικής σε ένα μέτωπο της αριστεράς γενικά¨ ενώ μετά τις εκλογές του 2012 (και για λόγους πολιτικού χώρου που είχαν προκύψει από αυτές, σε συνδυασμό με το αντι-Ευρώ πρόγραμμα του Σχεδίου Β), προσανατόλιζε τη σκέψη των μελών του να δίνει κάποια μαγική δύναμη στη «συμπόρευση» με τις δυνάμεις της «ριζοσπαστικής αριστεράς». Η μόνη συζήτηση που απέμενε πλέον για το θέμα των συμμαχιών, που ήταν το μόνο από τα ζητήματα τακτικής τα οποία εξακολουθούσαν να συζητιούνται, ήταν αν πιο ριζοσπαστικά ήταν τα «αντι-ΕΕ» ή τα «αντι-Ευρώ» κόμματα.

   Η εμμονή για τη συνεργασία με την Ανταρσύα, με τη μορφή που πήρε, εμπόδισε την πολιτική και οργανωτική μας ανάπτυξη [1]. Ωστόσο, δεν ισχυρίζομαι ότι αν είχαμε περισσότερο αναπτυχθεί ως κόμμα παρά ως δίκτυο γύρω απ' τον Αλαβάνο θα είχαμε, με τις συγκεκριμένες συνθήκες, μεγάλη διαφορά ψήφων. Αυτό δεν μπορεί να αποδειχτεί, αλλά σε αυτό το συμπέρασμα μας προσανατολίζουν οι ενδείξεις της ήττας τόσο των αντιευρώ όσο και των αντι-ΕΕ σχημάτων, αλλά και η μικρή και δύσκολα διατηρήσιμη άνοδος του ΚΚΕ. Γι' αυτό θα χρειαστούν και τομές στην τακτική μα κυρίως στην ιδεολογία μας, ώστε να αποκρυσταλλώσουμε τις διάχυτες "αντιευρωπαϊκές" τάσεις της κοινωνίας σε καταρχάς πολιτική και κατόπιν εκλογική στάση.

  

   Ξεκινώντας το κύριο μέρος της πρότασής μου θα ήθελα να τονίσω προκαταρκτικά πως το εναλλακτικό και κυβερνητικό πρόγραμμα του Σχεδίου Β (πολιτική και οικονομική διακήρυξη της ιδρυτικής πανελλαδικής συνδιάσκεψης, φυλλάδιο ευρώ ή δραχμή) εξακολουθεί να ισχύει στο ακέραιο και γι' αυτό δε θ' αναφερθώ ιδιαίτερα σ' αυτό στη συνέχεια. Οφείλουμε όμως να κάνουμε μια σημαντική αλλαγή διατύπωσης, ξεκαθαρίζοντας ότι επιδιώκουμε την έξοδο από την ευρωζώνη και από την ΕΕ και θεωρούμε ότι ο μόνος εύλογος τρόπος να επιτευχθεί η έξοδος από την ΕΕ είναι, ο πολιτικός φορέας που την διεκδικεί να πείσει τη μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων, ανέργων και μικροϊδιοκτητών της χώρας ότι μπορεί να την πετύχει και να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής της λαϊκής πλειοψηφίας, με μια διακυβέρνηση που θα βγάλει τη χώρα από το ευρώ και θα προχωρήσει σε μονομερή αθέτηση χρέους, κινητοποιώντας το σύνολο των διοικητικών μηχανισμών και των λαϊκών κοινωνικών φορέων και αντιμετωπίζοντας σε μεγάλο βαθμό υπέρ των λαϊκών τάξεων την κρίση διατροφής, στέγασης, θέρμανσης, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, παιδείας και πολιτισμού, κρίση που είναι συνέπεια της κρίσης της ευρωζώνης (και άρα του χρέους), όπως η τελευταία εκδηλώνεται στην Ελλάδα.

