Υποταγή και παθητική αποδοχή του φασισμού, του Νίκου Μαρκέτου

Υποταγή και παθητική αποδοχή του φασισμού, του Νίκου Μαρκέτου

8.Υποταγή και παθητική αποδοχή του φασισμού

Ταύτιση με τον επιτιθέμενο

Ικανότητα συμβολισμού

Στην παθητική αποδοχή και την υποταγή στον φασισμό,  δύο μηχανισμοί φαίνεται να παίζουν ρόλο.  Ο ένας είναι η ταύτιση με τον επιτιθέμενο και ο άλλος είναι απώλεια  του δυνατότητας συμβολισμού.

Ταύτιση με τον επιτιθέμενο

Η έννοια της ταύτισης με τον επιτιθέμενο κατά τον Ferenczi, διαφοροποιείται από την σημασία που όλοι αποδίδουμε στον όρο, δηλαδή να γίνει κάποιος όμοιος με τον επιτιθέμενο, που οφείλεται στην  Anna Freud.  Ο Ferenczi, με αυτόν τον μηχανισμό, εξηγεί την υποταγή και την παθητική συναίνεση προς την τυραννία και όχι την επιθετικότητα.

Η ταύτιση με τον επιτιθέμενο είναι πυρηνικός μηχανισμός στην αλλοτρίωση και την ψευδή συνείδηση.  Η έννοια της ταύτισης με τον επιτιθέμενο, διαμορφώθηκε από τον Sándor Ferenczi (1932) στις απαρχές της ναζιστικής εποχής, και αναφέρεται σε μια τραυματική αντίδραση που περιλαμβάνει μια ασυνείδητη αλλά εξαιρετικά συντονισμένη συμμόρφωση και υποταγή προς τις απαιτήσεις του επιτιθέμενου, απώλεια  του εαυτού, και παράλογη ενοχή και σύγχυση γύρω από την ευθύνη. Η ταύτιση με τον επιτιθέμενο συνεχώς αποκαλύπτεται στην ψυχοκοινωνική πραγματικότητα του σήμερα.

Οι κοινωνικοψυχολογικές εκδηλώσεις της ταύτισης με τον επιτιθέμενο, παρατηρούνται από τα πείραματα του Milgram και της φυλακής του Stanford, ως την συμμετοχή  Ψυχολόγων στα βασανιστήρια στο Γκουαντάναμο, κατά παράβαση της επαγγελματικής και προσωπικής δεοντολογίας και με την ευλογία της επαγγελματικής τους οργάνωσης και σε πολλούς άλλους τομείς. Η ταύτιση με τον επιτιθέμενο εξηγεί την φαινομενικά παθητική στάση των θυμάτων των ναζιστικών ταγμάτων και στρατοπέδων θανάτου, αλλά και την προσχώρηση και υποστήριξη από κάποιους προς το τυραννικό καθεστώς.

Η έννοια της ταύτισης με τον επιτιθέμενο του Ferenczi περιγράφει ένα συγκεκριμένο τρόπο, με τον οποίο πολλά θύματα κακοποίησης ή επίθεσης ανταποκρίνονται στον επιτιθέμενο: Αυτόματα εξαλείφουν τη δική τους αντίσταση -τις δικές τους αυθεντικές αντιλήψεις και συναισθήματα - και στιγμιαία, ακριβώς, και χωρίς σκέψη συμμορφώνονται με αυτό που ο επιτιθέμενος θέλει  να γίνουν, τόσο στην εξωτερική συμπεριφορά τους όσο και στην εσωτερική εμπειρία τους.

Η ταύτιση με τον επιτιθέμενο κατά τον Ferenczi (1933), είναι η απάντησή μας, όταν αισθανόμαστε ότι κυριευόμαστε από την απειλή, όταν έχουμε χάσει την ελπίδα ότι ο κόσμος θα μας προστατεύσει, όταν βρισκόμαστε σε κίνδυνο χωρίς καμία πιθανότητα να ξεφύγουμε. Αυτό που κάνουμε είναι να κάνουμε τον εαυτό μας να εξαφανιστεί. Σαν χαμαιλέοντες, αναμιγνυόμαστε με τον κόσμο γύρω μας, μέσα στο ίδιο το πράγμα που μας απειλεί, προκειμένου να προστατεύσουμε τους εαυτούς μας. Σταματάμε να είμαστε οι εαυτοί μας και μετατρεπόμαστε ώστε να γίνουμε η εικόνα που έχει κάποιος άλλος για εμάς. Αυτό συμβαίνει αυτόματα (Frankel J., 2002).

