Μίσος και Ρατσισμός, του Νίκου Μαρκέτου

Μίσος και Ρατσισμός, του Νίκου Μαρκέτου

10. Μίσος και Ρατσισμός

Ο φασισμός είναι μια μορφή εκλογίκευσης του μίσους.  Θα πρέπει να εξερευνήσουμε την γέννηση του μίσους στο ασυνείδητο. Η Klein έβλεπε το μυαλό ως ένα πολύ άγριο τόπο, και η ματιά της για τα ακραία μίση και τις βίαιες παρορμήσεις φαίνεται να είναι πολύ χρήσιμη στην κριτική κοινωνική ανάλυση, αφού καταστροφικά και αρνητικά συναισθήματα αλληλοδιαπλέκονται με κοινωνικά αξιοποιήσιμες πολιτικές επιδιώξεις.  Το κλειδί στην θεωρία της Klein είναι η χρήση του θυμού και το μίσους ως άμυνα. Το μίσος διαγράφει την ενοχή, την αυτογνωσία, την κατάθλιψη και δημιουργεί μια φυσική αίσθηση ανωτερότητας και ηθική αυτοδικαίωση, μια ψευδοηθική.

Έντονο μίσος περιβάλει την συστηματικά προκατειλημμένη ιδεολογία. Πεποιθήσεις σχετικά με τη φυλή, όταν κατακλύζονται από έντονο συναίσθημα, είναι παρόμοιες με τις ψυχωτικές καταστάσεις του νου (Rustin, M. 1991). Οι μηχανισμοί της ψυχωτικής σκέψης βρίσκουν στις φυλετικές κατηγοριοποιήσεις μια βολική κάλυψη. Οι μηχανισμοί αυτοί περιλαμβάνουν τον παρανοϊκό διαχωρισμό των αντικειμένων σε αγαπητά και μισητά, τον κατακλυσμό των διαδικασιών της σκέψης από έντονο, μη αναγνωρισμένο συναίσθημα, την σύγχυση μεταξύ του εαυτού και του αντικειμένου λόγω της διάσπασης του εαυτού, την μαζική προβλητική ταύτιση, και το μίσος προς την πραγματικότητα και την αλήθεια.

H παρανοϊκή φύση της ρατσιστικής σκέψης, είναι άμεσα εμφανής στις θεωρίες συνωμοσίας και στις φαντασιώσεις επέλασης κυμάτων από μετανάστες, ή μόλυνσης από ασθένειες που μεταδίδονται από τους μετανάστες, ή δηλητηρίασης από τα ξένα τρόφιμα και την κουλτούρα. Τον παρανοϊκό ιδεασμό («όλοι είναι εναντίον μας, βρισκόμαστε σε μια μάχη για την επιβίωση»), συνοδεύει έντονη συναισθηματική φόρτιση που συνδέεται με την απέλαση των ανυπόφορων φαντασιώσεων και την επισύναψη τους στον άλλο.

Η στέρηση προάγει την πιθανότητα παρανοϊκών ερμηνειών, αποδίδοντας την ανεπάρκεια του υποκειμένου σε μια εκ προμελέτης κακοβουλία που του επιφυλάσσουν οι άλλοι. Αν το υποκείμενο είχε βιώσει στέρηση στην  πρώιμη βρεφική ηλικία, η πιθανότητα των διωκτικών παρανοϊκών ερμηνειών θα αυξηθεί (Klein, 1957).  Είναι αναμενόμενο σε πιεστικές συνθήκες, όλα τα άτομα να βιώσουν κάποιο κλονισμό της πίστης στα καλά αντικείμενα. Ωστόσο, «...η ένταση και η διάρκεια τέτοιων καταστάσεων αμφιβολίας, λιποψυχίας και δίωξης καθορίζουν κατά πόσο το εγώ θα μπορέσει να επανασυγκροτήσει τον εαυτό του και να αποκαταστήσει το καλό αντικείμενο με ασφάλεια» (Likierman, 2001).

Ο Simmel έδειξε με πολύ δυναμικό τρόπο πώς η συμμετοχή σε συλλογικά «κανονικοποιημένα» παραληρήματα όπως ο εθνικισμός και ο αντισημιτισμός χρησίμευαν για την αποκατάσταση μιας ατομικής ψυχικής ισορροπίας που είχε διαταραχθεί από κοινωνικές ανησυχίες (Simmel, 1944).