   Σκοπός της εξόδου από το ευρώ και στη συνέχεια από την ΕΕ δεν είναι να μείνει η Ελλάδα, ούτε το όποιο άλλο ευρωπαϊκό έθνος μικρό και απομονωμένο. Μια άλλη, στερεότερη και δυνατότερη, ευρωπαϊκή προσέγγιση μπορεί να γίνει αργότερα (κατ' ανάγκην), η οποία να προκύψει από την ελεύθερη συναίνεση των λαϊκών τάξεων των ευρωπαϊκών κοινωνιών, και να εκκινεί από την προκαταβολική κατοχύρωση του κοινωνικού κράτους, διαμέσου της εξίσωσης προς τα πάνω των ευρωπαϊκών προνοιακών συστημάτων και του φορολογικού συστήματος που τους αντιστοιχεί. Η ενοποίηση αυτή θα έχει ως όριό της τη συνομοσπονδία κρατών και ποτέ ως στόχο την ομοσπονδία, ούτε τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού "έθνους". Οργανικό συστατικό της θα είναι μια επιμέρους μεσογειακή ένωση. Τέλος, μόνο μια τέτοια ευρωπαϊκή προσέγγιση μπορεί να κάνει δυνατή την είσοδο σ' αυτήν και της Ρωσίας και επομένως τη συγκρότηση μιας πραγματικά ευρωπαϊκής Ευρώπης, που θα ασκεί προστατευτικές -δηλαδή πραγματικά ελεύθερες- πολιτικές για τους λαούς της και θα είναι σε θέση να παίξει καθοριστικό και χειραφετητικό ρόλο στα πράγματα της Ευρασίας και άρα της διεθνούς κοινότητας.

Πέρα από αυτή την αλλαγή διατύπωσης και την αποσαφήνιση της πρότασης (του «οράματός») μας για την Ευρώπη, χρειάζονται:

α) οργανωτική ανάπτυξη και παρουσία σε τόπους δουλειάς, σωματεία, κοινωνικές οργανώσεις κλπ. Μόνο μια τέτοια οργανωτική ανάπτυξη θα μας επιτρέψει να αποκτήσουμε πραγματική υπόσταση και κοινωνική λειτουργία, με δυο λόγια να είμαστε περισσότερο κόμμα και λιγότερο δίκτυο γύρω από τον Αλέκο Αλαβάνο, όπως γίνεται ως τώρα.

   - Είναι σκόπιμο να δούμε αν στα μέρη που πήραμε περισσότερους ψήφους, (Αρκαδία/Τρίπολη και Ηλεία, Ξυλόκαστρο, Θεσσαλία/Λάρισα κλπ.), μπορούμε να έχουμε μονιμότερη και αυξημένη, σε σχέση με πριν, οργανωτική παρουσία. Γενικότερα, πρέπει να δούμε αν ορισμένοι από τους ανθρώπους που μας ψήφισαν μπορούν να γίνουν μονιμότερα μέλη ή φίλοι μας.

    - Αναγκαίο μέρος της οργανωτικής και πολιτικής μας ανάπτυξης, που μπορεί να βελτιώσει και τα οικονομικά μας, είναι η έκδοση, εβδομαδιαίας τουλάχιστον, (αρχικά ίσως ηλεκτρονικής) εφημερίδας. Σε συνάφεια με αυτήν μπορούμε να δούμε και την εξακολούθηση της πετυχημένης παρουσίας των μελών της Παρέμβασης στο διαδίκτυο [2].

