Φασισμός : Ιδεολογία και Προσωπικότητα, του Νίκου Μαρκέτου

Φασισμός : Ιδεολογία και Προσωπικότητα, του Νίκου Μαρκέτου

7.Φασισμός : Ιδεολογία και Προσωπικότητα

Ο δημοκρατικός εαυτός, όπως και η εξωτερική δημοκρατία, απαιτεί συνεχή επαγρύπνηση ενάντια στους ψυχωτικούς μηχανισμούς της δίωξης, της ακραίας εξάρτησης, των μεσσιανικών ελπίδων, της συγχώνευσης με ένα εξιδανικευμένο αντικείμενο.   Ενάντια στους πειρασμούς και τις αυταπάτες της παντοδυναμίας και των εξιδανικεύσεων, ενάντια στην διολίσθηση είτε προς το χάος είτε προς την τυραννία.

Ένα ανησυχητικό ερώτημα  που προκύπτει είναι αν το άτομο μπορεί πραγματικά να θέλει να είναι μέρος των ιεραρχικών, αυταρχικών δομών, δηλαδή, ότι αν μπορεί να εμφιλοχωρεί στο άτομο ένας «αυταρχικός πόθος".

Οι αρχικές έρευνες για τον αυταρχισμό έγιναν από τους Reich και Fromm στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Ο Fromm είχε περιγράψει μια «σαδομαζοχιστική δομή χαρακτήρα» που την θεωρούσε αποτέλεσμα μιας πατριαρχικής οικογένειας με ένα πατέρα που προσπαθεί με την αυταρχική συμπεριφορά, να αποκαταστήσει την εξουσία του, που έχει κλονιστεί από την αποδυνάμωση της κοινωνικής του θέσης. Τα παιδιά υποτάσσονται στον πατέρα, αναπτύσσουν ένα άκαμπτο και τιμωρητικό υπερεγώ και προβάλλουν την επιθετικότητα τους, που πριν κατευθυνόταν στον πατέρα τους, στους εξωτερικούς εχθρούς. Η ιδέα αυτή πρόσφερε μια εξήγηση για την ευρεία υποστήριξη του εθνικοσοσιαλισμού μεταξύ του γερμανικού πληθυσμού και για την ευενδοτότητα των Γερμανών εργατών σε αυτόν. Ήδη από το 1929/30, ο Fromm και οι συνάδελφοί του διεξήγαγαν έρευνες μεταξύ των εργατών, για λογαριασμό του ινστιτούτου για την κοινωνική έρευνα [InstitutfürSozialforschungIfS].  οι οποίες ανέλυσαν τις πολιτικές και κοινωνικές στάσεις καθώς και τη κατανομή ορισμένων κοινωνικών χαρακτήρων στους εργαζόμενους (Fromm 1931/1980). Η μελέτη παρείχε τη βάση για όλα τα ερευνητικά προγράμματα που ακολούθησαν και, εκτός από την επιστημονική αξία των πληροφοριών που αποκτήθηκαν, τα εξαιρετικά δυσάρεστα αποτελέσματα της χρησίμευσαν ως προειδοποιητικό μήνυμα για τα μέλη του ινστιτούτου, αποκαλύπτοντας πόσο χαμηλή ήταν στην πραγματικότητα η ετοιμότητα των εργαζομένων για αντίσταση ενάντια στον Εθνικοσοσιαλισμό. Το 1936, το IfS συνέταξε τις μελέτες για την εξουσία και την Οικογένεια (Horkheimer, 1936), οι οποίες σχεδιάστηκαν τόσο ως θεωρητικές όσο και ως εμπειρικές μελέτες, και υιοθέτησαν την έννοια του κοινωνικού χαρακτήρα του Fromm.