  Κατά τη διάρκεια του τραύματος λειτουργούν η διάσχιση, η ταύτιση, και η ενδοβολή. Η ταύτιση με τον επιτιθέμενο και η διάσχιση είναι αλληλένδετες  και αλληλοσυμπληρούμενες άμυνες. Την στιγμή του τραύματος, η διάσχιση αποσυνδέει από το συνειδητό την συναισθηματική εμπειρία που βιώνει το θύμα συμπεριλαμβανομένων των αντιλήψεων, των σκέψεων, των συναισθημάτων, και της αίσθησης ευαλωτότητας.

Η αποσύνδεση της συναισθηματικής εμπειρίας μπορεί να εξυπηρετεί δύο λειτουργίες: πρώτον, να διώχνει τον αφόρητο πόνο ή φόβο. Δεύτερον, βοηθά την προσαρμογή μας με την επιλεκτική απόσπαση μόνο εκείνων των συναισθημάτων που αν εκφράζονταν, θα συνιστούσαν κίνδυνο στην τρέχουσα κατάσταση. Η ταύτιση, μας βοηθά να γνωρίζουμε τα συναισθήματα του επιτιθέμενου, και αυτή η γνώση  γίνεται ένας οδηγός για το τι είναι ασφαλές να αισθανόμαστε και να εκφράζουμε και τι πρέπει να εξαφανίσουμε από την εξωτερική persona μας και την εσωτερική εμπειρία μας. Γνωρίζοντας τα συναισθήματα του επιτιθέμενου αντικαθιστούμε τα επικίνδυνα συναισθήματα με αυτά που κρίνουμε ότι είναι πιο ωφέλιμα για την σωτηρία μας στον παρόντα κίνδυνο. Για παράδειγμα, ένα παιδί μπορεί να διαχωρίσει τα συναισθήματα του φόβου, και να μη τα δείχνει ή ακόμα και να μη τα αισθάνεται, γιατί ξέρει, μέσα από την ταύτιση με τον εισβολέα, ότι αν τα δείξει, θα προκαλέσει μια πιο έντονη επίθεση από το δράστη. Γιατί αν νοιώθει φόβο υπάρχει η πιθανότητα να τον δείξει. Βλέποντας ο εισβολέας, ότι ο εκφοβισμός του δεν αποφέρει την φοβισμένη αντίδραση που προσδοκά, μπορεί να χάσει το σαδιστικό ενδιαφέρον του. Έτσι, το θύμα νιώθει αυτό που πρέπει, προκειμένου να είναι πειστικό στο ρόλο που θα το  σώσει.

Με τον τρόπο αυτό, η ταύτιση με τον επιτιθέμενο ενημερώνει και δομεί την διάσχιση στο έργο της προσαρμογής: η ταύτιση μας πληροφορεί ποια από τα συναισθήματά μας είναι επικίνδυνα στην παρούσα κατάσταση και η διάσχιση διώχνει αυτά τα συναισθήματα από τη συνειδητότητα.

  Η διάσχιση και η ταύτιση με τον επιτιθέμενο δημιουργούν μαζί, τρόπους να αισθανόμαστε ασφαλείς, αλλά και να ασκούμε ενεργό επιρροή στους άλλους.

Η διάσχιση μπορεί να είναι ειδική για ορισμένες αντιλήψεις και σκέψεις, όχι μόνο συναισθήματα. Κάποιος μπορεί να εξαλείψει κάτι από τη συνείδησή του, διότι αν το γνωρίζει οδηγείται στην απειλή αποκάλυψης του στο επιτιθέμενο.  Η αυτό-ενημερότητα είναι ένας μεγάλος κίνδυνος, δεδομένου ότι θα μπορούσε να οδηγήσει σε μοιραία αυτο-αποκάλυψη. Μπορεί να είναι ευκολότερο να εμποδίσουμε την αντίληψη ή την γνώση  κάποιας πληροφορίας από το να αποτρέψουμε τον εαυτό μας να πούμε κάτι που ξέρουμε. Το αποτέλεσμα είναι το τραυματισμένο πρόσωπο να κατασκευάζει μια ιδιωτική αφήγηση της ζωής του, που αφήνει απέξω κάποια πράγματα και μεγαλοποιεί  κάποια άλλα. Ο μηχανισμός αυτός λειτουργεί σε όσους υποβάλλονται σε ανάκριση με βασανιστήρια.