β) αλλαγή της στάσης απέναντι στο Συριζα [3]. Θα πρέπει να χτυπήσουμε τη στάση του ΚΚΕ που παγιδεύει ένα πραγματικά ριζοσπαστικό κοινωνικό δυναμικό σε μια χιλιαστική προσμονή, καθώς και την παρόμοια στάση του μικρού ΚΚΕ δηλ. του ΝΑΡ. Αν χρειάζεται να συμμαχήσουμε με κάποιους αυτοί θα ήταν οι ΑΡΑΝ, ΑΡΑΣ και άλλες ανάλογες δυνάμεις και οι σχετικές δημόσιες συζητήσεις μαζί τους θα έπρεπε να κρατήσουν στη χειρότερη περίπτωση ένα μήνα. Ο νέος φορέας, αν προέκυπτε, θα έπρεπε ν' αλλάξει όνομα και, από τακτικής πλευράς, να απευθύνεται στην κοινωνία λέγοντας ότι ζητάει την πολιτική ενίσχυση για να εγγυηθεί (στο κοινωνικό κίνημα και στην πολιτική), ότι μια μελλοντική κυβέρνηση με κορμό το Σύριζα θα προχωρούσε σε ριζική ανατροπή της μνημονιακής ζωής των εργαζομένων, (με μονομερή αθέτηση χρέους και έξοδο από την ευρωζώνη). Επίσης, ότι σε διαφορετική περίπτωση, ο νέος φορέας (ίσως "Κοινωνικό Δημοκρατικό Κόμμα Εργαζομένων Ελλάδας") του οποίου κυβερνητικό πρόγραμμα θα είναι το Σχέδιο Β' δε θα στηρίξει την κυβέρνηση [4].

γ) παρά την προτεινόμενη αυτή τακτική, είναι αναγκαίες και βαθιές ιδεολογικές, ηθικές και πολιτισμικές αλλαγές, τόσο για να ξεφύγουμε από το στενό πολιτικό χώρο μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ, όσο και για να ανταποκριθούμε στις αλλαγές στη ζωή των εργαζόμενων τάξεων τα τελευταία σαράντα χρόνια στην Ελλάδα και στον περίγυρό της.Ο αυτοπροσδιορισμός μας ως "αριστεράς" και "προόδου" πρέπει να εγκαταλειφθεί¨ το μόνο που μπορούμε να κρατήσουμε είναι η πολύ θετική αναφορά και η γενεαλογία μας από την κομμουνιστική και κομμουνιστογενή αριστερά. Τα τελευταία σαράντα και ιδίως τα τελευταία 25 ως 30 χρόνια, η "αριστερά" και η "πρόοδος" δεν αναφέρονται πια στο αίτημα της κοινωνικής ισότητας, δηλ. της κατάργησης των τάξεων, που μόνο αυτό θα εγγυώνταν πραγματικά την παύση και άλλου είδους διακρίσεων (φύλου, φυλής, θρησκείας, εθνότητας ή εθνοτισμού κλπ.), αλλά κυρίως στην αυθαίρετη, ιδιωτική ή ιδιωτικού πνεύματος, κατασκευή ταυτοτήτων και αναγνώριση της ελευθερίας να πραγματωθούν τα ύφη ζωής που τους αντιστοιχούν μέσω της κατανάλωσης και της οικονομικής ανάπτυξης[1].

   Εγκαταλείποντας την ταυτότητα της "αριστεράς" και της "προόδου" (που κατάληξε να σημαίνει την αναπόδραστη πορεία προς το "λαμπρό μέλλον" της παγκοσμιοποίησης) , δεν εγκαταλείπουμε σε καμιά περίπτωση τις αξίες μας, δηλ. τις αξίες του σοσιαλισμού της μισθωτής εργασίας [5].

δ) Πρέπει να τείνουμε σαφώς προς την απόρριψη της περαιτέρω οικονομικής μετανάστευσης προς τη χώρα [6], με ταυτόχρονη αύξηση των πραγματικών πολιτικών προσφύγων στους οποίους δίνεται άσυλο. Εξάλλου, το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς για να υποστηρίξει το πρώτο σκέλος αυτής της πρότασης από τη σκοπιά του σοσιαλισμού της μισθωτής εργασίας, είναι η διαπίστωση, ακόμη και από Έλληνες υποστηρικτές της μετανάστευσης, ότι ο μέσος μισθός των ανειδίκευτων εργατών πέφτει εξαιτίας της. Τόσο για τους Έλληνες, όσο και για τους αλλοδαπούς μετανάστες που εργάζονταν για μεγάλο διάστημα στη χώρα ως μισθωτοί εργαζόμενοι ή ως μικρέμποροι (όχι στο παραεμπόριο, στη μαύρη εργασία ή στην παρανομία) και στους οποίους θα πρέπει να επιτραπεί να μείνουν μόνιμα στον τόπο, οφείλουν να ισχύουν οι ίδιοι ακριβώς νόμοι και κανόνες και ένας συνταγματικός πατριωτισμός. (Αν υπάρξει ριζοσπαστική εξέλιξη της κοινωνίας, θα μπορούσαμε να σκεφτούμε ακόμα και τον παραγωγικό πατριωτισμό).