Για τον Fromm το πνεύμα της τυφλής υπακοής σε έναν ηγέτη και το μίσος κατά των φυλετικών και πολιτικών μειονοτήτων, η λαχτάρα για κατάκτηση και κυριαρχία, ασκεί μια τεράστια συναισθηματική έλξη στην κατώτερη μεσαία τάξη. Αυτό οφείλεται στον κοινωνικό χαρακτήρα της κατώτερης μεσαίας τάξης, ο οποίος είναι σημαντικά διαφορετικός από εκείνο της εργατικής τάξης, των ανωτέρων στρωμάτων της μεσαίας τάξης, και της αριστοκρατίας. Αυτό το τμήμα της μεσαίας τάξης το χαρακτηρίζει: η αγάπη για τους ισχυρούς, το μίσος για τους αδύναμους, οι μικροπρέπειες, η εχθρότητα, η φειδώ στα συναισθήματα, η φιλαργυρία ο ασκητισμός. Έχουν στενή θεώρηση της ζωής, υποπτεύονται και μισούν τον ξένο, εκλογικεύουν τον φθόνο ως ηθική αγανάκτηση. Ολόκληρη η ζωή τους βασίζεται στο στοιχείο της μικροψυχίας-τόσο από οικονομική όσο και από ψυχολογική άποψη.

Οι Adorno, Frenkel-Brunswick, Levinson και Sanford (1950) συνέταξαν ένα μεγάλο σώμα έρευνας και θεωρίας (γνωστές ως μελέτες Berkeley), που προσπάθησε να ορίσει έναν τύπο προσωπικότητας που χαρακτήριζε το «εν δυνάμει φασίστα". Η έρευνά τους έγινε μέσα από ένα ψυχαναλυτικό / ψυχοκοινωνικό θεωρητικό πλαίσιο και στο ιστορικό πλαίσιο της ανόδου του φασισμού τη δεκαετία του 1930, του Β' Παγκόσμιου Πόλεμου, και του Ολοκαυτώματος. Συνεπώς, το κύριο συστατικό αυτού του τύπου προσωπικότητας είναι αυτός που είναι επιρρεπής στην αντισημιτική ιδεολογία και στις αντιδημοκρατικές πολιτικές πεποιθήσεις.

Οι ερευνητές διαμόρφωσαν την " κλίμακα- F(ascism)», για την διάγνωση  της  αυταρχικότητας, που συγκεντρώνει ένα σύνολο πεποιθήσεων που πιστεύεται ότι σχετίζονται με τον αυταρχισμό. Η κλίμακα περιλαμβάνει εννέα παραμέτρους, που υποτίθεται ότι  καθορίζουν την "δομή του δεκτικού σε αντιδημοκρατική προπαγάνδα ατόμου".

1) συμβατικότητα Kομφορμισμός 2) Αυταρχική Υποταγή -Υπακοή και αυταρχισμός 3) Αυταρχική Επιθετικότητα -Τιμωρητική ηθική  4) εναντίωση στην επεξεργασία της εμπειρίας με  τα συναισθήματα και την φαντασία (Anti –intraception) 5) Δεισιδαιμονία και Στερεοτυπία  6) Δύναμη και «σκληρότητα»  7) Καταστροφικότητα και κυνισμός 8) Προβλητικότητα 9) Υπερβολικό ενδιαφέρον για τα σεξουαλικά «ζητήματα»

Σε μια εφαρμογή της κλίμακας σε 16 ναζί εγκληματίες υπόδικους στη Δίκη της Νυρεμβέργης, σε  συνδυασμό με το τεστ Rorschach, διαπιστώθηκε ότι αυτοί οι Ναζί παρουσίασαν υψηλές επιδόσεις σε τρεις παραμέτρους (αντι-intraception, δεισιδαιμονία και στερεοτυπία, και προβολές), αλλά όχι και στις εννέα, όπως προέβλεπε η θεωρία (Zillmer, et al., 1995).

