Τι γνώριζε ο Θουκυδίδης για την Αμερική του Τραμπ;Του Έντουαρντ Μέντελσον

Τι γνώριζε ο Θουκυδίδης για την Αμερική του Τραμπ;Του Έντουαρντ Μέντελσον

Τι γνώριζε ο Θουκυδίδης για την Αμερική του Τραμπ;

Του Έντουαρντ Μέντελσον

Ο αρθρογράφος είναι καθηγητής κλασσικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια των ΗΠΑ. Το κομμάτι δημοσιεύτηκε στην Επιθεώρηση Βιβλίων της Νέας Υόρκης στις 29/10/18. Τα αποσπάσματα από τον Θουκυδίδη είναι σε μετάφραση Αγγέλου Βλάχου, Εκδόσεις Γαλαξίας.

Το πρωινό μετά τις προεδρικές εκλογές του 2016 προσπάθησα να ξεφύγω λιγάκι από το κλίμα διαβάζοντας κάποιες σελίδες του Θουκυδίδη που είχα επισημάνει για το μάθημα της επόμενης ημέρας και ανακάλυψα την καλύτερη εξήγηση για ό,τι είχα δει σε σχέση με την ψηφοφορία που προσπαθούσα να ξεχάσω. Στο τρίτο βιβλίο της Ιστορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου ο Θουκυδίδης περιγράφει την έκρηξη του εμφυλίου πολέμου στο νησί της Κέρκυρας το 427π.Χ:

«‘Έγιναν, για πρώτη φορά, τα φοβερά αυτά πράγματα στα οποία μπορούν να οδηγηθούν άνθρωποι που ζουν κάτω από καθεστώς τυραννικό όταν τους δοθεί η ευκαιρία να εκδικηθούν τους άρχοντές τους. Άλλοι, κινήθηκαν για να απαλλαγούν από την φτώχεια τους επιδιώκοντας να πάρουν τις περιουσίες των άλλων. Άλλοι χτυπούσαν άγρια και αλύπητα ανθρώπους της ίδιας τάξης, όχι από πλεονεξία, αλλά από το τυφλό πάθος του πρωτόγονου ανθρώπου» (Βιβλίο Γ, 84)

Το πιο ενδιαφέρον που βρήκα για τις εκλογές ήταν η καταστροφική αποτυχία κάθε σχεδόν προσπάθειας να προβλεφθεί το αποτέλεσμα των εκλογών με βάση αριθμητικά στοιχεία, αντί να ερμηνευθούν τα πάθη που προκάλεσαν αυτή την έκβαση, όπως ο Θουκυδίδης ερμήνευσε την εμφύλια σύγκρουση στη Κέρκυρα. Οι προεκλογικές δημοσκοπήσεις με μεγάλη αυτοπεποίθηση κατά 99% προβλέπανε ένα αποτέλεσμα το οποίο δεν συνέβη. Σχεδόν κάθε δημοσκόπηση προέβλεψε αυτό που δεν συνέβη.

Καθένας που διαβάζει Θουκυδίδη βλέπει σε αυτόν τον πιο σημαντικό ιστορικό αυτοκρατορίας, όχι μόνο για την δικιά του εποχή αλλά επίσης για τις φανερές και τις αφανείς προβλέψεις μελλοντικών εποχών. Ένα από τα μεγάλα θέματά του είναι η Αθηναϊκή ιδιαιτερότητα και οι ηθικές και στρατιωτικές αποτυχίες που αναπόφευκτα προκύψαν από αυτήν. Στις αρχές του συγγράμματος του ανασυγκροτεί ή επινοεί τον Επιτάφιο Λόγο του αθηναίου ηγέτη Περικλή για να τιμήσει την μνήμη αυτών που πέθαναν τον πρώτο χρόνο του Πελοποννησιακού Πολέμου με τον λαμπρά εμπνευσμένο έπαινο της αθηναϊκής δημοκρατίας στην πλήρη της άνθηση, ευημερούσας και θριαμβεύουσας με τον εθελοντικό της αυτοέλεγχο, την συλλογική υπευθυνότητα, τον σεβασμό στον νόμο.