ε) η άνοδος της Λε Πεν στη Γαλλία, του Φάρατζ στην Αγγλία κλπ., μπορεί να λειτουργήσει θετικά στην ελληνική κοινωνία από την εξής πλευρά. Αν οι ίδιοι οι Γάλλοι και Άγγλοι (και σε αντίθεση με τον αστήρικτο αφορισμό της Παρέμβασης, περί αντίδρασης ριγμένων αστικών τάξεων, πρόκειται περισσότερο για εργατικά στρώματα των δυο χωρών) θέλουν να διαλύσουν την ευρωζώνη με την αποχώρησή τους και να έρθουν μέσω του προστατευτισμού σε ρήξη (οι Γάλλοι) με την ΕΕ, ή να φύγουν από την ΕΕ (οι Άγγλοι), τότε η έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ ή και από τις αντιπαραγωγικές και αντιεργατικές νόρμες της ΕΕ φαίνεται πιο εύκολη, ανώδυνη και ευρωπαϊκή, ενώ οι απόψεις των ελλήνων "ευρωπαϊστών" εκτός από οδυνηρές για την ελληνική κοινωνία φαίνονται και επαρχιώτικες. Οι εξελίξεις αυτές στην Αγγλία, Γαλλία κλπ., ανοίγουν άλλες διεθνοπολιτικές δυνατότητες για την Ελλάδα και για την ευρωπαϊκή περιφέρεια, καθώς δεν θα είναι πια μόνη σε περίπτωση εξόδου από το ευρώ κλπ.

Σχόλια

Σχόλιο [1]

   Η επιμονή στη συνεργασία με Ανταρσύα, με τον τρόπο που εκδηλώθηκε, δεν έχει καθόλου ευθύνη για την ανεπαρκή οργανωτική και πολιτική ανάπτυξη του Σχεδίου Β;

   Οι ίδιοι οι σύντροφοι που έκαναν περιοδείες τις τελευταίες δυο βδομάδες δεν ενημέρωναν ότι σε πολλά μέρη ο κόσμος δεν ήξερε ότι ο Αλαβάνος κατέβαινε στις εκλογές, ούτε πως κατέβαινε με το Σχέδιο Β; Πώς να φέρεις ένα καλό αποτέλεσμα στις ευρωεκλογές όταν πολύς κόσμος δεν ξέρει ότι υπάρχεις, μιας που δεν γνωρίζει μέλη σου από το χώρο δουλειάς του (ενώ είναι πιο πιθανό να γνωρίζει μέλη της Ανταρσύας ή του ΕΠΑΜ); Κοντολογίς, και δεν λέω ότι αυτό ήταν ηθελημένο, η επιμονή στη συνεργασία με την Ανταρσύα, με τον τρόπο που εκδηλώθηκε, δεν μας εμπόδισε να γίνουμε περισσότερο κόμμα, με ευρύτερο πρόγραμμα και νέα ιδεολογικά στοιχεία, και λιγότερο ένα δίκτυο γύρω από τον Αλ. Αλαβάνο, όπως ακόμα είμαστε; 

Σχόλιο [2]

   Μιας που η Παρέμβαση εξακολουθεί να πιστεύει ότι το μυστικό της επιτυχίας είναι η σοβαρή στάση προς τη "συμπόρευση", μήπως η ίδια θα έπρεπε να αντιμετωπίσει σοβαρά τη συγχώνευσή της με το Σχέδιο Β; Το τελευταίο κάνει πολύ καλά που έχει εντάξει μέλος της νεολαίας "του" στην Πολιτική Γραμματεία ή Επιτροπή, αλλά δεν δημιουργείται μια αντίφαση, όταν η οργάνωση από την οποία προέρχεται το μέλος της ηγεσίας του Σχεδίου Β παραμένει οργανωτικά εκτός κόμματος;