Οι Adorno, κ.ά. (1950) είδαν την αυταρχική προσωπικότητα να έχει ένα αυστηρό υπερεγώ  που ελέγχει ένα αδύναμο εγώ  που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τις ισχυρές εσωτερικές παρορμήσεις. Οι προκύπτουσες ενδοψυχικές συγκρούσεις προκαλούν ανασφάλεια, με αποτέλεσμα το υπερεγώ  να υποτάσσεται σε έξωθεν επιβεβλημένες συμβατικές νόρμες (συμβατικότητα), καθώς  και στην εξουσία που επιβάλλει αυτές τις νόρμες (αυταρχική υποταγή). Ο μηχανισμός της προβολής λειτουργεί όταν το άτομο απωθεί το άγχος που παράγει η εσωτερική παρόρμηση, αποδίδοντας την σε «κατώτερες» μειονοτικές ομάδες, με συνοδές πεποιθήσεις που είναι πολύ αξιολογικές (ισχύς και σκληρότητα), και άκαμπτες (στερεοτυπία). Επιπλέον, υπάρχει μια κυνική άποψη για τους ανθρώπους  και ανάγκη για δύναμη και σκληρότητα που προκύπτει από την ανησυχία που παράγουν οι παρεκτροπές από τις συμβατικές νόρμες της κοινωνίας (καταστροφικότητα και κυνισμός). Άλλα χαρακτηριστικά του αυταρχισμού είναι η αμείλικτη μεταχείριση εκείνων που παραβιάζουν τις συμβατικές αξίες (αυταρχική επιθετικότητα), μια γενική εναντίωση σε τάσεις προς τον συναισθηματισμό ή την φαντασία (αντι-intraception), μια τάση προς τον μυστικισμό (δεισιδαιμονία), και, τέλος, μια υπερβολική αποστροφή προς κάθε μορφήακολασίας.

Το pattern του αυταρχισμού υπάρχει σε οικογένειες με "ιεραρχικές, αυταρχικές, εκμεταλλευτικές" σχέσεις. Οι γονείς που έχουν ανάγκη για κυριαρχία, και καταπιέζουν και απειλούν το παιδί και απαιτούν υπακοή στις συμβατικές συμπεριφορές, ευοδώνουν τα χαρακτηριστικά αυτής της προσωπικότητας. Επίσης, οι γονείς έχουν ενασχόληση με το κοινωνικό κύρος, και το μεταδίδουν στο παιδί με άκαμπτους και εξωτερικευμένους κανόνες. Στη συνέχεια, το παιδί μεταστρέφει την κατασταλμένη εχθρότητα και επιθετικότητα προς τους γονείς, σε ευλαβική εξιδανίκευση.

Η έννοια του αυταρχισμού υιοθετήθηκε από την Christel Hopf (1995), η οποία κριτικάρει τους Adorno et al. για υπερβολική έμφαση στην παραδοσιακή εικόνα του πατέρα και στη Οιδιπόδεια σύγκρουση. Η Hopf, αντιθέτως, αποδίδει μεγαλύτερη σημασία στη μητέρα μέσα στην οικογένεια και τονίζει ότι οι προβληματικές και αβέβαιες εμπειρίες προσκόλλησης καθώς και οι προ-Οιδιπόδειες σχέσεις μεταξύ του παιδιού και της μητέρας ή άλλου σημαντικού προσώπου είναι σημαντικοί παράγοντες για την ανάπτυξη αυταρχικών δομών χαρακτήρα. Η Hopf υπογραμμίζει τη σημασία συγκεκριμένων εμπειριών κοινωνικοποίησης που μπορούν να αλλάξουν την πορεία ανάπτυξης προς μια άλλη κατεύθυνση.

Ο Manfred Clemenz, ακολουθώντας συγγραφείς όπως ο Adorno (1955α), αλλά και οι Bohleber, Brede, Heim και Overbeck, θεωρεί τον συνδυασμό των απόψεων τόσο για το Οιδιπόδειο όσο και για τον ναρκισσισμό, ιδιαίτερα χρήσιμο για τη μελέτη των δεξιών δομών προσωπικότητας (βλέπε Clemenz, 1998). Για παράδειγμα, η Karola Brede πρότεινε την έννοια του "νέου αυταρχικού" που χαρακτηρίζεται από στοιχεία όπως η αυτοαναφορικότητα, η δυσανεξία στην ασάφεια, η άμυνα ενάντια στην εμπειρία της αποτυχίας, οι ναρκισσιστικές παραληρητικές ιδέες μεγαλείου, ή συγχώνευσης με ανώτερους κ.λπ., τα οποία, σύμφωνα με τον Clemenz, μπορούν να θεωρηθούν ως «ψυχολογικές συσχετίσεις της οικονομικά και τεχνολογικά επιβαλλόμενης διαδικασίας της νεωτερικότητας» (Clemenz, 1998).

Η επικύρωση μιας ιδεολογικής κοσμοθεωρίας γίνεται στη νεαρή ενήλικο ζωή, σε ένα χρονικό σημείο κατά το οποίο το άτομο αυτονομείται από τους γονείς του και δημιουργεί μια ανεξάρτητη κοινωνική ταυτότητα μέσα από την εργασία και την επιλογή συντρόφου. Όταν αναλύουμε την προσκόλληση σε ιδεολογικά κινήματα, μπορεί να είναι γόνιμο να ληφθεί ως σημείο εκκίνησης η διαδικασία αποχωρισμού-ατομικοποίησης (MargaretMahler 1975), η οποία ξεδιπλώνεται πάντα μέσα σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό περιβάλλον. Ίσως η ταύτιση με το έθνος και ένα "καθαρόαιμο" λαό αποτελεί μια "λύση" αν το επιμέρους έργο της ταυτότητας φαίνεται πολύ περίπλοκο. Το ερώτημα  «Ποιός είμαι;" αντικαθίσταται από το "Πού μπορώ να ανήκω;" (Bohleber, 2010), και ο νεαρός ενήλικας γλιτώνει από την πρόκληση να διαμορφώσει μια ξεχωριστή, ατομική ταυτότητα σε έναν κόσμο αντιπαλότητας, ανταγωνισμού, και πλουραλισμού.

Σύμφωνα με την θεωρία προσκόλλησης (attachementtheory, Bowlby1969/1973) οι εμπειρίες προσκόλλησης με τον γονιό στην πρώιμη παιδική ηλικία, γίνονται ένα πρωτότυπο για τις σχέσεις στην ενήλικη ζωή και θεμέλιο για την ανάπτυξη πιο γενικευμένων απόψεων για τον κόσμο και είναι πιθανό να είναι ένα σημαντικό συστατικό για την ανάπτυξη γενικών κοσμοθεωριών και την υιοθέτηση ιδεολογιών. Αρκετές μελέτες έχουν αναφέρει ότι άτομα με ασφαλή  προσκόλληση βλέπουν την οικειότητα ως πρωταρχικό στόχο στις διαπροσωπικές σχέσεις, είναι πιο ανεκτικοί στην ασάφεια και την διαταραχή, λιγότερο δογματικοί, έχουν λιγότερη ανάγκη για βεβαιότητες, και είναι λιγότερο εξαρτημένοι από εθνικά στερεότυπα από ό, τι τα άτομα με υψηλό βαθμό  αγχώδους και αποφευκτικής προσκόλλησης (Mikulincer, 1997). Επίσης μελέτες δείχνουν ότι η ασφαλής προσκόλληση μειώνει τις προκαταλήψεις και μετριάζει την επιθυμία για τιμωρία  των παραβατών  της ηθικής (Mikulincer & Florian, 2000).  Οι δύο τύποι αρνητικής προσκόλλησης των ενηλίκων (αγχώδης και αποφευτικός τύπος) συνδέονται με την υιοθέτηση απόψεων ότι  ο κόσμος είναι επικίνδυνος ή ο κόσμος είναι μια ανταγωνιστική ζούγκλα. Έτσι τα άτομα με έντονα αγχώδη προσκόλληση, εύκολα νοιώθουν ότι απειλούνται, δεν ανέχονται την ασάφεια είναι δογματικά, και πρωτίστως αναζητούν την ασφάλεια στις σχέσεις (αντί για την οικειότητα) (Mikulincer & Shaver, 2003). Βλέπουν τον κόσμο σαν ένα επικίνδυνο και απειλητικό τόπο και θα επιδιώξουν την συμμόρφωση, την παράδοση, την ασφάλεια, και τον κοινωνικό έλεγχο.

Από την άλλη πλευρά, άτομα που έχουν αποφευκτικό τύπο προσκόλλησης, έχουν έλλειψη διαπροσωπικής θέρμης και εμπιστοσύνης, είναι ιδιαίτερα αυτοδύναμα, και ως πρωταρχικό στόχο στις διαπροσωπικές σχέσεις έχουν τον έλεγχο των άλλων (Hazan & Shaver, 1987). Αυτά τα άτομα είναι πιθανό να γίνουν ισχυρογνώμονες και να υιοθετήσουν κοινωνικές συμπεριφορές που σχετίζονται με την εξουσία, την δυσπιστία, και τον κυνισμό.

Διαδραστική προσέγγιση

Οι συζητήσεις σχετικά με τον αυταρχισμό επικεντρώνονται κατά κύριο λόγο σε διαμάχες  "κατάσταση ή χαρακτήρας". Η διαδραστική προσέγγιση των Haslam και Reichel (2006a) υποστηρίζει ότι τόσο το άτομο όσο και η κατάσταση μεταμορφώνονται μέσα από την αλληλεπίδραση τους, και βλέπουν την ατομική κοινωνική ψυχολογία των τυράννων και την συλλογική τυραννία ως αλληλεξαρτώμενες και αλληλοενισχυόμενες.

Οι ατομικές ψυχολογίες είναι τόσο αποτέλεσμα όσο και καθοριστικός παράγων της δυναμικής της ομάδας. Το σημαντικό είναι να απαντήσουμε σχετικά με το πότε επικρατεί η τυραννία, γιατί επικρατεί, και πως οι άνθρωποι μεταμορφώνονται σε τύραννους. Φαίνεται ότι ο αυταρχισμός είναι ένα αναδυόμενο προϊόν της δυναμικής της ζωής της ομάδας (Haslam & Reicher, 2006). Οι αυταρχικοί μπορούν να ασκήσουν ηγετικό ρόλο και να δημιουργήσουν ένα αυταρχικό κόσμο, μόνο όταν οι περιστάσεις τους μετακινήσουν από μια περιθωριακή θέση σε ένα πεδίο όπου αντιπροσωπεύουν την ευρύτερη μάζα. Οι άνθρωποι είναι πολύ πιο πιθανό να υιοθετήσουν ακραία κοινωνικά συστήματα, όταν οι δικές τους ομάδες έχουν αποτύχει και όταν φαίνεται να χρειάζονται αυταρχικούς ηγέτες για να βάλουν τάξη σε έναν κόσμο σε χάος. Με τον τρόπο αυτό, όπως προτείνουν οι ιστορικές αναλύσεις της ανόδου του ναζισμού (Hobsbawm, 1995), τα θεμέλια των αυταρχικών ομάδων  συχνά βασίζονται στην αποτυχία των πιο δημοκρατικών.

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

επιστροφή στην κορυφή

Επικοινωνήστε με το Σχέδιο β'

Σολωμού 13, Εξάρχεια, 2ος όροφος (5μμ - 10μμ)

info@sxedio-b.gr

2108224344