  Ο Ferenczi είδε τον μαζοχισμό, στις διάφορες πτυχές του, ως αναμενόμενο μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα όταν οι άνθρωποι έχουν συνηθίσει να ταυτίζονται με τον επιτιθέμενο.  Ουσιαστικά, η ταύτιση με τον επιτιθέμενο θεσμοθετείται ως γενικός τρόπος σχετίζεσθαι με τον κόσμο (Frankel, Jay 2002).  Κατά τον Ferenczi (1933) πιθανές μαζοχιστικές στρατηγικές για να επηρεάσουν τους άλλους με λεπτούς, συγκεκαλυμμένους, ή έμμεσους τρόπους μπορεί να είναι η υποταγή, η πρόκληση του επιτιθέμενου, η αυτο-υπονόμευση, και η αποπλάνηση του επιτιθέμενου. Ο  Ferenczi παρατήρησε επίσης ότι η ατιμωρησία του θύτη συχνά συνοδεύει τις τραυματικές μνήμες των ανθρώπων  που έχουν κακοποιηθεί ως παιδιά. Αυτή η ατιμωρησία μπορεί να οφείλεται στο συνεχιζόμενο κύρος και αξιοπιστία του ενδοβλημένου επιτιθέμενου / γονέα (βλέπε Fairbairn, 1943), ή του οποίου η άποψη για τα καθοριστικά γεγονότα έρχεται σε αντίθεση με τις προσωπικές αντιλήψεις του θύματος.  Αυτή η  αίσθηση της αυτο-αμφιβολίας μπορεί να επεκταθεί και σε άλλες πτυχές της εμπειρίας.  Κάποιοι άνθρωποι αισθάνονται ότι χρειάζονται συνεχώς άλλους για να επικυρώσουν αυτά που οι ίδιοι ήδη γνωρίζουν Πράγματι η χρόνια ταύτιση με τον επιτιθέμενο μπορεί να οδηγήσει σε μια κατάσταση στην οποία οι πεποιθήσεις του επιτιθέμενου αντικαθιστούν τις πεποιθήσεις του θύματος και οι πεποιθήσεις του πλέον δεν αντλούνται από την δική του εμπειρία.  Η αφήγηση κάποιου σχετικά με τη ζωή του δεν προέρχεται από προσωπική εμπειρία, αλλά από την ιστορία κάποιου άλλου. 

Οι ίδιες διεργασίες επιτελούνται και με την ατιμωρησία και την συνεχιζόμενη εξουσία των δοσίλογων της κατοχής, που συνιστά ένα τραύμα για τον συλλογικό ψυχισμό.

   Τα άτομα που έχουν βαθειά εδραιωμένη πεποίθηση ότι ο άλλος έχει ισχύ, που θα την χρησιμοποιήσει για να τα καταστρέψει, υιοθετούν στρατηγικές ταύτισης με τον επιτιθέμενο. Η εικόνα που καλλιεργείται για τον Fuhrer ως επικίνδυνου αρχηγού ευνόησε την ενεργοποίηση παρόμοιων μηχανισμών στο υποσυνείδητο του πλήθους.

H ταύτιση με τον επιτιθέμενο, σε ήπια κλίμακα, χρησιμοποιείται ως καθολική τακτική από ανθρώπους  σε θέση αδυναμίας ή ανημπόριας ως ένας τρόπος να αντιμετωπίσουν άλλους που θεωρούνται ισχυρότεροι και, ως εκ τούτου, απειλητικοί.  Τα πειράματα του Milgram (1963), κατέδειξαν πόσο διαδεδομένη είναι η τάση να συμμορφωθούν με την εξουσία, ακόμα και όταν η συμμόρφωση προσβάλλει έντονα τις δικές τους αξίες (Frankel J., 2002). Η δουλοπρέπεια ο γραικυλισμός  και η κολακεία ως συλλογικό χαρακτηριστικό αποτελεί μια ακόμη εκδοχή της ταύτισης με τον επιτιθέμενο.