Σχόλιο [3]

Ο Αλέκος Αλαβάνος υποστήριξε ότι το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών δείχνει την  επιλογή του λαού για μια συνετή πορεία και για αποφυγή της σύγκρουσης, ενώ η Πολιτική Γραμματεία του Σχεδίου Β' συμφώνησε με την άποψή του. Η ερμηνεία αυτή του αποτελέσματος, που αποτελεί συνέχεια του αποτελέσματος του Ιουνίου του 2012, είναι σε μεγάλο βαθμό ορθή αλλά δεν είναι και ακριβής. Ακριβέστερο θα ήταν να πούμε πως η τάση για σύγκρουση και οι κοινωνικοί της φορείς (που δημοσκοπικά στη χειρότερη περίπτωση αποτιμώνται στο 17% του εκλογικού σώματος) έχουν ενσωματωθεί εν μέρει στο ΣΥΡΙΖΑ και στο ΚΚΕ. Αυτό δεν ισχύει μόνο για την Ελλάδα¨ στην ανακοίνωσή της η Παρέμβαση διαπιστώνει -και σωστά- ως κάτι θετικό τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών σε Ισπανία και Ιρλανδία (θα μπορούσαμε, σε μικρότερο βαθμό, να χαρακτηρίσουμε θετικά και τ' αποτελέσματα της Πορτογαλίας), δηλαδή της περιφέρειας της ευρωζώνης. Όμως δε σκέφτεται ότι και σ' αυτές τις χώρες τα κομμουνιστικά κόμματα, τα κόμματα της αριστεράς και η κομματική έκφραση του κινήματος των αγανακτισμένων εστιάζουν την αντινεοφιλελεύθερη προσοχή τους και τις προτάσεις τους στο χρέος και όχι στο ευρώ, όπως ακριβώς και ο ΣΥΡΙΖΑ. Μια γόνιμη υπόθεση λοιπόν και γι' αυτές τις χώρες θα ήταν πως και εκεί η κοινωνική τάση για σύγκρουση με το ευρώ και την ΕΕ είναι ενσωματωμένη, προς τον παρόν, σ' αυτές τις πολιτικές εκδοχές.

   Ας το πούμε κι' αλλιώς με βάση την εμπειρία της χώρας μας. Γιατί το "σύστημα", παρά το ότι ο Δασκαλόπουλος έχει καθησυχάσει τους φίλους του στον ΣΕΒ πως μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ "δε θα ήταν και τίποτα", έχει κάνει και θα συνεχίσει να κάνει ό,τι μπορεί για να μην υπάρξει τέτοια κυβέρνηση; Δυο κύριοι λόγοι είναι πως το "σύστημα" δε θέλει να δει η κοινωνία πως μπορεί να υπάρξει και άλλη κυβέρνηση στην Ελλάδα που να μην προέρχεται από το «σύστημα» ή τον «αστικό κόσμο» του τόπου¨ και πως μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δίχως τις πλάτες της τρόϊκας θα ήταν πολύ πιο ευάλωτη στις πιέσεις του κοινωνικού κινήματος.

Σχόλιο [4]

   Ακόμη, θα προβάλλαμε τον ισχυρισμό ότι η ισχύς του Σχεδίου Β' θα είναι εγγύηση για την ορθή συμπεριφορά μιας κυβέρνησης υπό το ΣΥΡΙΖΑ σε "εθνικά" θέματα, πχ. με την άρνησή μας της θέσης για το "ενιαίο τουρκικό πράγμα" στη Θράκη, της θέσης του ΣΥΡΙΖΑ για εξευμενισμό και εξημέρωση της τουρκικής επιθετικότητας μέσω της ελλαδικής υποστήριξης της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ, της θέσης του ΣΥΡΙΖΑ υπέρ σχεδίων σαν του Ανάν, της θέσης του ΣΥΡΙΖΑ και της αριστεράς υπέρ της διαρκούς οικονομικής μετανάστευσης, ακόμα και παράνομης, στο πλαίσιο της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, της θέσης του ΣΥΡΙΖΑ υπέρ της κρατικής χρηματοδότησης ανέγερσης τζαμιού στην Αθήνα, της θέσης του ΣΥΡΙΖΑ υπέρ "κοινωνικών" δικαιωμάτων όπως του γάμου των "ομοφύλων" ζευγαριών, της πρακτικής της αριστεράς υπέρ μιας φιλελεύθερης εκπαίδευσης κλπ.

