Φασισμός: Προσέγγιση του φαινομένου. Ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο. Tου Νίκου Μαρκέτου, ψυχιάτρου

Φασισμός: Προσέγγιση του φαινομένου. Ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο.  Tου Νίκου Μαρκέτου, ψυχιάτρου

Φασισμός: Προσέγγιση του φαινομένου. Ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο.

του Νίκου Μαρκέτου, ψυχιάτρου

Το δημοσιευόμενο κείμενο αποτελεί την πρώτη ενότητα του εξαιρετικά ενδιαφέροντως κειμένου του ψυχιάτρου Νίκου Μαρκέτου "Η Ψυχολογία του Φασισμού - μια βιβλιογραφική ανασκόπηση". Θα ακολουθήσουν έντεκα συνέχειες, ώστε να καλυφθούν και οι δώδεκα ενότητες της πολύ αξιόλογης αυτής νέας και πολύ επίκαιρης εργασίας

1.Προσέγγιση του φαινομένου. Ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο

Εισαγωγή

Τότε και σήμερα

Παρακολουθώντας την επανεμφάνιση του φασισμού στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, το κοινωνικό σώμα προβάλει το αίτημα για κατανόηση και νοηματοδότηση.  Η ψυχολογική νοηματοδότηση δεν σκοπεύει να αποπολιτικοποιήσει το φασιστικό φαινόμενο. Οι φασιστικές πρακτικές είναι της ίδιας κατηγορίας με τις πρακτικές ενός συστήματος διασφάλισης των σχέσεων εξουσίας, της εκμετάλλευσης, της χειραγώγησης, της βίας και ενός γραφειοκρατικού συστήματος ηθικά τυφλού που η αποστολή του είναι να υλοποιεί με την μέγιστη αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα την πολιτική της εξουσίας.  Όσο ο καπιταλισμός γίνεται πιο αδίστακτος και ληστρικός τόσο θα αυξάνονται η χειραγώγηση η βία και η καταστολή. Ως εκ τούτου, το φασιστικό φαινόμενο εμπίπτει εξ ολοκλήρου στην αναλυτική της εξουσίας, γιατί «ο φασισμός είναι πρωτίστως και θεμελιωδώς μια πολιτική» (Badiou) και μάλιστα μια παροξυσμική εκδοχή της βιοπολιτικής (Foucault 1997).

Η παρούσα εργασία δεν σκοπεύει να ψυχιατρικοποιήσει ατομικά τον φασίστα, αλλά να συμβάλει στην κατανόηση του ακτιβισμού και της δυναμικής των φασιστικών ομάδων, της έλξης που ασκεί στην μάζα η φασιστική ρητορική και των διεργασιών της υποταγής στην εξουσία.

 Ο ολοκληρωτισμός σταδιακά και ύπουλα διεισδύει στην καθημερινότητα μας.  Όπως αναλύθηκε στο προηγούμενο άρθρο, ο μετανεωτερικός άνθρωπος έχει χάσει τα ανοσία του ενάντια στην απολυταρχία και είναι έτοιμος να καλωσορίσει την νέα μορφή τυραννίας. Θα πρέπει να κατανοήσουμε το φαινόμενο του Φασισμού, εις βάθος και να μην περιοριζόμαστε σε αφορισμούς. 

Υπάρχει μια σιωπή εκ μέρους της γνήσιας φιλοσοφικής κριτικής σε ό, τι αφορά την λεγόμενη φασιστική ιδεολογία. Η φιλοσοφία ως «σχολή» δεν έχει καμία πραγματική εργασία για το "θεωρητικό φασισμό». Οι εξηγήσεις του φασισμού ως μηδενισμός (Rauschning κ.ά.). ή ως προϊόν του «ολοκληρωτικού τρόπου σκέψης» παραμένει ασαφής και ανακριβής  (Sloterdijk P., 1987).

Για τον Sloterdijk, η ολοκληρωτική ιδεολογία δεν έχει την αξίωση ενός συστήματος που κάνει ένα ισχυρισμό της αλήθειας. Ούτε καν οι συντάκτες της, αξιώνουν να ληφθεί σοβαρά υπόψη – ο χαρακτήρας της είναι ακριβώς ενός μέσου χειραγώγησης, καθαρά εξωτερικού και εργαλειακού. Η κυριαρχία της κατοχυρώνεται όχι από την αξία της αλήθειας, αλλά από την απλή έξω-ιδεολογική βία και την υπόσχεση του κέρδους.

Ο ιστορικός Robert Paxton δεν πιστεύει ότι ο φασισμός χαρακτηρίζεται από την ιδεολογία του ή από ορισμένες αμετάβλητες πολιτικές θέσεις αλλά από τα «υπόγεια πάθη» που πυροδοτεί και αντιπροσωπεύει. Η άποψη αυτή πλησιάζει σ’ αυτό που οι ψυχαναλυτές ονομάζουν «φασιστική κατάσταση του νου» (Paxton 2004).

Ο Baudrillard στοβιβλίοτου ‘Simulacra and simulation γράφει:

«Ο ίδιος ο φασισμός, το μυστήριο της εμφάνισης του και της συλλογικής ενέργειας του, την οποία καμία ερμηνεία δεν μπόρεσε να κατανοήσει (ούτε η μαρξιστική για την πολιτική χειραγώγηση από τις κυρίαρχες τάξεις, ούτε η Ραϊχική για τη σεξουαλική καταπίεση των μαζών, ούτε η Ντελεζιανή για την δεσποτική παράνοια), μπορεί ήδη να ερμηνευθεί ως η «παράλογη» έξαρση των μυθικών και πολιτικών αναφορών, η παρανοϊκή  έξαρση της συλλογικής αξίας (αίμα, φυλή, λαός, κλπ), η επανέγχυση του θανάτου, μιας "πολιτικής αισθητικής του θανάτου» σε μια εποχή που γίνεται ήδη έντονα αισθητή στην Δύση η διαδικασία της αποιδανικοποίησης της αξίας και των συλλογικών αξιών, της ορθολογικής εκκοσμίκευσης και μονοδιάστατης αντίληψης της ζωής. Ο φασισμός είναι μια αντίσταση σε αυτό, ακόμα κι αν είναι μια βαθιά, παράλογη, παράφρων αντίσταση, δεν θα είχε αντλήσει αυτή την τεράστια ενέργεια αν δεν ήταν μια αντίσταση σε κάτι πολύ χειρότερο. Η βαναυσότητα του φασισμού, η τρομοκρατία του είναι στο επίπεδο αυτού του άλλου τρόμου που είναι η σύγχυση του πραγματικού και του λογικού, η οποία εμβάθυνε στη Δύση, και είναι μια απάντηση σε αυτήν».

(Baudrillard, J. 1981)

Αντίστοιχα, οι Horkheimer  και Adorno, βλέπουν τον φασισμό σαν  μια σκόπιμη επαναλειτουργικοποίηση (δηλαδή, που επιβάλλεται από πολιτικές ελίτ) της αντίστασης κατά την οποία η υποκειμενική φύση  αντιστέκεται στον εξορθολογισμό. Ο Horkheimer ερμηνεύει την ολοένα και πιο διαπεραστική δυσαρέσκεια εντός του πολιτισμού ως εξέγερση του υποκειμενικού χαρακτήρα κατά της πραγμοποίησης, ως «επανάσταση της φύσης»: «Όσο πιο δυνατά η ιδέα του ορθολογισμού διακηρύσσεται και αναγνωρίζεται, τόσο ισχυρότερη είναι η αύξηση, στο ψυχισμό των ανθρώπων, της συνειδητής ή ασυνείδητης δυσαρέσκειας για τον πολιτισμό και το πρακτορείο του μέσα στο άτομο, το εγώ " (Horkheimer M., Adorno W. T.,r 1947) .

 Ο Horkheimer έχει ήδη την άποψη των φαινομένων που έκτοτε έχουν υπερθεματίσει οι Foucault, Laing, Basaglia και άλλοι. Το κοινωνικο-ψυχολογικό κόστος ενός εξορθολογισμού περιορισμένου στην γνωστική-εργαλειακή διάσταση- το κόστος που εξωτερικεύεται από την κοινωνία και μετατοπίζεται στα άτομα- εμφανίζεται σε διάφορες μορφές, που κυμαίνονται από κλινικά αντιμετωπίσιμες ψυχικές ασθένειες όπως οι νευρώσεις, φαινόμενα εθισμού, ψυχοσωματικές διαταραχές, έλλειψη κινήτρων, ως στις δράσεις διαμαρτυρίας, στις αντικουλτούρες, στις θρησκευτικές σέχτες, και στις περιθωριακές εγκληματικές ομάδες. Ο Max Horkheimer  ερμηνεύει το φασισμό ως μια επιτυχή-επαναλειτουργικοποίηση, ως χρησιμοποίηση της εξέγερσης της εσωτερικής φύσης εις όφελος του κοινωνικού εξορθολογισμού κατά του οποίου στρέφεται.

Σαν πολιτικό φαινόμενο, ο φασισμός είναι μέρος του ρεπερτορίου του καπιταλισμού για να διαιωνίζει την εξουσία του. Απέδειξε την ικανότητα των προηγμένων καπιταλιστικών κοινωνιών να ανταποκρίνονται σε κρίσιμες καταστάσεις κινδύνου επαναστατικής αλλαγής,  με την αναδιάρθρωση του πολιτικού συστήματος και την ικανότητα του να απορροφά την εναντίωση της οργανωμένης εργασίας. Η επιρρέπεια του κόσμου να στηρίζει ένα τόσο αυταρχικό και αδίσταχτο σύστημα ή να υποτάσσεται σ’αυτό, την στιγμή μάλιστα που τα δεινά του φασισμού είναι νωπά στην ιστορική μνήμη είναι το ερώτημα που πλανάται σήμερα. Σαν το κακό και η καταστροφή να είναι μια αναγκαιότητα στις διεργασίες των ανθρώπινων συστημάτων.  Εκλύεται σε συνθήκες κρίσης και διάλυσης σα να θέλει να επιταχύνει την καταστροφή έτσι ώστε να παραχθεί το καινούργιο.

Η αδίσταχτη και ληστρική φύση του ύστερου καπιταλισμού με τις σκληρές επιπτώσεις των οικονομικών υφέσεων, τροφοδοτούν την πολιτική του μίσους. Οι αντιπαλότητες μεταξύ εθνών, φυλών και θρησκειών είναι σε έξαρση.  Η αντίθεση μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων και μεταξύ φτώχειας και πλούτου ποτέ δεν είχε οξυνθεί τόσο πολύ.

Η έξαρση του Εθνικισμού και της αναζήτησης ομοιογένειας μπορεί να έρχεται σαν αντίδραση στην μετανεωτερικότητα. Το άτομο κοσμοπολίτης πιστεύεται ότι κατοικεί σε ένα ηλεκτρονικό, παγκοσμιοποιημένο κόσμο, αντί για μια μονή πατρίδα. Κατά συνέπεια, στον μετανεωτερικό κόσμο "η ίδια η ιδέα των ανεξάρτητων ή κυρίαρχων εθνών τίθεται σε αμφισβήτηση» (Gergen K., 2000). Η κατάρρευση των παλαιών ορίων, οι ρευστές συνθήκες του μετανωτερικού κόσμου η απώλεια της βεβαιότητας και η σύγχυση της γεωγραφικής ταυτότητας έχουν προκαλέσει αυτό που ο Giddens (1991) ονομάζει «οντολογική ανασφάλεια». Όπως υποδηλώνει ο Bauman (1992), ο μετανεωτερικός πολίτης είναι μια νομάς περιπλανώμενη μεταξύ ασύνδετων τόπων. Οι στερημένοι και ανασφαλείς δεν μπορούν να αντέξουν αυτή τη νομαδική κατάσταση. Οδηγούνται να αναζητούν ασφαλείς ταυτότητες, παλινδρομώντας συχνά σε προγενέστερο στάδιο ανάπτυξης (Billig M.,1995).

Ο Fredric Jameson στο άρθρο του «Μετανεωτερικότητα ή η πολιτιστική λογική του ύστερου καπιταλισμού, (1984)», ανήγγειλε την μετανεωτερική στροφή από ένα αλλοτριωμένο σε ένα κατακερματισμένο υποκείμενο. Μίλησε επίσης για την εξασθένηση του συναισθήματος, που χαρακτηρίζεται από ένα «νέο είδος επιπεδότητας ή ρηχότητας. Στον απόηχο αυτών των αλλαγών ανέκυψαν επιφανειακές σχέσεις συμβατές με την καταναλωτική κουλτούρα, και την επιπέδωση της πολιτικής. Η ρηχότητα της κουλτούρας συνοδεύεται από μια ψυχολογική έλλειψη βάθους. Οι Ψυχολογικοί δεσμοί, έχουν γίνει πιο αδύναμοι. Στη θέση ενός αυτόνομου εγώ, το οποίο προσδίδει στις «αλήθειες» και στις σταθερές ταυτότητες» μια συναισθηματική δύναμη, υπάρχει μια αίσθηση μετατοπιζόμενων  αβαθών (depthless) εαυτών.  Οι πολιτικές επιπτώσεις, που αναμένει ο Jameson, από την  απουσία ενός ενιαίου υποκειμένου  που να μπορεί να συνθέσει τις πολλαπλές και αντικρουόμενες αναπαραστάσεις είναι η σύγχυση, ο κυνισμός, η παθητικότητα, και η ηθική υποβουλησία. Αυτές οι συνθήκες είναι κατάλληλες για να επωασθεί ο ολοκληρωτισμός.  Σ’ αυτήν την διαπίστωση είχε καταλήξει και η Hanna Arendt μερικά χρόνια νωρίτερα (1963) λέγοντας «όσο  πιο επιφανειακός είναι  κάποιος, τόσο πιο πιθανό θα είναι ο ίδιος να ενδώσει στο κακό».

Τότε και σήμερα

Στην διάρκεια του μεσοπολέμου επικράτησαν στην Ευρώπη πολλά ολοκληρωτικά καθεστώτα (Φασίστες στην Ιταλία, Ναζί στην Γερμανία, οι φαλαγγίτες στην Ισπανία, η 4η Αυγούστου στην Ελλάδα, στην Πολωνία κλπ).  Αν και οι ιστορικοί και θεωρητικοί μιλούν χωριστά για τον Φασισμό και τον Ναζισμό σαν διαφορετικά πολιτικά και ιδεολογικά κινήματα υπάρχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά ώστε να αποτελούν ένα ενιαίο πολιτικό ρεύμα.  Σ’ αυτό το κείμενο με τον όρο φασισμός υπονοούνται και τα δύο ρεύματα τα οποία εξετάζονται δηλαδή ο Ιταλικός φασισμός και ο Εθνικοσοσιαλισμός.

Ο Erich Fromm (1942) εξετάζοντας την δεκτικότητα υποταγής στο φασιστικό καθεστώς την αποδίδει κυρίως σε μια κατάσταση εσωτερικής κούρασης και παραίτησης.  Η ματαίωση της εργατικής τάξης για την πραγμάτωση του σοσιαλισμού ή τουλάχιστον για βελτίωση της οικονομικής πολιτικής θέσης, προκαλεί μια βαθιά αίσθηση παραίτησης, δυσπιστίας προς τους ηγέτες τους, αμφιβολία για την αξία και την αποτελεσματικότητα οποιουδήποτε είδους πολιτικής οργάνωσης και πολιτικής δράσης.

Σε αντίθεση με την αρνητική ή την παραιτημένη στάση της εργατικής τάξης και της φιλελεύθερης και καθολικής αστικής τάξης, η φασιστική ιδεολογία ασκεί  έλξη στα κατώτερα στρώματα της μεσαίας τάξης, που αποτελούνται από μικρούς καταστηματάρχες, τεχνίτες και εργαζόμενους του λευκού κολάρου, των οποίων  η οικονομική θέση και κοινωνική αίγλη επιδεινώθηκε πιο ραγδαία.

Εκτός από αυτούς τους παράγοντες, είχε καταρρεύσει επίσης το τελευταίο προπύργιο της ασφάλειας της μεσαίας τάξης: η οικογένεια. Οι γονείς έχασαν την αίγλη και το κύρος τους και χάθηκε η παλιά ηθική της μεσαίας τάξης. Επιπλέον, η οικονομική παρακμή της μεσαίας τάξης στέρησε τους γονείς από τον ρόλο τους ως υποστηρικτές του οικονομικού μέλλοντος των παιδιών τους. Η νεότερη γενιά αισθάνεται ματαίωση από το γεγονός ότι η βάση για μια ανεξάρτητη οικονομική ύπαρξη, όπως είχαν οι γονείς τους, χάθηκε. Η επαγγελματική αγορά ήταν κορεσμένη, και οι πιθανότητες προς το ζην ως γιατρός ή δικηγόρος ήταν μικρή. Η αυξανόμενη κοινωνική ματαίωση οδήγησε σε μια προβολή η οποία έγινε μια σημαντική πηγή του φασισμού: αντί να είναι ενήμεροι για την οικονομική και κοινωνική μοίρα της παλιάς μεσαίας τάξης, τα μέλη της συνειδητά ταύτισαν την τύχη τους με την μοίρα του έθνους.  Η χρεωκοπία και η ταπείνωση από τους δανειστές παρόξυναν τις Εθνικιστικές τάσεις, όπως για την Γερμανία η ήττα στον πόλεμο και η Συνθήκη των Βερσαλλιών, την οποία η πλειοψηφία των Γερμανών θεώρησε άδικη έγιναν τα σύμβολα προς τα οποία μετατοπίστηκε η απογοήτευση. Η δυσαρέσκεια κατά των Βερσαλλιών είχε τη βάση της στην κατώτερη μεσαία τάξη· η εθνικιστική δυσαρέσκεια ήταν μια μετάθεση της κοινωνικής κατωτερότητας σε εθνική κατωτερότητα (Fromm E., 1942).

Ιστορικά, οι εκπρόσωποι  της μεγαλοαστικής τάξης προσδοκούσαν ότι ο φασισμός θα έστρεφε την συναισθηματική δυσαρέσκεια που τους απειλούσε σε άλλα κανάλια και ταυτόχρονα θα αξιοποιούσε τον εθνικισμό υπέρ των δικών τους οικονομικών συμφερόντων. Πράγματι στην Γερμανία ο ναζισμός προώθησε τα συμφέροντα των πιο ισχυρών ομάδων της γερμανικής βιομηχανίας. Το ναζιστικό σύστημα είναι η «βελτιωμένη» εκδοχή του γερμανικού προπολεμικού ιμπεριαλισμού και συνέχισε εκεί όπου η μοναρχία είχε αποτύχει. (Αλλά και η Δημοκρατία, δεν διέκοψε πραγματικά την ανάπτυξη του γερμανικού μονοπωλιακού καπιταλισμού, αλλά τον διεύρυνε ακόμη περισσότερο με τα μέσα που έχει στη διάθεσή της.)

Η Ιταλία μετά τον Α παγκόσμιο πόλεμο, παρά το γεγονός ότι ήταν από την πλευρά του νικητή έχασε εδάφη, κάνοντας πολλούς να αναρωτιούνται τι κερδήθηκε από τον πόλεμο.

Η Οκτωβριανή επανάσταση, είχε σαν αποτέλεσμα την διάσπαση της αριστεράς. Εκτός από τους φόβους του κομμουνισμού, το συντηρητικό σύστημα που οδήγησε την Ιταλία στον πόλεμο είχε καταρρεύσει. Πολλοί κατηγόρησαν το κράτος ότι άφησε τους φτωχούς να πεθάνουν στο πεδίο της μάχης, ενώ οι πλούσιοι παρέμειναν προστατευμένοι.  Οι εργάτες και οι αγρότες φοβόντουσαν ότι θα χάσουν ό, τι είχε απομείνει από το βιοτικό τους επίπεδο, ενώ η σοσιαλιστική μεταρρύθμιση απειλούσε τους γαιοκτήμονες και τους βιομήχανους. Και την ίδια στιγμή οι περισσότεροι Ιταλοί απλά ήθελαν  να διατηρήσουν τα ελάχιστα που τους είχαν απομείνει και να αποφύγουν  τα περαιτέρω δεινά.

Οι πρώτοι υποστηρικτές του φασισμού ήταν δεξιοί εθνικιστές, βετεράνοι του πολέμου και πατριώτες που κατηγόρησαν την μεταπολεμική απώλεια εξουσίας και εδαφών στη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Μέσα από την κοινή τους οδύνη και την αλληλεγγύη, πολλοί βετεράνοι βρήκαν προστασία στην υπακοή στους ανωτέρους τους και στην μάχη κατά της νέας απειλής του κομμουνισμού. Εκτός από τους στρατιωτικούς, η κατώτερη μεσαία τάξη άρχισε να ελπίζει στον φασισμό, που τους υποσχόταν προστασία από τις μεγάλες επιχειρήσεις και τροφοδοτούσε το όνειρο της κοινωνικής ανέλιξης. Ο αγροτικός πληθυσμός, 500.000 εκ των  οποίων  είχαν αποκτήσει γη στη διάρκεια του πολέμου, φοβόντουσαν την σοσιαλιστική κολεκτιβοποίηση και ήταν αποφασισμένοι να την προασπίσουν και ο φασισμός υποσχέθηκε να διατηρήσει τις περιουσίες τους. Οι γαιοκτήμονες και οι κάτοχοι ακινήτων υποστήριξαν τον φασισμό γιατί τους προστάτευε από τα εργατικά συνδικάτα και τις σοσιαλιστικές πολιτικές. Τέλος, υπήρχαν οι τεχνοκράτες, οι βιομήχανοι και πλούσιοι επιχειρηματίες που ενδιαφέρονταν να κάνουν επενδύσεις. Αν υπήρχε κάποια ομάδα επιφυλακτική στον φασισμό ήταν η πολιτική ελίτ, αλλά ακόμη και αυτοί προτιμούσαν μια φασιστική κυβέρνηση παρά τις απαρχαιωμένες πολιτικές ή την κομμουνιστική επανάσταση. Πράγματι, ένα μεγάλο μέρος της έλξης του φασισμού βασιζόταν στην υπόσχεση της αλλαγής, μια λύση για την μεταπολεμική κατάσταση» ανημπόριας» της Ιταλίας (Barrantes S. L. 2014). 

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

επιστροφή στην κορυφή

Επικοινωνήστε με το Σχέδιο β'

Σολωμού 13, Εξάρχεια, 2ος όροφος (5μμ - 10μμ)

info@sxedio-b.gr

2108224344