ΛΑΤΙΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ

ΛΑΤΙΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ

ΛΑΤΙΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ

Μετωπικό Πρόγραμμα Δι-εξόδου από την Κρίση. Για έναν Ελεύθερο Λαό σε μια Ελεύθερη Ελλάδα.

Των Δημήτρη Καλτσώνη, Θεόδωρου Μαριόλη, Κώστα Παπουλή.

ToΣχέδιο Β, κάνει μια δημοσίευση κάποιων αποσπασμάτων του βιβλίου, που αναφέρονται  στις συνέπειες στην Ελλάδα και στον ευρωπαϊκό Νότο, εξ αιτίας της ένταξής της στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση-και μάλιστα στον σκληρό της πυρήνα-, όπως και στην αντίστροφη πολιτική που επιχειρήθηκε να χαραχτεί στην Λατινική Αμερική μέσω της ΑLBA. («Μπολιβαριανή Συμμαχία για τους Λαούς της Αμερικής).

Σαφώς είναι ενδεικτικά και δεν μπορούν να δώσουν ολοκληρωμένη εικόνα του βιβλίου. Δημοσιεύονται επίσης τα περιεχόμενα του βιβλίου.

Το βιβλίο -όπως υποστηρίζουν οι συγγραφείς-  χαράζει ένα επιστημονικά τεκμηριωμένο και συγκεκριμένο πρόγραμμα οικονομικών και πολιτικών αλλαγών, το οποίο έχουν ανάγκη οι εργαζόμενοι και η χώρα. Πρόγραμμα Δι-Εξόδου από  τον ευρωζωνικό-ευρωενωσιακό  κλωβό πόλωσης, παραγωγικής ανασυγκρότησης,  και  δημιουργίας μιας νέας, αυθεντικής δημοκρατίας του λαού. Το βιβλίο θα παρουσιαστεί (όπως φαίνεται και στην στήλη των εκδηλώσεων),  τη Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017, 7:30 μ.μ. στον κινηματογράφο Αλκυονίς, Ιουλιανού 42-46 (στάση ΗΣΑΠ Βικτώρια, τηλ.:2108220008, 2108220023).

Δημοσίέυση αποσπασμάτων από το κεφάλαιο 2:5:

5. Ο Ευρωζωνικός Κλωβός Πόλωσης

Γενικά μιλώντας, κάθε εθνική οικονομία είναι σε θέση να παράγει ή να μην παράγει ένα, οποιοδήποτε, εμπόρευμα για τη διεθνή αγορά στη βάση των ακολούθων έξι άμεσων προσδιοριστικών παραγόντων («proximatedeterminants») της διεθνούς ανταγωνιστικότητάς της (καταρχάς τους παραθέτουμε ανεξαρτήτως των όποιων, ισχυρών ή ασθενών, αλληλεξαρτήσεων υφίστανται μεταξύ τους ή/και με άλλους παράγοντες):

(i). Των δασμών ή άλλων ισοδυνάμων μέσων εμπορικής πολιτικής.

(ii). Του ποσοστού κέρδους, το οποίο σχετίζεται με το επιτόκιο δανεισμού των επιχειρήσεων. Με τη σειρά του, το εν λόγω επιτόκιο καθορίζεται, σε σημαντικό βαθμό, από το επιτόκιο των «πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης» της Κεντρικής Τράπεζας. Επομένως, από άποψη οικονομικής πολιτικής, ο εν λόγω παράγοντας διεθνούς ανταγωνιστικότητας υπάγεται, έστω εμμέσως, στη νομισματική πολιτική. 

(iii). Των έμμεσων φόρων, οι οποίοι υπάγονται στη δημοσιονομική πολιτική.

(iv).  Της ονομαστικής συναλλαγματικής ισοτιμίας, η οποία υπάγεται στη συναλλαγματική πολιτική.

(v). Του χρηματικού ωρομισθίου, το οποίο υπάγεται στην εισοδηματική πολιτική.

(vi). Της παραγωγικότητας, η οποία υπάγεται στη διαρθρωτική πολιτική.

          Σε εκείνες, όμως, τις οικονομίες, οι οποίες συμμετέχουν πλήρως στην ευρωπαϊκή «ολοκλήρωση», οι εθνικές αρχές διαθέτουν, προϊόντος του χρόνου, όλο και λιγότερα εργαλεία πολιτικής και, συνεπώς, όλο και λιγότερες δυνατότητες επηρεασμού των προαναφερθέντων παραγόντων. Εν συνεχεία, περιέρχονται σε μία κατάσταση όπου αναγκαστικά επικεντρώνονται στο χρηματικό ωρομίσθιο και στην παραγωγικότητα ή, για την ακριβέστερα, στο πηλίκο τους, το οποίο είναι γνωστό ως «μοναδιαίο κόστος εργασίας». Στην πραγματικότητα, ωστόσο, είναι σε θέση να επηρεάζουν μόνο τον αριθμητή αυτού του πηλίκου, δηλαδή το χρηματικό ωρομίσθιο, ενώ, επιπλέον, εκείνο που έχει σημασία δεν είναι το απόλυτο ύψος του εθνικού μοναδιαίου κόστους εργασίας αλλά η διαχρονική εξέλιξή του ως προς το ύψος του μοναδιαίου κόστους εργασίας των υπολοίπων χωρών-μελών. Τέλος, οι εθνικές αρχές καταλήγουν να μην μπορούν να επηρεάσουν ούτε το χρηματικό ωρομίσθιο, οπότε η διεθνής ανταγωνιστικότητα καθορίζεται, ουσιαστικά, μόνο από την παραγωγικότητα.

 (…………)

         

          Πραγματικός θεμελιώδης στόχος των σχεδιαστών της ΕΕ-ΕΖ είναι, λοιπόν, η επιβίωση μόνο των παραγωγικοτεχνικά απολύτως προηγμένων μονάδων παραγωγής και κυκλοφορίας εμπορευμάτων, δηλαδή εκείνων που εμφανίζουν απόλυτα πλεονεκτήματα παραγωγικότητας, και η αναγκαία για αυτήν την επιβίωση αναμόρφωση τόσο του υποκειμενικού παράγοντα της παραγωγής όσο και του ρόλου της οικονομικής πολιτικής.[1] Διότι μόνο έτσι, δηλαδή μέσω κοινωνικο-«δαρβινιστικής» διαδικασίας εκκαθάρισης των «αδυνάμων», θα διαμορφωθεί μία ευρωπαϊκή οικονομία ενιαίου νομίσματος, η οποία θα είναι ανόθευτη από «εξωαγοραίες στρεβλώσεις και κοινωνικούς περιορισμούς» και, επομένως, σε θέση (i) να συμπληρωθεί με το εποικοδόμημα της «Πολιτικής Ενοποίησης» κατά – κεφαλαιοκρατικά – ευσταθή  τρόπο, και (ii) να ανθέξει επιτυχώς στον «ελεύθερο, παγκοσμιοποιημένο, ανταγωνισμό», ο οποίος προάγεται, ιδιαιτέρως τα τελευταία 20-25 χρόνια, από τις άρχουσες τάξεις των πλέον κεφαλαιοκρατικά προηγμένων εθνικών οικονομιών και από αντίστοιχους υπερεθνικούς οργανισμούς (π.χ. ΠΟΕ, ΔΝΤ, ΠΤ, ΟΟΣΑ), στους οποίους έχει ανατεθεί ο ρόλος του συντονισμού και επιτήρησης του εν λόγω ανταγωνισμού.[2] Οι αριστερίζουσες αιτιάσεις περί του ότι οι εφαρμοζόμενες οικονομικές πολιτικές στην ΕΕ-ΕΖ, και ιδίως στο «Νότο» της, αποτελούν προϊόντα παραλογισμού ή εθελοτυφλίας, είναι όχι μόνο άνευ αντικειμένου αλλά και εσφαλμένες. Η ΕΕ, γενικά, και η ΕΖ, ειδικά, αποτελούν οικονομικές περιοχές προκεχωρημένης ευθυγράμμισης με τις ορίζουσες της «παγκοσμιοποίησης» και για αυτό έχουν ευστόχως χαρακτηριστεί ως ζώνη «υπερ-παγκοσμιοποίησης» (βλέπε Rodrik, 2012, ό.π.).

          Αλλά αυτή δεν είναι η όλη, πραγματική, ιστορία. Ως ρεαλιστές, οι σχεδιαστές της ΕΕ-ΕΖ γνωρίζουν, με κάθε λεπτομέρεια, ότι, μπορεί οι οικονομικοί αυτοματισμοί να συνιστούν την «καλύτερη πρώτη επιλογή» για την επίτευξη των στόχων τους, ακριβώς επειδή λειτουργούν αρρήτως και, έτσι, επιβάλλουν τα αποτελέσματά τους με – φαινόμενη – σιδερένια αντικειμενικότητα, αλλά ο πραγματικός οικονομικός κόσμος υπόκειται στη δράση διαφόρων «τριβών», για τις οποίες οφείλουν να προνοούν. Έτσι, μιλώντας, τώρα, την «πραγμοποιημένη» (G. Lukács-L. Goldmann) αλλά όχι πάντοτε άχρηστη γλώσσα της καθημερινής ζωής, διαπιστώνουμε ότι τα λεμόνια Αργεντινής, για παράδειγμα, τα οποία εποχικά είναι πιο φτηνά από τα ελληνικής παραγωγής, τα βρίσκει κανείς ακόμα και στις αγορές του «Νότου», ενώ το πολύ καλό σε ποιότητα μοσχάρι Αργεντινής βρίσκεται μόνο σε πολύ υψηλότερες τιμές, προκειμένου να προστατεύεται το μοσχάρι της Γαλλίας, Ολλανδίας κ.ά..  Η εμπορική πολιτική της ΕΕ, η οποία τόσο υπάγεται στα συμφέροντα των ηγετικών πολυεθνικών εταιρειών όσο και βρίσκεται σε συντονισμό με τις ισορροπίες που αποκρυσταλλώνονται στον «Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου», παρέχει δασμολογικά και κανονιστικά πλεονεκτήματα σε εμπορεύματα του «Βορρά» εις βάρος εμπορευμάτων, τα οποία προέρχονται από το «Νότο» καθώς και από τρίτες χώρες. Με μία λέξη, παρά τη γενική παραγωγικοτεχνική ισχύ του και παρά τα μανιφέστα των Βρυξελλών περί «ελευθέρου εμπορίου», ο «Βορράς» διατηρεί τον προστατευτισμό, παραδοσιακό και εναλλακτικό, όπου τον συμφέρει.

          Η «ολοκλήρωση» της ελληνικής οικονομίας συνίστατο, λοιπόν, και στην άνωθεν επιβολή ενός παραγωγικού-καταναλωτικού υποδείγματος, το οποίο είχε/έχει περισσότερο σχέση με και εξαρτάται από τις ανάγκες του «Βορρά», παρά με τις ανάγκες της χώρας μας. Ορισμένα, ενδεικτικά «στιγμιότυπα» είναι τα εξής:

  • Σε σειρά κύριων, για τη χώρα μας, αγροτικών προϊόντων, όπως γάλα, καπνός, βαμβάκι, καλαμπόκι, ζάχαρη, βιομηχανική ντομάτα, αμπέλια-κρασί κ.ά., επιβλήθηκε άμεσος ή έμμεσος έλεγχος της παραγωγής, ξεριζώματα, καταστροφή καλλιεργειών, παραγωγή για τις χωματερές.
  • Από το έτος 1981 έως το 1994 (απαρχή της πορείας προς την ΟΝΕ), οι εισαγωγές τροφίμων αυξήθηκαν κατά 114%. Σε σταθερές τιμές του έτους 1970, η αγροτική παραγωγή έμεινε στάσιμη έως το 1995, ενώ από τότε φθίνει. Κατά την περίοδο 1981-2001, οι απασχολούμενοι στη γεωργία μειώθηκαν κατά 375 χιλ. άτομα. Το αγροτικό ισοζύγιο της χώρας ήταν ελαφρά θετικό από την Μεταπολίτευση ως την ένταξη. Η κατάσταση ανατράπηκε δραματικά μετά την ένταξη, με ένα σημαντικό και συνεχώς  διευρυνόμενο έλλειμμα, ενώ, ταυτοχρόνως, το 25% των ελληνικών εξαγωγών καλυπτόταν από αγροτικά προϊόντα.
  • Τμήμα της μεταποίησης (όπως τα ηλεκτρικά είδη) χάθηκε λόγω άρσης του προστατευτισμού, ενώ άλλα υπέστησαν μεγάλη καθίζηση. Το έτος 1998, όπου η Ελλάδα εισήλθε στο «Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών ΙΙ», γνωστό και ως «προθάλαμο του ευρώ», βασικοί βιομηχανικοί κλάδοι της είχαν υποχωρήσει σημαντικά.[3] Με βάση το έτος 1980 (= 100), οι δείκτες παραγωγής τους ήταν: υφαντικά είδη: 67.1, είδη υπόδησης και ένδυσης: 41.0, είδη ξύλου και φελλού: 57.0, έπιπλα: 73.2,  μεταφορικά μέσα: 72.5, δέρμα και γουναρικά: 34.9, μεταλλικά προϊόντα: 73.4, εκτυπώσεις και εκδόσεις: 77.0. Τέλος, στρατηγικοί κλάδοι της, όπως τα ναυπηγεία, απαξιώθηκαν ή, ακόμα, έκλεισαν στη συνέχεια, εν μέρει λόγω «σκληρού ευρώ» και εν μέρει βάσει των απαγορεύσεων-ποινών υπέρ του υποτιθέμενου «ελεύθερου ανταγωνισμού» στην ΕΕ.[4]
  • Η απασχόληση εργασίας σε όλους τους βασικούς κλάδους της βιομηχανίας ανερχόταν κατά την περίοδο 1970-1982. Εν συνεχεία, και χαρακτηριστικά έως τη στιγμή όπου άρχισαν να επιδεινώνονται τα μεγέθη του εξωτερικού τομέα της ελληνικής οικονομίας συνεπεία της πολιτικής της «σκληρής δραχμής», δηλαδή το έτος 1995, η απασχόληση μειωνόταν με υψηλούς ρυθμούς (εξαιρούνται οι κλάδοι: τροφίμων, προϊόντων πετρελαίου και εκτυπώσεων-εκδόσεων). Ειδικότερα, από τη στιγμή όπου σημειώθηκε η λεγόμενη «συντηρητική στροφή» στην οικονομική πολιτική της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ (με το «σταθεροποιητικό πρόγραμμα» των Κ. Σημίτη-Ν. Γκαργκανα-Τ. Θωμόπουλου-Γ. Σπράου) έως και το 1995, δηλαδή κατά την περίοδο 1986-1995, η βιομηχανική απασχόληση αυξήθηκε μόνο στους κλάδους: επίπλων (0.4% ανά έτος), εκτυπώσεων (1.1% ανά έτος), κατασκευής μηχανών (5.3% ανά έτος), διαφόρων βιομηχανικών εμπορευμάτων (0.2% ανά έτος). Η υψηλότερη μείωσή της παρατηρήθηκε στους κλάδους: δέρματος (10.8% ανά έτος), καπνού (10.6% ανά έτος) και υφαντικών ειδών (7.6% ανά έτος). Τέλος, κατά την εν λόγω περίοδο, η απασχόληση εργασίας σε όλη την οικονομία αυξήθηκε, αθροιστικά, κατά 8.3% (από 3.75 εκατ. σε 4.06 εκατ., σύμφωνα με στοιχεία του ΔΝΤ) και αυτό ανάγεται, κυρίως, στην αύξηση της απασχόλησης στον τομέα των Υπηρεσιών, ενώ κατά το διάστημα 1995-1996 ανακόπτεται ο ρυθμός αύξησής της και μεταστρέφεται σε σημαντικά αρνητικό κατά το 1996-1997 (από 4.11 εκατ. σε 3.79 εκατ. ή  -7.8%).
  • Κατά την περίοδο 1982-1997, η αγοραστική δύναμη του κατώτατου ημερομίσθιου μειώθηκε κατά 15%, ενώ το σε σταθερές τιμές υπολογισμένο κατά κεφαλήν εισόδημα αυξήθηκε κατά ποσοστό μεγαλύτερο του 15%.[5] Ο γενικός κανόνας είναι ότι, λόγω συγκριτικά χαμηλής παραγωγικότητας, ο ελληνικός κεφαλαιοκρατικός κοινωνικός σχηματισμός επιχειρεί να σταθεροποιεί τη θέση του στον διεθνή ανταγωνισμό (και ιδίως στον εντός ΕΕ-ΕΖ) δια της συγκράτησης των μέσων μισθών, οι οποίοι διαμορφώνονται σε συγκριτικώς χαμηλά επίπεδα. Βεβαίως, όπως έχουν αποδείξει τα γεγονότα, ούτε με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται σταθεροποίηση ή, με άλλα λόγια, τα μέσα επίπεδα μισθών, τα οποία ιστορικά διαμορφώνονται στην ελληνική οικονομία, εμφανίζονται ως «χαμηλά» και, ταυτοχρόνως, «υψηλά»! Χαμηλά σε σχέση με τα επίπεδα άλλων σχετικά αναπτυγμένων και αναπτυγμένων εθνικών οικονομιών, και υψηλά σε σχέση με τα επίπεδα που απαιτούνται σε όρους διεθνούς ανταγωνιστικότητας .

 (………….)

  • Στα τέλη της δεκαετίας του 1990-αρχές εκείνης του 2000:
  • Το 50% των ελληνικών εξαγωγών καλυπτόταν  από  εννέα, μόνο, βιομηχανικά προϊόντα. Ο αντίστοιχος αριθμός προϊόντων ήταν 15 για την Πορτογαλία, 24 για τη Δανία, και 28 για την Ισπανία.
  • Το ποσοστό των ελληνικών εξαγωγών στο παγκόσμιο εμπόριο μειωνόταν σταθερά (επί δύο δεκαετίες). Το έτος 2001 οι ελληνικές εξαγωγές προς  την ΕΕ αποτελούσαν το 3.6% του ημεδαπού ΑΕΠ (αποτελούσαν το 7.6% το 1989 και το 5.7% το 1995), τη στιγμή  όπου το αντίστοιχο στο μέσο όρο της ΕΕ μέγεθος ανερχόταν στο 16.6%. Επίσης, οι ελληνικές εξαγωγές προς την ΕΕ, ως ποσοστό του συνόλου των ελληνικών εξαγωγών, είχαν μειωθεί κατά την τελευταία δεκαετία, από το 68% στο 41%, ενώ το αντίθετο συνέβαινε με τις  ελληνικές εισαγωγές.
  • Η «Ευρωπαϊκή Επιτροπή» εκτιμούσε ότι αντιστοιχούσαν μόνο 43 λεπτά του ευρώ σε κάθε κιλό προϊόντος που εξαγόταν από την Ελλάδα, ενώ το αντίστοιχο μέγεθος στην ΕΕ ήταν, κατά μέσο όρο, 2.5 ευρώ. Επίσης, ότι, κατά το διάστημα 1987-2000, η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας σε ενδοκοινοτικό επίπεδο μειώθηκε κατά 11% λόγω, κυρίως, της πολιτικής της «σκληρής δραχμής».
  • Η ελληνική παραγωγικότητα εργασίας (μετρούμενη με βάση το ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας) ήταν μόνο στο 62% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
  • Οι τέσσερις από τις οκτώ «ζώνες φτώχειας» της ΕΕ (κατά κεφαλήν ΑΕΠ κάτω του 60% του μέσου κοινοτικού), εκ των οποίων η μία ήταν και η πιο φτωχή της Ευρώπης, βρίσκονταν στην Ελλάδα. Τέλος, μέσα στη δεκαετία του 1990 μειώθηκε συγκριτικά το κατά κεφαλήν εισόδημα τριών περιφερειών (Κεντρική Μακεδονία, Πελοπόννησος, Στερεά Ελλάδα), ενώ της Ηπείρου παρέμεινε στο 43% του μέσου κοινοτικού.

          Φαίνεται ότι, για την οικονομική, πολιτική και ακαδημαϊκή ελίτ (και ημι-ελίτ) της χώρας μας, η ελληνική οικονομία ήταν και είναι τόσο προηγμένη, ώστε ούτε χρειαζόταν ούτε χρειάζεται κάποιο αναπτυξιακά προσανατολισμένο σύστημα προστατευτισμού, να ριχτεί, με άλλα λόγια, έστω λίγη άμμος στα γρανάζια ή, μάλλον, στις μυλόπετρες του «ελευθέρου εμπορίου». Και την ίδια ακριβώς στιγμή αυτή η ελίτ δηλώνει ότι, ακόμα και εάν η χώρα μας είχε δικό της νόμισμα, δεν θα μπορούσε να αντλήσει οφέλη από το εργαλείο της μεταβαλλόμενης συναλλαγματικής ισοτιμίας, διότι η ελληνική οικονομία έχει αναιμικές εξαγωγικές επιδόσεις! Αλλά ο εθνικός μας παραλογισμός (;) δεν ολοκληρώνει εδώ τον τετραγωνισμό του κύκλου του: οι λεκτικές ασυναρτησίες της ελίτ αναπαράγονται, στον πυρήνα τους, από κόμματα εντός και εκτός ελληνικού κοινοβουλίου, καθώς και από άλλες οργανώσεις, τα οποία διατείνονται ότι προασπίζουν τα συμφέροντα των εργαζομένων ή/και της πατρίδας. Το ότι διανθίζονται με «επαναστατικές ή/και πατριωτικές» αθυροστομίες δεν αμβλύνει, προφανώς, το ασύναπτο του όλου πράγματος, αλλά το εκτραχύνει.

          (………………….)

          Αν και η εργατική τάξη – έστω – στον ευρωπαϊκό «Νότο» δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε ή παρεμποδίστηκε να μάθει περισσότερα, στις 14 Δεκεμβρίου 2004 συγκροτήθηκε η «Μπολιβαριανή Συμμαχία για τους Λαούς της Αμερικής μας» (ALBA, στα ισπανικά). Η ALBA συνιστά, σύμφωνα με τις διακηρύξεις της, μορφή διεθνικής οικονομικής ολοκλήρωσης βασιζόμενη στην αμοιβαία οικονομική βοήθεια, στον αντιπραγματισμό και στη μεγιστοποίηση της κοινωνικής ευημερίας, παρά στην απελευθέρωση του κεφαλαιοκρατικά ρυθμιζόμενου διεθνούς εμπορίου, δηλαδή στη μεγιστοποίηση των ποσοστών κέρδους (και ας μην λησμονείται ότι χώρες-παρατηρητές έγιναν η Αϊτή, το Ιράν και η Συρία, και μετείχε η Ονδούρα έως το πραξικόπημα του 2009). Ειδικότερα, το πλαίσιο των ιδρυτικών συμφωνιών της ALBA περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

(i). Οι βασικοί τομείς συνεργασίας των κρατών-μελών της είναι:

  • Πετρέλαιο
  • Φυσικό αέριο
  • Βιομηχανία
  • Τεχνολογία
  • Αγροτικά προϊόντα.

(ii). Οι όροι συνεργασίας είναι:

  • Κοινές επιχειρήσεις
  • Έμφαση στις διακρατικές επιχειρήσεις (Άρθρο 5 της ιδρυτικής συμφωνίας)
  • Το κράτος έδρας διατηρεί τουλάχιστον 51% των μετοχών της κοινής επιχείρησης (Άρθρο 6)
  • Παραρτήματα κρατικών τραπεζών μπορούν να ιδρυθούν σε άλλα συμβαλλόμενα κράτη (Άρθρο 7).

(iii). Άλλες κοινές δράσεις είναι:

  • Διατροφική επάρκεια και ασφάλεια
  • Εξάλειψη αναλφαβητισμού
  • Παροχή δωρεάν ιατρικής περίθαλψης
  • Άλλα προγράμματα πολιτιστικού και εκπαιδευτικού περιεχομένου (Άρθρο 11)
  • Αντίθεση στο διεθνές νομικό καθεστώς πνευματικής ιδιοκτησίας και ευρεσιτεχνιών, το οποίο ευνοεί τις πολυεθνικές εταιρείες και τις βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες.

(iv). Οι τελικοί στόχοι είναι:

  • Όχι ελευθερία αγορών, αλλά
  • Εξάλειψη της φτώχειας
  • Εξάλειψη της ανισόμετρης ανάπτυξης.

          Επομένως, η ΑLΒΑ δίνει βάρος όχι στην απελευθέρωση των αγορών και στον περιορισμό της κυριαρχίας των κρατών αλλά στην ανάπτυξη οικονομικών σχέσεων αλληλεγγύης με σεβασμό στην εθνική κυριαρχία και με έμφαση στις κρατικές επιχειρήσεις, στη διατροφική ασφάλεια των λαών και στην ανάπτυξη υποδομών για την παιδεία και την υγεία. Είναι χαρακτηριστικό ότι, βάσει των συμφωνιών, παρέχεται πετρέλαιο από τη Βενεζουέλα στην Κούβα σε τιμές κατώτερες των διεθνών και ότι, αντίστροφα, χιλιάδες γιατροί και εκπαιδευτικοί από την Κούβα εργάζονται στις άλλες χώρες της ΑLΒΑ, παρέχοντας πολύτιμες υπηρεσίες σε αυτούς τους τομείς.


[1]Για παράδειγμα, η κομβική λειτουργία της ακόλουθης διατύπωσης στην «Ευρωπαϊκή Συνταγματική Συνθήκη» (δηλαδή στο λεγόμενο Ευρωσύνταγμα, του έτους 2004) είναι υποδειγματική: «σε συμφωνία με την αρχή μίας οικονομίας ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, η οποία ευνοεί την αποτελεσματική κατανομή των πόρων». Έχει, επίσης, σημασία να υπογραμμιστεί ότι πρόκειται για θεμελιώδες νομικό κείμενο της ΕΕ.

[2]Νέα δεδομένα αποτελούν, σύμφωνα με ό,τι είναι γνωστό έως σήμερα, οι «Διατλαντική Εμπορική και Επενδυτική Συνεργασία» (TTIP), «Εκτενής Οικονομική και Εμπορική Συμφωνία» (CETA) και «Συμφωνία Εμπορίου Υπηρεσιών» (TISA). Φαίνεται να συνιστούν εκδοχές της μυστικής «Πολυμερούς Συμφωνίας για τις Επενδύσεις» (ΜΑΙ), της περιόδου 1995-1998 (μετείχαν 29 κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ), η οποία δεν ενεργοποιήθηκε, τελικά, λόγω των ποικίλων αντιδράσεων που προκλήθηκαν έπειτα από δημοσιογραφική διαρροή της.

[3]Υπενθυμίζεται ότι, πριν ακριβώς από την εισαγωγή στο «ΜΣΙ ΙΙ», επιβλήθηκε από τις αγορές, στις 14 Μαρτίου 1998, ονομαστική υποτίμηση της δραχμής κατά 14% συνεπεία των μη-διαχειρίσιμων ανισορροπιών, στις οποίες είχε οδηγήσει η «πολιτική της σκληρής δραχμής» (για μία αναλυτική διερεύνηση της συγκυρίας, βλέπε Μαριόλης, Θ. και Σταμάτης, Γ. (1999) ΟΝΕ και Νεοφιλελεύθερη Πολιτική, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, Μέρος ΙΙΙ). Στις 30 Οκτωβρίου 1997, ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Γ. Παπαντωνίου αποκαλούσε αυτήν την πολιτική «ακρογωνιαίο λίθο» της συνολικής πολιτικής της ελληνικής κυβέρνησης, ενώ το διάγγελμα του Πρωθυπουργού Κ. Σημίτη,αμέσως μετά την ανακοίνωση της υποτίμησης, μιλούσε για «ένα βήμα προς τα εμπρός […] στο πλαίσιο της ευρύτερης στρατηγικής» της ελληνικής κυβέρνησης. Μάλλον, όμως, ακόμα λιγότεροι θα θυμούνται ότι, πριν την ένταξη της δραχμής στο ευρώ, συγκεκριμένα στις 15 Δεκεμβρίου του 1999, έλαβε χώρα άλλη μία, κεκαλυμμένη αυτή τη φορά, υποτίμηση της δραχμής, η οποία, με την αμέριστη συμπαράσταση των ΜΜΕ, παρουσιάστηκε στους θεατές, και εξακολουθεί να αναφέρεται έως σήμερα, ως «η μοναδική ανατίμηση της δραχμής»! Εξαίρεση αποτέλεσε μία μάλλον περιθωριοποιημένη και «άκρως συντηρητική», όπως συνηθίζουμε να λέμε, καθημερινή εφημερίδα της Αθήνας, η οποία τόλμησε να παρουσιάσει, στο εξώφυλλό της, τη γυμνή αλήθεια ως εξής: «Ανατίμηση της Δραχμής, Υποτίμηση της Λογικής». Ήταν μία ιλαρή εποχή, εκείνη του χρυσού ευρω-ζουρλομανδύα.

[4] Σε αυτή τη συνάφεια, θα άξιζε να διερευνηθεί, μεταξύ πολλών άλλων, το ζήτημα της «δυνατότητας πιστοποίησης» της παραγωγής αυτοκινήτων στην ΕΕ. Θα θέλαμε δε να πληροφορηθούμε και τι απέγινε το μοντέλο Aletis, που παρουσιάστηκε το 2001 από την ