Eπιθετικότητα και καταστροφικότητα, του Νίκου Μαρκέτου

Eπιθετικότητα και καταστροφικότητα, του Νίκου Μαρκέτου

6. Eπιθετικότητα και καταστροφικότητα

Ο Heinz Kohut υποστηρίζει ότι το βρέφος έχει δύο σημαντικές ψυχολογικές κατασκευές: τον μεγαλειώδη-επιδεικτικό  εαυτό και την εξιδανικευμένη γονική εικόνα. Η παθολογία στην πρώτη περιοχή οδηγεί σε καθήλωση στην μεγαλομανία, και η παθολογία στην δεύτερη περιοχή οδηγεί σε καθηλώσεις σε αρχαϊκές εξιδανικεύσεις των συμβόλων της εξουσίας και σε αφοσίωση στον αρχηγό.

      Στην εργασία του σχετικά με την ναρκισσιστική οργή, ο Kohut περιγράφει πως, η πυρηνική ψυχοπαθολογία των ατόμων αυτών περιστρέφεται γύρω από τον φόβο κατακερματισμού του εαυτού. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις όταν ο εαυτός παραμένει ευάλωτος και επιρρεπής σε κατακερματισμό μπορεί να προκληθεί επιθετικότητα.  Αυτή η επιθετικότητα μπορεί να προκαλέσει έντονες και βίαιες καταστροφικές αντιδράσεις.  Προκύπτουν από την οργή που φέρνει το ξεφούσκωμα μιας αρχαϊκής μεγαλομανίας ή μια τραυματική απογοήτευση από ένα εξιδανικευμένο πρόσωπο (Kohut, 1972).

 Οποιαδήποτε αντιληπτή προσβολή ή γελοιοποίηση μπορεί να φέρει συναισθήματα έντονης οργής και επίμονη ανάγκη για εκδίκηση. Ο HeinzKohut το ονομάζει αυτό «ναρκισσιστική οργή» (Kohut, H. 1978).

Η ναρκισσιστική οργή μπορεί να προκληθεί από μια απειλή για κάτι που είναι κεντρικής σημασίας για τον εαυτό – όπως το σώμα, οι φίλοι και η οικογένεια, το φύλο ή η εθνικότητα, το έθνος, οι θρησκευτικές ή πολιτικές πεποιθήσεις. Γνωρίζουμε από τις μελέτες του πολέμου ότι η κατασκευή αποδιοπομπαίων τράγων και η βλάβη των εχθρών είναι ιδιαίτερα πιθανό να συμβεί υπό συνθήκες που προέρχονται από μια αντιληπτή επίθεση στην αίσθηση του εαυτού: κακουχίες, απειλή, άγχος και ματαίωση (Staub, E. 1989).  Η  οργή προκύπτει σα μια προσπάθεια απομάκρυνσης του τραυματικού πόνου και έτσι να καταστρέψει τον εχθρό που μας τον προκαλεί. Συχνά, υπάρχει παντελής έλλειψη ενσυναίσθησης και μια δίψα για επιβεβαίωση της δύναμης και του ελέγχου (KohutH., 1978).  Άτομα με χρόνια ναρκισσιστική οργή μπορεί να φέρονται στους άλλους σαδιστικά.

Η Christina Wieland (2015) αναφέρει ένα άλλο μηχανισμό άμυνας ενάντια στην απειλή του κατακερματισμού, που γεννά την επιθετικότητα. Όταν η σοβαρή εσωτερική διάσπαση (όπως στην ψύχωση) απειλεί το άτομο με αφανισμό ή κατακερματισμό, τότε συμβαίνει ομογενοποίηση της ψυχής. Ομογενοποίηση της ψυχής μπορεί να συμβεί παροδικά και υπό την επήρεια ναρκωτικών, ή υπνωτιστικών θρησκευτικών πρακτικών, ή υπό την επήρεια μανιακών καταστάσεων. Σε αυτή την κατάσταση το άτομο προσπαθεί να αδειάσει τον εαυτό του από όλες τις σκέψεις, όλες τις συγκρούσεις, όλες τις προσκολλήσεις και να πετύχει μια εσωτερική συνοχή για να εμποδίσει τον κατακερματισμό. Άλλοι χειρισμοί μπορεί να περιλαμβάνουν ιδεοληπτικές πρακτικές, υστερική διάσχιση, διαστροφικές πρακτικές. Ορισμένα θρησκευτικά και πολιτικά δόγματα, με την απλότητα και την απαίτηση τους για απόλυτη προσήλωση,  απλοποιούν και ομογενοποιούν επίσης τον νου των οπαδών. Οι μεμονωμένες κοινωνιοπαθητικές και ψυχοπαθητικές πρακτικές λειτουργούν επίσης με αυτόν τον τρόπο.

Οι έμμονες παραληρητικές ιδέες που οδηγούν σε ορισμένα κοινωνιοπαθητικά εγκλήματα μπορεί να θεωρηθούν ότι δεσμεύουν τον εαυτό και τον εμποδίζουν να αντικρύσει την πραγματικότητα με όλους τους φόβους εισβολής και καταστροφής από ξένα αντικείμενα. Για παράδειγμα, ο νορβηγός μαζικός δολοφόνος AndersBehringBreivik, εκυριαρχείτο από τη εμμονή μιας καθαρής, ομογενοποιημένης κουλτούρας και είχε μια διωκτική παραληρητική ιδέα ότι ο δυτικός πολιτισμός μολύνεται και καταστρέφεται από τους ξένους. Μπορούμε να υποθέσουμε εδώ ότι ο στόχος για ένα «καθαρό» δυτικό πολιτισμό αποκαλύπτει την επιδίωξη για ένα καθαρό, ομογενοποιημένο εσωτερικό κόσμο όπου οι άβολες συγκρούσεις και συναισθήματα εξαφανίζονται. Στη δίκη του, ο Breivik περιέγραψε μια «τεχνική διαλογισμού» που είχε αναπτύξει για να αμβλύνει τα συναισθήματα ενσυναίσθησης και συμπόνιας και ως εκ τούτου, την εσωτερική σύγκρουση που θα μπορούσε να προκύψει.