Σχόλιο [5]

   Οι εκπαιδευτικοί - μέλη του Σχεδίου Β, εγκαταλείποντας την ταυτότητα της "αριστεράς" και της "προόδου" (που κατάληξε να σημαίνει την αναπόδραστη πορεία προς το "λαμπρό μέλλον" της παγκοσμιοποίησης) , δεν εγκαταλείπουν σε καμιά περίπτωση τις αξίες τους, δηλ. τις αξίες του σοσιαλισμού της μισθωτής εργασίας. Απορρίπτουν εντελώς τον αριστερό πολιτισμικό φιλελευθερισμό που (όπως τόνισε ο Ανδρέας Λιάκουρας), έχει οδηγήσει τους γονείς να είναι φίλοι με τα παιδιά τους γιατί δεν μπορούν να είναι γονείς τους. Απορρίπτουν ακόμα μια "εκπαίδευση της άγνοιας" (Ζαν Κλωντ Μισεά), που (ξε)μαθαίνει στους μαθητές τη γλώσσα μας, αδιαφορώντας για την ορθογραφία της και χρησιμοποιώντας ως πρότυπο όχι τόσο τη λογοτεχνία όσο τα κείμενα των εφημερίδων ή της διαφήμισης, ή που δεν μαθαίνει στους μαθητές τη φυσική και τη χημεία, καθώς διδάσκει τη θεωρία και τους ορισμούς τους «στο περίπου». Απορρίπτουν μια εκπαίδευση που δεν αναγνωρίζει ότι η γνώση και η μάθηση στηρίζεται στον έρωτα για το γνωστικό αντικείμενο (Κ. Καστοριάδης) και στο σεβασμό γι' αυτόν που μεταδίδει στο μαθητή ή τη μαθήτρια την γνώση και την κουλτούρα και ο οποίος έχει δεσμευτική υποχρέωση και ευθύνη να το κάνει...

Σχόλιο [6]

Η ελευθερία της κίνησης εργαζομένων είναι καταστατική αρχή της ΕΕ, ως περιφερειακής έκφρασης της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Επίσης η ίδια αρχή αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του οικονομικού φιλελευθερισμού, που αντιμετωπίζει τους ανθρώπους ατομικιστικά και ωφελιμιστικά, ως μοναδιαίους οικονομικούς δρώντες. Η αρχή της ελευθερίας κίνησης των εργαζομένων είναι θεμελιώδες συστατικό και του πολιτισμικού φιλελευθερισμού που αντιμετωπίζει επίσης τον άνθρωπο ως άτομο που κατασκευάζει διαρκώς τον εαυτό του κόβοντας διαρκώς τους δεσμούς τους με τις κοινωνικές ομάδες και τις κουλτούρες από τις οποίες προέρχεται και ιδίως (μια διάσταση που μας ενδιαφέρει) με την λαϊκή αντιστασιακή τους πλευρά.



Υποσημείωση 1 : Από αυτή την άποψη η ανάδειξη του/της "Κοντσίτα" σε μια από τις περσόνες που αποτελούν ευρωπαϊκό πρότυπο μέσω της απονομής σε αυτόν/ήν του πρώτου βραβείου στη Γιουροβίζιον ήταν χαρακτηριστική, όπως χαρακτηριστικό ήταν ότι δεν τη χρησιμοποιήσαμε για να χτυπήσουμε την ευρωπαϊκή αυτή "πρόοδο", κατηγορώντας τη στις λαϊκές τάξεις της χώρας μας

Τελευταία άρθρα από τον/την Θανάσης Μποχώτης

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

επιστροφή στην κορυφή

Επικοινωνήστε με το Σχέδιο β'

Μπόταση 6, Εξάρχεια, 1ος όροφος 

info@sxedio-b.gr

210 3810040