 Ο Young εφιστά την προσοχή σε μερικά από τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά του φυλετικού μίσους που περιλαμβάνουν: την διάσπαση του καλού και του κακού, την προβολή, την προβλητική ταύτιση και τα στερεότυπα. Η προβλητική ταύτιση μπορεί να ενισχύσει την κατανόηση της ψυχοδυναμικής του εθνοτικού μίσους (Young 2000).

Στον μηχανισμό της προβολής το άτομο επισυνάπτει στον άλλον τα αποκηρυγμένα στοιχεία της προσωπικότητας που βιώνονται ως βαθιά απειλητικά. Επισυνάπτοντας τα στον άλλο σημαίνει ότι δεν βλάπτουν πλέον το υποκείμενο από τα μέσα, αλλά δημιουργούν ένα διωκτικό και απειλητικό εξωτερικό κόσμο από τον οποίο πρέπει να προφυλαχτεί. Οι φυλετικοποιημένοι άλλοι, ως αντικείμενα που δέχονται τις ανεπιθύμητες ψυχικές προβολές, επιλέγονται γιατί οι ίδιοι έχουν ήδη «χαρακτηριστεί» ως αποκλίνοντες και αδύναμοι, αλλά επίσης και ως επικίνδυνες απειλές.

Στην προβλητική ταύτιση ο αποδέκτης των προβολών (ο Εβραίος, ο μαύρος, ο ομοφυλόφιλος κλπ) εσωτερικεύει το στερεότυπο που έχουν οι άλλοι γι’ αυτόν, ζει με το φόβο ότι οι πράξεις του θα αντιστοιχούν σε αυτό το στερεότυπο και η συμπεριφορά του είναι «αδιάκοπα υπερπροσδιορισμένη εκ των ένδον» (Sartre 1976).    Ο αποδέκτης της προβολής, παγιδεύεται σε ένα φαντασιακό που έχουν κατασκευάσει οι κατήγοροι του. Παγιδεύεται τόσο από τις οικονομικές διαδικασίες όσο και από τους ισχυρούς προβλητικούς μηχανισμούς που τον κατασκευάζουν και τον ελέγχουν. O φυλετικοποιημένος άλλος καταδυναστεύεται κυριολεκτικά από τις προβλητικές ταυτίσεις του καταπιεστή. Παγιδεύεται από την ταυτότητα που έχει κατασκευαστεί από την κυρίαρχη κουλτούρα γι’ αυτόν.

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης (1999) υποστηρίζει ότι η ρίζα του μίσους είναι η άρνηση της ψυχικής μονάδας να δεχθεί αυτό που για την ίδια είναι ξένο.  Κατά τη διαδικασία κοινωνικοποίησης, το μίσος χαλιναγωγείται σε σημαντικό βαθμό, τουλάχιστον όσον αφορά τις πιο δραματικές εκδηλώσεις του. Εν μέρει αυτό επιτυγχάνεται μέσω του μόνιμου αντιπερισπασμού που ασκείται στην καταστροφική τάση από τους «εποικοδομητικούς» κοινωνικούς σκοπούς - την εκμετάλλευση της φύσης, τον συναγωνισμό  διαφόρων ειδών (τις «ειρηνικές» αγωνιστικές δραστηριότητες, όπως ο αθλητισμός, ο οικονομικός ή πολιτικός ανταγωνισμός, αντιπαλότητες για την κατοχή ή το γόητρο, γραφειοκρατικές έριδες κλπ), ή την κοινότυπη διαπροσωπική κακοβουλία.  Σε  όλες τις γνωστές κοινωνίες, όλες αυτές οι διέξοδοι κατευθύνουν ένα μέρος του μίσους και της «διαθέσιμης» καταστροφικής ενέργειας, αλλά όχι το σύνολο τους.

Το μέρος του μίσους και της καταστροφικότητας που απομένει φυλάσσεται σε μία δεξαμενή έτοιμη να μετατραπεί σε καταστροφικές δραστηριότητες, σχηματοποιημένες και θεσμοθετημένες, που στρέφονται εναντίον άλλων   ομάδων  - δηλαδή να μετατραπεί σε πόλεμο ………Και όταν η δεξαμενή του μίσους δεν βρίσκει διέξοδο στον πόλεμο, εκδηλώνεται υπόκωφα με τη μορφή της περιφρόνησης, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού.

 Η κατάρρευση, στις καπιταλιστικές κοινωνίες, όλων σχεδόν των οργανισμών των σημαντικών ενδιάμεσων συλλογικοτήτων και επομένως η εξαφάνιση των εναλλακτικών πιθανοτήτων ταύτισης των ατόμων είχε ως επίπτωση τη συσπείρωση για λόγους ταύτισης γύρω από τη «θρησκεία», το «έθνος» ή την «φυλή» και όξυνε το μίσος προς τους ξένους. Η κατάσταση δεν είναι διαφορετική στις μη ευρωπαϊκές κοινωνίες  που υφίστανται το σοκ της εισβολής της ηγεμονικής κουλτούρας, άρα και την συντριβή των παραδοσιακών σημείων αναφοράς με τα οποία ταυτίζονται τα άτομα. Το αποτέλεσμα είναι η αύξηση του θρησκευτικού και/ή εθνικού φανατισμού.

Το μίσος μπορεί να πηγάζει και από μια παθολογία της ταυτότητας και από άμυνα στον κατακερματισμό.    Όπως υποστηρίζει ο Frederick Jameson το άτομο στον μετανεωτερικό κόσμο, είναι κατακερματισμένο, διασκορπισμένο αποκεντρωμένο.  Η ταυτότητα έχει γίνει ρευστή και ευμετάβλητη.  Ό μετανεωτερικός πολίτης είναι μια νομάς περιπλανώμενη μεταξύ ασύνδετων τόπων (Bauman 1992).  Ο  Sartre μιλώντας για τον αντισημιτισμό, τονίζει την  φαντασίωση συνοχής του αντισημίτη. Ο περιπλανώμενος Ιουδαίος όπως και ο μετανάστης προσωποποιούν τη φρίκη της περιπλάνησης και της ανεπανόρθωτης ενδεχομενικότητας της ύπαρξης. (Sartre 1990, σ. 53).

Η  φαντασίωση συνοχής, είναι μια άμυνα απέναντι στην αστάθεια της ύπαρξης. Η επιθυμία του ανθρώπου είναι να είναι ένα ον συμπαγές, αυτιστικά στατικό, και να εξορκίζει τον κίνδυνο του σχιζοφρενικού κατακερματισμού  (Sartre 1990, σ. 53).  Η παρανοϊκή φαντασίωση μπορεί να προσλάβει τη μορφή της ανυποχώρητης αναζήτησης για μια απόλυτη αλήθεια, οντολογικά ορισμένη, μη διαψεύσιμη, που να απορρίπτει το χάος της ζωής.

Ο Lacan υπέθεσε ότι ο αρχέγονος νεογνικός φόβος της «κατακερματισμένης εικόνας του σώματος» αντικαθίσταται από ψευδαισθήσεις συνοχής και πληρότητας που προσφέρει η ταύτιση με εξωτερικές εικόνες παρμένες από την  προϋπάρχουσα κουλτούρα. Έτσι, για τον Lacan, το εγώ, η απατηλή αίσθηση ενός συνεκτικού εαυτού, έχει τις ρίζες του στην αλλοτριωτική ταύτιση με εξωτερικές εικόνες - αλλά η απειλή του κατακερματισμού  πάντα ελλοχεύει, προκαλώντας αυτό που αποκάλεσε «ναρκισσιστικό πάθος»-«την ιδιόμορφη παθιασμένη επιθυμία να αποτυπώσει την εικόνα του στην πραγματικότητα" (Lacan 1948). Οι ταυτότητες - οι εαυτοί – για τις οποίες οι άνθρωποι είναι τόσο υπερήφανοι και υπερασπίζονται σφοδρά είναι φανταστικές. Αλλά, η απειλή της αποκάλυψης αυτής της ψευδαίσθησης και της έκθεσης στον κατακερματισμό και τον τρόμο μπορεί να μας κάνει να προσκολληθούμε σε αυτήν την ταυτότητα με πάθος - όπως αποδεικνύεται στις φανατικές θρησκευτικές και φυλετικές συγκρούσεις στη διάρκεια της ιστορίας.

Κατά τον ψυχαναλυτή Massimo Recalcati ( 2005), το παρανοϊκό μίσος είναι μια πολιτική αντιμετώπισης της αμφιθυμίας, η οποία αποτελεί δομικό στοιχείο του συναισθηματικού κόσμου του ανθρώπου, επιδιώκοντας την εξάλειψή της (Recalcati M., 2005).   Για το λόγο αυτό, ο εχθρός πρέπει να προσλάβει τα χαρακτηριστικά του απολύτως διαφορετικού, του αλλοδαπού, του ξένου. Ο εχθρός συνιστά εξωτερική εκδήλωση της εσωτερικής αμφιθυμίας που το υποκείμενο δεν θέλει να αποδεχτεί ως δική του. Η αμφιθυμία η οποία, σημαδεύει τη σχέση με το αντικείμενο, στην παράνοια δεν βιώνεται αλλά αντιμετωπίζεται με άρνηση, μέσω ενός σαφούς διχασμού. ε Ο άλλος είναι ο τόπος ενός διαρκούς κατηγορητηρίου, είναι ο τόπος του Κακού και της καταδίωξης.

Ο Frosh (1989) αποδίδει τον ρατσισμό στην ασφάλεια της ψυχής, υποστηρίζοντας ότι τα ξεσπάσματα φυλετικής βίας είναι μια αντανάκλαση του φόβου του ρατσιστή για την δική του διαταραχή που κατευθύνεται στους άλλους για την υπεράσπιση του εαυτού του.   Κατά τον Frosh η ρατσιστική άμυνα, μαζί με τη φαντασία της αρσενικής τάξης, αποτελεί μέρος του μίσους όλων όσων φέρνει η νεωτερικότητα- τον τρόμο και τις αποσυνδέσεις, την υπόσχεσή της και την εύφορη δημιουργικότητά της. Ο ρατσισμός, ως εκ τούτου, δεν είναι μόνο αντισημιτικός ή κατα-των μαύρων. Είναι κατά του κόσμου, κατά της επιθυμίας, κατά της ίδιας της νεωτερικότητας (Frosh, 1989, σελ. 243).

Κατά τον Fanon (1952), στην ρατσιστική δίωξη του μαύρου, ηγείται η σεξουαλική απώθηση: η λευκότητα, υποστηριζόμενη από μια ιδεολογία της «καθαρότητας» και την αποκήρυξη της σεξουαλικότητας, χρειάζεται τον μαύρο «άλλο» σαν ένα αποδέκτη της δικής του δυσαρέσκειας, εάν θέλει να επιβιώσει. Ο Λευκός προβάλλει την καταπιεσμένη σεξουαλικότητα του πάνω στον Μαύρο, κατασκευάζοντας τον, στη φαντασία του, ως ένα σεξουαλικό υπόδειγμα και ένα αντικείμενο της ομοφυλοφιλικής του επιθυμίας. Αυτή η σεξουαλικότητα μεσολαβεί στην σχέση του Λευκού με τον Μαύρο. Ο Μαύρος, ο οποίος περιέχει τα προβλημένα στοιχεία της σεξουαλικότητας του λευκού, είναι μια συνεχής απειλή για την ισχύ του Λευκού άνδρα.

Ο ριζοσπάστης Αμερικανός ψυχαναλυτής, Joel Kovel  (2007) χρησιμοποιεί την αντίθεση ανάμεσα σε ένα μονολιθικό και άκαμπτο τρόπο σκέψης και αυτό που ονομάζεται «πολυκεντρικός» νους, ο οποίος είναι ανοικτός στην  ετερότητα και την διαφορά, "που συνοδεύεται με ένα άνοιγμα της ψυχής στον κόσμο και μια ανοιχτότητα της κοινωνίας στην ετερότητα». Ο καπιταλισμός κατέστειλε αυτό το άνοιγμα υπέρ της ορθολογικής έννοιας του μοναδικού  εαυτού της ενιαίας προσωπικότητας. Η δυτική νεωτερικότητα είναι χτισμένη στην αποκήρυξη των εναλλακτικών δυνατοτήτων του όντος. Το κυνήγι του κέρδους πνίγει τις παρορμήσεις για ευχαρίστηση και απόλαυση.   Η ζωτικότητα και η πολυμορφία του κόσμου αμβλύνεται και στενεύει μέσα σε ένα άκαμπτο τρόπο σκέψης και μια μονόπλευρη αφήγηση της εμπειρίας. Αυτό σημαίνει ότι όσο αυτό που είναι πραγματικό αποκλείεται, τόσο επιστρέφει για να στοιχειώσει το υποκείμενο ως τρομακτικό, διότι είναι δυνητικά ανεξέλεγκτο, και παράλογο. Αυτός  ο παραλογισμός τοποθετείται στον άλλο - αυτόν ο οποίος, μέσω του αποκλεισμού και του χαρακτηρισμού ως «ο ξένος», έρχεται να ενσαρκώσει το δήθεν μη ανθρώπινο.

  Η ανάπτυξη της δυτικής νεωτερικότητας,  χτισμένη στην δουλεία και την καπιταλιστική συσσώρευση, παρήγαγε ένα ψυχολογικό πρόταγμα να αποκηρύξει τoν πλουραλισμό και τον αισθησιασμό και να τα προβάλει μέσα στο μαύρο άλλο, να αρνηθεί τη πιθανότητα ανοικτότητας σε κάθε νέα εμπειρία που δεν είναι προς το συμφέρον της συσσώρευσης. Αντ' αυτού, ο καταπιεσμένος αισθησιασμός, διατηρείται στο ασυνείδητο, γιατί αλλιώς η ψυχή στραγγίζει εντελώς και νεκρώνεται, και βιώνεται ως συναρπαστικός αλλά και απειλητικός και ανατρεπτικός. Είναι ζωώδης, κατάλληλος για προβολή σε αυτούς τους κατώτερους που έχουν χαρακτηριστεί ότι δεν έχουν πλήρεις ανθρώπινες προδιαγραφές που είναι ιδεώδη αντικείμενα της αποκήρυξης.

Ο Slavoj Žižek,  συνδέει τον ρατσισμό με την Λακανική έννοια της juissanse (απόλαυσης). Στο δοκίμιο του,  «μένοντας στο αρνητικό» (1993) υποστηρίζει: ότι έρχονται στο προσκήνιο μύθοι  και  φαντασιώσεις, που εξηγούν γενικά πως η απόλαυση μας απειλείται από τους άλλους, που θέλουν να την κλέψουν, οι οποίοι θέλουν να καταστρέψουν τον τρόπο ζωής μας διαφθείροντας τον με την παράξενη απόλαυση τους.

Ωστόσο, μόλις κάποιος έχει την ιδέα ότι η απόλαυση του άλλου είναι περισσότερη από την επιτρεπτή για το υποκείμενο, μπαίνει στη λογική που προτείνει ότι αν είναι έτσι, τότε η απόλαυση του πρέπει να έχει κλαπεί. Ο Εβραίος έχει κλέψει τα χρήματα, ο μαύρος έχει κλέψει την σεξουαλικότητα.

Για τον Žižek (1993) «Αυτό που κρύβουμε από τον εαυτό μας, καταλογίζοντας στον άλλο ότι έκλεψε την απόλαυση είναι το τραυματικό γεγονός ότι ποτέ δεν κατείχαμε  αυτό που υποτίθεται ότι μας έχουν κλέψει: η έλλειψη της πρωταρχικής απόλαυσης επαναδιατυπώνεται ως «κλεμμένη».

Ο Freud, ως προς το πρωταρχικό αντικείμενο της απόλαυσης, δίνει έμφαση στην μνήμη της πρώτης ικανοποίησης.  Το μνημονικό ίχνος αυτής της απόλαυσης θα ωθήσει το υποκείμενο στην απόπειρα επανεύρεσης της.  Αλλά όποιο υποκατάστατο καταλάβει την θέση του πρώτου αντικειμένου δεν θα φέρει μαζί του την παλιά χαρά.  Έτσι δεν θα υπάρξει ποτέ πραγματική επανεύρεση του πρώτου αντικειμένου. Το υποκείμενο αναζητά το χαμένο αντικείμενο της επιθυμίας του, αλλά ποτέ δεν θα το βρει, πάντα θα συναντά υποκατάστατα που θα τονίζουν την έλλειψη. Κάθε συνάντηση με το αντικείμενο θα λάβει χώραν σ’ αυτό το φόντο της έλλειψης.  Κάθε φορά θα τονίζεται η δυσαρμονία ανάμεσα στο ποθούμενο και στο υποκατάστατο του.  Το ρατσιστικό υποκείμενο έχει την ιδεοληψία ότι κάποιος άλλος έχει κλέψει την χαμένη απόλαυση του, και τώρα την κατέχει.  O άλλος έχει αυτό που θέλουμε, και αυτό προκαλεί οργή που δεν έχει καμία σχέση με την πραγματική κατάσταση.

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

επιστροφή στην κορυφή

Επικοινωνήστε με το Σχέδιο β'

Σολωμού 13, Εξάρχεια, 2ος όροφος (5μμ - 10μμ)

info@sxedio-b.gr

2108224344