Ο Fromm αποδίδει την καταστροφικότητα στην αβίωτη ζωή (unlivedlife) (Fromm,1973).  Με αυτό αναφέρεται  στην ματαίωση ολόκληρης της ζωής, του  αποκλεισμού του αυθορμητισμού της ανάπτυξης και της έκφρασης των αισθησιακών, συναισθηματικών και πνευματικών δυνατοτήτων του ανθρώπου. Όσο περισσότερο πραγματώνεται η ζωή, τόσο λιγότερη είναι η δύναμη της καταστροφικότητας.   Οι ατομικές και κοινωνικές συνθήκες που καταστέλλουν την ζωή παράγουν το πάθος για την καταστροφή που γεμίζει την δεξαμενή από την οποία τρέφονται οι ιδιαίτερα εχθρικές τάσεις, είτε ενάντια σε άλλους ή κατά του εαυτού.

Αυτή η εσωτερική παρεμπόδιση αυξάνεται με τα πολιτιστικά ταμπού για την ευχαρίστηση και την ευτυχία, όπως αυτά περνούν μέσω της θρησκείας και των ηθών της μεσαίας τάξης από την περίοδο της Μεταρρύθμισης.

Η εχθρότητα που διέπνεε την μεσαία τάξη στην εποχή της Μεταρρύθμισης βρήκε την έκφραση της σε ορισμένες θρησκευτικές αντιλήψεις του Προτεσταντισμού, ειδικά στο ασκητικό του πνεύμα, και στην εικόνα του Καλβίνου για ένα ανελέητο Θεό που ευχαριστιέται να καταδικάζει μέρος της ανθρωπότητας στην αιώνια καταδίκη χωρίς δική της υπαιτιότητα. Αργότερα, η μεσαία τάξη εξέφρασε την εχθρότητα της συγκεκαλυμμένα κυρίως ως ηθική αγανάκτηση, η οποία συνιστά εκλογίκευση ενός έντονου φθόνου εναντίον εκείνων που είχαν τα μέσα να απολαμβάνουν τη ζωή. Στον εικοστό αιώνα η καταστροφικότητα της κατώτερης μεσαίας τάξης ήταν ένας σημαντικός παράγοντας για την άνοδο του ναζισμού, ο οποίος προσείλκυσε αυτούς τους καταστροφικούς πόθους και τους χρησιμοποίησε στη μάχη ενάντια στους εχθρούς του. Η ρίζα της καταστροφικότητας στην κατώτερη μεσαία τάξη είναι εύκολα αναγνωρίσιμη.  Η απομόνωση του ατόμου και η καταστολή της προσωπικής ανάπτυξης, συμβαίνει σε ένα υψηλότερο βαθμό στην κατώτερη μεσαία τάξη από ό, τι στις άλλες τάξεις (FrommE., 1973).

Η επιθετικότητα και καταστροφικότητα μπορεί να πηγάζει από τον φθόνο. Ο φθόνος έχει ως στόχο να επιτεθεί στο ίδιο το αντικείμενο της επιθυμίας και όχι σε οποιαδήποτε αντιληπτό αντίπαλο και συμβολίζει ένα άγριο μίσος για την καλοσύνη του αντικειμένου.  Ενεργοποιείται στην προοπτική ότι κάποιος άλλος μπορεί να απολαύσει τα αγαθά του. Ο φθόνος είναι ενδογενής, αδηφάγος και κάθε φορά θα αναζητά ένα αντικείμενο στο οποίο να επικεντρωθεί (Klein, 1955).

Η Klein μίλησε για δύο μορφές πρωτογενούς φθόνου. Η πρώτη μορφή του φθόνου είναι καταστροφικής φύσεως και αναζητά ένα πρόσωπο προς το οποίο μπορεί να κατευθύνει την επιθετικότητα του, προκειμένου να το ληστέψει από την καλοσύνη του και επομένως να επιφέρει την στέρηση (Klein, 1955). Η δεύτερη μορφή του φθόνου, προκαλείται από τον μη διαθέσιμο μαστό και από την αγωνία της στέρησης. Στην περιγραφή αυτής της μορφής φθόνου, η Klein δικαιολογεί την επιθετική φύση του φθόνου. Το βρέφος βιώνει μια κλιμάκωση της απληστίας του και του διωκτικού άγχους του, αν δεν έχει τραφεί ικανοποιητικά, με αποτέλεσμα την μνησικακία προς το στήθος. Κατά συνέπεια, το βρέφος αντιλαμβάνεται το στήθος ως στερητικό και κακό (Klein, 1946).

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

επιστροφή στην κορυφή

Επικοινωνήστε με το Σχέδιο β'

Σολωμού 13, Εξάρχεια, 2ος όροφος (5μμ - 10μμ)

info@sxedio-b.gr

2108224344