Μετά, τρεις προτάσεις μετά το τέλος του Επιταφίου, χωρίς να κάνει καμιά υπόμνηση τις απελπιστικά ανατρεπτικής ιστορίας που πρόκειται να διηγηθεί στη συνέχεια αρνείται σχεδόν καθετί που είπε ο Περικλής, κάθε τι που δημιουργούσε αυταπάτες και ήταν απατηλό. Το καλοκαίρι μετά τον Επιτάφιο, αναφέρει ο Θουκυδίδης, η Αθήνα πλήγηκε από την πανώλη και η δημοκρατία κατέρρευσε σε ένα «κράτος ανομίας χωρίς προηγούμενο». Αυτοί που επέζησαν ενδιαφέρονταν μόνο για «την ευχαρίστηση της στιγμής και ότι μπορούσε να συμβάλει σημαντικά σε αυτήν την ευχαρίστηση» και «κανένας φόβος θεού ή νόμου δεν μπορούσε να τους περιορίσει». Η αυτοϊκανοποίηση σαν αυτή του Περικλή είναι εύκολη στην ευημερία, πολύ λιγότερο στην κρίση. Ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου παίρνει την μορφή συζητήσεων που αποτυπώνει ο Θουκυδίδης χωρίς να παίρνει το μέρος οιασδήποτε πλευράς με σαφήνεια, παρότι βέβαια είναι σχεδόν σαφές ποια πλευρά είναι πιο κοντά στον δικό του τρόπο σκέψης. Ο Επιτάφιος του Περικλή φαίνεται να είναι μια σπάνια περίπτωση ομιλίας στην οποία δεν υπήρχε ως απάντηση μια αντίθετη άποψη. Η ίδια η πανώλης όμως είναι η σιωπηλή απάντηση στην ομιλία του Περικλή και ο σαφής νικητής σε έναν αδυσώπητο διάλογο που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.

Η Αθήνα αμέσως μετά την πανώλη ανέκτησε την αυτοπεποίθησή της εκφρασμένη, και πάλι από τον Περικλή, ότι η πολιτική και τεχνική της υπεροχή απέναντι σε πιο αδύναμες πόλεις – κράτη δικαιολογούσε το πρόγραμμα της ιμπεριαλιστικής της επέκτασης. Λίγα χρόνια αργότερα, αγνοώντας τις προειδοποιήσεις του πιο σοφού της στρατηγού, του Νικία, η Αθήνα ξεκίνησε την εκστρατεία της ενάντια στην σχετικά καθυστερημένη Σικελία, προβλέποντας μια εύκολη κατάκτηση του κατακερματισμένου και ολιγάριθμου αντίπαλου. Αντί γι’ αυτό η πρώτη πόλη της Ελλάδας, παγιδευμένη σε μια απόμακρη και ανοίκεια περιοχή, αδύναμη να πολεμήσει ένα πολιτισμό που μέσα στην άγνοιά της περιφρονούσε, υπέκυψε σε μια ολοκληρωτική ήττα των στρατιωτικών της δυνάμεων και η ίδια αντιμετώπισε την οικονομική καταστροφή.

Ο Θουκυδίδης ανέφερε τα εξής στο βιβλίο του:

«Θα είμαι ικανοποιημένος αν το έργο μου κριθεί ωφέλιμο από όσους θελήσουν να έχουν ακριβή γνώση των γεγονότων που συνέβησαν και εκείνων που θα συμβούν στο μέλλον, τα οποία, από την πλευρά της ανθρώπινης φύσης, θα είναι όμοια ή παραπλήσια. Έγραψα την Ιστορία μου για να μείνει αιώνιο κτήμα των ανθρώπων και όχι σαν έργο επίκαιρου διαγωνισμού για ένα πρόσκαιρο ακροατήριο (Βιβλίο Α, 22)».

Αποδείχθηκε σωστός όταν ο Ναπολέων και ο Χίτλερ μπήκε στην Ρωσία, όταν η Σοβ. Ένωση έκανε την επέμβαση στο Αφγανιστάν, όταν οι ΗΠΑ έστειλαν τις δυνάμεις τους στο Βιετνάμ και στο Ιράκ.

Οι ιστορικοί διαμάχονται μεταξύ τους για το αν ο Θουκυδίδης είναι ένας ηθικιστής φιλόσοφος ή, με μια κοινότυπη φράση, «ο πρώτος επιστημονικός ιστορικός». Το ριζοσπαστικό σε αυτόν που του προσδίνει μια αλάνθαστη καθαρή ματιά είναι ότι είναι και τα δύο. Κατανοεί την ηθική όχι σαν μια λίστα αυθαίρετων κανόνων που επιβάλλονται στην πραγματικότητα αλλά ως ένα συνθετικό στοιχείο της ίδιας της πραγματικότητας με τον ίδιο τρόπο που η ελληνική φιλοσοφία είχε αρχίσει να κατανοεί τους φυσικούς νόμους ως αδιαχώριστο στοιχείο της πραγματικότητας. Ο Θουκυδίδης είχε την ίδια αντίληψη που αιώνες αργότερα εξέφρασε ο Λούντβιχ Βιτγκενστάιν όταν έγραφε ότι η ηθική «πρέπει να είναι μια συνθήκη του κόσμου όπως η λογική».

Στον κόσμο της ηθικής συνοχής του Θουκυδίδη η ηθική δράση είναι αναπόφευκτα πρακτική δράση και η ανήθική δράση είναι αναπόφευκτα αντιπρακτική άσχετα από τις επίμονες και κοντόφθαλμες αντιλήψεις που ισχυρίζονται ότι δεν είναι. Αναφέρει μια συζήτηση για την θανατική ποινή ανάμεσα στον Κλέονα που ήταν «αξιοσημείωτος ανάμεσα στους Αθηναίους για την ποιότητα του χαρακτήρα του» και τον συνετό Διόδοτο. Ο Κλέων ήθελε η Αθήνα να σκοτώσει όλους τους συλληφθέντες που τους νίκησε στην επαναστατημένη Μυτιλήνη. Μια αυτοκρατορία έλεγε ο Κλέων κυβερνάει με τον φόβο. Δεν πρέπει ποτέ να κινείται από έλεος. Ο Διόδοτος απάντησε προτείνοντας επιείκεια, αλλά επίμεινε ότι έκανε αυτήν την επιλογή όχι γιατί ήταν ηθική αλλά γιατί του φαινότανε «η καλύτερη για το κράτος». Εάν η Αθήνα σκοτώσει τους συλληφθέντες, είπε, οι πόλεις που επαναστατούν στο μέλλον δεν θα έχουν κανένα κίνητρο να υποταχθούν και η Αθήνα θα ξόδευε όλους τους πόρους της προκειμένου να νικήσει αντιπάλους της που η μόνη τους πρακτική επιλογή θα ήταν να πολεμήσουν εώς θανάτου. Εάν αντίθετα η Αθήνα επέτρεπε στους ηττημένους να ζήσουν θα μπορούσαν ακόμη να βρουν ένα λόγο να γίνουν σύμμαχοι της. Μετά την συζήτηση η Αθήνα πρώτη φορά ακολούθησε την ηθική και πρακτική επιλογή να δείξει έλεος προς τους Μυτιληναίους παρά το γεγονός ότι η πλειοψηφία αυτή ήταν ισχνή. Μετά από αυτό όμως η Αθήνα έκανε την ανήθική και αντιπρακτική επιλογή να κατακτήσει την Σικελία με όλες τις καταστροφικές συνέπειες που είχε αυτό.

Τα δύο τελευταία χρόνια μετά στις Αμερικάνικες Προεδρικές εκλογές του 2016 γίνεται ακόμη πιο σαφές ότι ο Θουκυδίδης είναι ο μεγαλύτερος ιστορικός όχι μόνο των αυτοκρατοριών αλλά επίσης της σύγχρονης πολιτικής. Αυτό το απόσπασμα είναι ο απολόγισμός του για τον εμφύλιο στην Κέρκυρα το 427 π.Χ αλλά επίσης για την πολιτική κατάσταση του 2018 μ.Χ. στην Αμερική.

«Ο εμφύλιος πόλεμος, λοιπόν, μεταδόθηκε από πολιτεία σε πολιτεία. Κι όσες πολιτείες έμειναν τελευταίες, έχοντας μάθει τί είχε γίνει αλλού, προσπαθούσαν να υπερβάλουν σε επινοητικότητα, σε ύπουλα μέσα και σε ανήκουστες εκδικήσεις.Για να δικαιολογούν τις πράξεις τους άλλαζαν ακόμα και την σημασία των λέξεων. Η παράλογη τόλμη θεωρήθηκε ανδρεία και αφοσίωση στο κόμμα, η προσωπική διστακτικότητα θεωρήθηκε δειλία που κρύβεται πίσω από εύλογες προφάσεις και η σωφροσύνη προσωπίδα της ανανδρίας. Η παραφορά θεωρήθηκε ανδρική αρετή, ενώ η τάση να εξετάζονται προσεκτικά όλες οι όψεις ενός ζητήματος θεωρήθηκε πρόφαση για υπεκφυγή.Όποιος ήταν έξαλλος γινόταν ακουστός, ενώ όποιος έφερνε αντιρρήσεις γινόταν ύποπτος. Όποιον επινοούσε κανένα τέχνασμα και πετύχαινε, τον θεωρούσαν σπουδαίο, κι όποιον υποψιαζόταν σύγκαιρα και φανέρωνε τα σχέδια του αντιπάλου, τον θεωρούσαν ακόμα πιο σπουδαίο. Ενώ όποιος ήταν αρκετά προνοητικός, ώστε να μην χρειαστούν τέτοια μέσα, θεωρούσαν ότι διαλύει το κόμμα και ότι είναι τρομοκρατημένος από την αντίπαλη παράταξη. Με μια λέξη, όποιος πρόφταινε να κάνει κακό πριν από άλλον, ήταν άξιος επαίνου, καθώς κι εκείνος που παρακινούσε στο κακό όποιον δεν είχε σκεφτεί να το κάνει. Αλλά και η συγγένεια θεωρήθηκε χαλαρότερος δεσμός από την κομματική αλληλεγγύη, γιατί οι ομοϊδεάτες ήσαν έτοιμοι να επιχειρήσουν οτιδήποτε, χωρίς δισταγμό, και τούτο επειδή τα κόμματα δεν σχηματίστηκαν για να επιδιώξουν κοινή ωφέλεια με νόμιμα μέσα, αλλά, αντίθετα, για να ικανοποιήσουν την πλεονεξία τους παρανομώντας. Και η μεταξύ τους αλληλεγγύη βασιζόταν περισσότερο στην συνενοχή τους παρά στους όρκους τους στους θεούς.Τις εύλογες προτάσεις των αντιπάλων τις δέχονταν με υστεροβουλία και όχι με ειλικρίνεια για να φυλαχτούν από ένα κακό αν οι άλλοι ήσαν πιο δυνατοί.

Και προτιμούσαν να εκδικηθούν για κάποιο κακό αντί να προσπαθήσουν να μην το πάθουν. Όταν έκαναν όρκους για κάποια συμφιλίωση, τους κρατούσαν τόσο μόνο όσο δεν είχαν την δύναμη να τους καταπατήσουν, μη έχοντας να περιμένουν βοήθεια από αλλού. Αλλά μόλις παρουσιαζόταν ευκαιρία, εκείνοι που πρώτοι είχαν ξαναβρεί το θάρρος τους, αν έβλεπαν ότι οι αντίπαλοί τους ήσαν αφύλαχτοι, τους χτυπούσαν κι ένιωθαν μεγαλύτερη χαρά να τους βλάψουν εξαπατώντας τους, παρά χτυπώντας τους ανοιχτά. Θεωρούσαν ότι ο τρόπος αυτός όχι μόνο είναι, πιο ασφαλής αλλά και βραβείο σε αγώνα δόλου. Γενικά είναι ευκολότερο να φαίνονται επιδέξιοι οι κακούργοι, παρά να θεωρούνται τίμιοι όσοι δεν είναι δόλιοι. Οι περισσότεροι άνθρωποι προτιμούν να κάνουν το κακό και να θεωρούνται έξυπνοι, παρά να είναι καλοί και να τους λένε κουτούς.

Αιτία όλων αυτών ήταν η φιλαρχία που έχει ρίζα την πλεονεξία και την φιλοδοξία που έσπρωχναν τις φατρίες να αγωνίζονται με λύσσα. Οι αρχηγοί των κομμάτων, στις διάφορες πολιτείες, πρόβαλλαν ωραία συνθήματα. Ισότητα των πολιτών από την μια μεριά, σωφροσύνη της αριστοκρατικής διοίκησης από την άλλη. Προσποιούνταν έτσι ότι υπηρετούν την πολιτεία, ενώ πραγματικά ήθελαν να ικανοποιήσουν προσωπικά συμφέροντα και αγωνίζονταν με κάθε τρόπο να νικήσουν τους αντιπάλους τους. Τούτο τους οδηγούσε να κάνουν τα φοβερότερα πράματα επιδιώκοντας να εκδικηθούν τους αντιπάλους τους, όχι ώς το σημείο που επιτρέπει η δικαιοσύνη ή το συμφέρον της πολιτείας, αλλά κάνοντας τις αγριότερες πράξεις, με μοναδικό κριτήριο την ικανοποίηση του κόμματός τους. Καταδίκαζαν άνομα τους αντιπάλους τους ή άρπαζαν βίαια την εξουσία, έτοιμοι να κορέσουν το μίσος τους. Καμιά από τις δύο παρατάξεις δεν είχε κανέναν ηθικό φραγμό κι εκτιμούσε περισσότερο όσους κατόρθωναν να κρύβουν κάτω από ωραία λόγια φοβερές πράξεις. Όσοι πολίτες ήσαν μετριοπαθείς θανατώνονταν από την μια ή την άλλη παράταξη, είτε επειδή είχαν αρνηθεί να πάρουν μέρος στον αγώνα είτε επειδή η ιδέα και μόνο ότι θα μπορούσαν να επιζήσουν προκαλούσε εναντίον τους τον φθόνο

Έτσι οι εμφύλιοι σπαραγμοί έγιναν αιτία να απλωθεί σε όλο τον ελληνικό κόσμο κάθε μορφή κακίας και το ήθος, που είναι το κύριο γνώρισμα της ευγενικής ψυχής, κατάντησε να είναι καταγέλαστο κι εξαφανίστηκε. Ο ανταγωνισμός δημιούργησε απόλυτη δυσπιστίακαι δεν υπήρχε τρόπος που να μπορεί να την διαλύσει, ούτε εγγυήσεις ούτε όρκοι φοβεροί. Όλοι, όταν επικρατούσαν, ξέροντας ότι δεν υπήρχε ελπίδα να κρατηθούν μόνιμα στην εξουσία, προτιμούσαν, αντί να δώσουν πίστη στους αντιπάλους τους, να πάρουν τα μέτρα τους για να μην πάθουν οι ίδιοι.Τις περισσότερες φορές επικρατούσαν οι διανοητικά κατώτεροι. Φοβόνταν την δική τους ανεπάρκεια και την ικανότητα των αντιπάλων τους κι έτσι, για να μην νικηθούν στην συζήτηση και για να μην πέσουν θύματα των όσων οι άλλοι θα επινοούσαν, δεν είχαν κανένα δισταγμό να προχωρήσουν σε βίαιες πράξεις.Όσοι, πάλι, περιφρονούσαν τους αντιπάλους τους, νόμιζαν ότι μπορούσαν σύγκαιρα να καταλάβουν τα σχέδιά τους. Θεωρούσαν ότι δεν ήταν ανάγκη να μεταχειριστούν βία για τα όσα μπορούσαν, καθώς νόμιζαν, να πετύχουν με τις ραδιουργίες τους. Έτσι, τις περισσότερες φορές, δεν φυλάγονταν και οι αντίπαλοί τους τούς αφάνιζαν.


Στην Κέρκυρα, λοιπόν, έγιναν, για πρώτη φορά, τα φοβερά αυτά πράγματα στα οποία μπορούν να οδηγηθούν άνθρωποι που ζουν κάτω από καθεστώς τυραννικό όταν τους δοθεί η ευκαιρία να εκδικηθούν τους άρχοντές τους. Άλλοι, κινήθηκαν για να απαλλαγούν από την φτώχεια τους επιδιώκοντας να πάρουν τις περιουσίες των άλλων. Άλλοι χτυπούσαν άγρια και αλύπητα ανθρώπους της ίδιας τάξης, όχι από πλεονεξία, αλλά από το τυφλό πάθος του πρωτόγονου ανθρώπου.
Ολόκληρη η ζωή της πολιτείας αναστατώθηκε και η ανθρώπινη φύση, η οποία —κι όταν ακόμα υπάρχει ευνομία— έχει την τάση να παρανομεί, ξεχείλισε, κι ανατρέποντας τους νόμους, έδειξε με ικανοποίηση, όλη της την ασυγκράτητη έχθρα εναντίον κάθε εξουσίας. Αν προτίμησαν την άνομη εκδίκηση από την δικαιοσύνη, αν προτίμησαν την πλεονεξία από την ευνομία, τούτο συνέβηκε επειδή ο φθόνος είχε διαβρώσει την ψυχή τους.Για να εκδικηθούν τους εχθρούς τους οι άνθρωποι, σε τέτοιες περιστάσεις, αγνοούν τους κανόνες επάνω στους οποίους στηρίζονται οι κοινωνίες, κανόνες όμως επάνω στους οποίους μπορούν να στηριχτούν για να σωθούν αν βρεθούν στην ανάγκη. Αλλά αδιαφορούν ξεχνώντας ότι, αν καταλύσουν όλους τους κανόνες, τότε κι οι ίδιοι θα στερηθούν από την προστασία τους αν έρθει στιγμή που θα την έχουν ανάγκη (Βιβλίο Γ, 82-84).»

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

επιστροφή στην κορυφή

Επικοινωνήστε με το Σχέδιο β'

Μπόταση 6, Εξάρχεια, 1ος όροφος 

info@sxedio-b.gr

210 3810040