Στη συνηθισμένη καθημερινή ζωή, ταύτιση με τον επιτιθέμενο, συμβαίνει στην σχεδόν καθολική τάση να "δεχτούμε" τις προβλητικές ταυτίσεις των άλλων. Ο Fromm διερεύνησε την επικρατούσα λαχτάρα να "ξεφύγουμε από την ελευθερία», πρόθυμα να θυσιάσουμε την αυτονομία μας και να ταυτιστούμε με μια αντιληπτή ισχυρή φιγούρα (Fromm 1941).  Και ο Hoffman (1998) μίλησε για τον καθολικό πειρασμό να καταφύγουμε σε κάτι μεγαλύτερο από τους εαυτούς μας, προκειμένου να αποφευχθεί η φοβερή μοναξιά (και η συνέπεια αυτής, η ανάγκη να αναλάβουμε την ευθύνη για τις δικές μας επιλογές) που είναι υπαρξιακή συνθήκη. Σβήνουμε την δική μας ιδιαιτερότητα όλη την ώρα σε κοινωνικές αλληλεπιδράσεις με συμβολικά ισχυρές προσωπικότητες στην παρουσία των οποίων  γινόμαστε ενδεείς, μειλίχιοι, άναυδοι, ή αφελείς. Γινόμαστε υπάκουοι ασθενείς, πειθήνιοι  (ακόμη και παρά την αγανάκτηση μας) υπάλληλοι, πρόθυμοι καταναλωτές, παθητικοί πολίτες. Η ταύτιση με τον επιτιθέμενο παίζει ρόλο όταν μουδιάζουμε από τον θυμωμένο τόνο κάποιου, ίσως ακόμα και όταν σιωπούμε από ένα σαγηνευτικό χαμόγελο. Το νήμα που διατρέχει όλες αυτές τις καταστάσεις είναι ότι έχουμε βάλει αυτόματα στην άκρη, τις δικές μας σκέψεις, συναισθήματα, αντιλήψεις και αποφάσεις, και κάνουμε, σκεφτόμαστε και αισθανόμαστε, ότι περιμένουν από μας να κάνουμε.

Ικανότητα συμβολισμού

Η ανάπτυξη της ικανότητας για νοητική αναπαράσταση και η μεγαλύτερη συμβολική ικανότητα ανοίγει τη δυνατότητα για άλλες προσαρμοστικές αντιδράσεις.  Ενώ στον  κανονικό ενήλικα η  διαχείριση της εμπειρίας βασίζεται στην ψυχική εργασία πάνω στην εμπειρία και στην εκπόνηση σχεδίων  και φαντασιώσεων, σε πιεστικές συνθήκες όταν κάποια κατάσταση συναισθηματικής διέγερσης είναι τόσο μεγάλη δεν μπορούν να διατηρηθούν κανονικά επίπεδα λειτουργίας του εγώ.  Περιορίζεται η δυνατότητα για νοητική επεξεργασία και αναπαράσταση και το άτομο δεν μπορεί  να διαχειριστεί την εμπειρία.  Ο πόνος και τα επώδυνα συναισθήματα (άγχος, ντροπή, ενοχή, ταπείνωση, φόβος) προκαλούν επιθετικότητα προς αυτούς που θεωρούνται ως οι αυτουργοί. Αν τα θύματα του τραύματος, δεν μπορούν να μετατρέψουν, τα κατόπιν επιβολής patterns συμπεριφοράς, σε ψυχική δραστηριότητα που μπορεί με κάποιο τρόπο να χρησιμεύσει για να ξεπεραστούν οι οδυνηρές εμπειρίες, τότε εμφανίζεται καταναγκαστική επαναλαμβανόμενη δράση και ιδεασμός. Στα πιο βάναυσα μεταχειρισμένα άτομα, μπορεί να υπάρχει μικρή μετατροπή των τραυματικών εμπειριών που μεταγενέστερα επανενεργοποιούνται με μονότονη επανάληψη, με το υποκείμενο στο ρόλο του θύματος ή του θύτη, η και εναλλάξ. Οι διασχιστικές καταστάσεις  είναι ένα άλλο μέσο στεγανοποίησης της μνήμης των εμπειριών που δεν μπορούν να μετασχηματισθούν  μέσω της φαντασίας  (Grossman W. I., 1991).

Όταν η επικοινωνία και η δράση υπόκεινται σε περιορισμούς ή εξαναγκασμούς που συνδέονται με τις επιπτώσεις της κυριαρχίας στις κοινωνικές σχέσεις, διαταράσσεται η συνοχή σκέψης και συναισθήματος. Τα λόγια και ο πράξεις δεν ταυτίζονται πια με τις προθέσεις και τα συναισθήματα. Η ικανότητα να διατηρηθεί αυτό το επίπεδο συνοχής σκέψης και συναισθήματος (η συμβολοποιημένη εμπειρία) προϋποθέτει ανοχή στις αμφίθυμες και αποϊδανικευμένες εικόνες του εαυτού και των άλλων, καθώς  και διαφοροποίηση του εαυτού από τον άλλο.

Οι αμυντικές διεργασίες συμβαίνουν όταν τα συναισθήματα που  έρχονται στο προσκήνιο από τις διαπροσωπικές συγκρούσεις, την κακοποίηση ή άλλα τραύματα δεν μπορούν να γίνουν διαχειρίσιμα  χωρίς μια παλινδρόμηση σε μια λιγότερο ολοκληρωμένη οργάνωση της ψυχής. Ο Lorenzer (1976) απεικονίζει αυτό ως μια κατάρρευση του συμβολισμού σε σημεία  και στερεότυπα. Τα σημεία μπορεί να αποτελούνται από εκλογίκευση, διανοητικοποίηση, άρνηση οποιασδήποτε γνωστικής διαδικασίας ώστε να αποφεύγεται η σύνδεση μιας «απαράδεκτης» ιδέας ή πρόθεσης με το συναίσθημα είτε αυτό είναι άγχος, είτε ενοχή είτε φόβος.

Στερεότυπο (τα οποία δεν πρέπει να συγχέεται με την κοινωνική ψυχολογική χρήση του όρου) είναι η παρορμητική ή ψυχαναγκαστική και πανομοιότυπη αντίδραση σε κάθε διαπροσωπική κατάσταση που συνηχεί με τα στοιχεία της αρχικής σχέσης στην οποία η αποσυμβολοποίηση κατέστη αναγκαία. 

H τωρινή σκηνή προκαλεί την αναπαραγωγή της συμπεριφοράς που συνδέεται με αρνητικά τονισμένα συναισθήματα για παράδειγμα ένα ανεπίλυτο θυμό και /η εξιδανίκευση του γονιού. Αυτή η εκδραμάτιση (acting out) είναι πιθανό να συνοδεύεται από γνωστικές κινήσεις στο επίπεδο των σημείων για να δικαιολογήσει ή να νομιμοποιήσει την παρορμητική δράση.

Το έργο του Alfred Lorenzer (1976), του γερμανού ψυχαναλυτή στον  οποίο στράφηκε ο Habermas για μια γλωσσολογική ανάγνωση  της ψυχαναλυτικής θεωρίας παρέχει ενδείξεις  πως να κατανοήσουμε την ιδεολογία από την άποψη της αποσυμβολοποίησης.   Οι ιδεολογίες προσφέρουν ένα συμβολικό πλαίσιο για την επιστροφή του απωθημένου (αποσυμβολοποιημένου) περιεχομένου που το συγκαλύπτουν και ταυτόχρονα το καθιστούν προσβάσιμο στη συνείδηση και στη δράση, αν και ντυμένο με ψευδή σύμβολα. Οι ιδεολογίες κυριολεκτικά οδηγούν σε ψευδή συνείδηση και μπορεί να αντικαταστήσουν τα κλινικά συμπτώματα. Με αυτόν τον τρόπο, οι ιδεολογίες μπορούν ακόμη και να συμβάλλουν στην πρόληψη παθολογιών (Lorenzer, 1981).

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

επιστροφή στην κορυφή

Επικοινωνήστε με το Σχέδιο β'

Σολωμού 13, Εξάρχεια, 2ος όροφος (5μμ - 10μμ)

info@sxedio-b.gr

2108224344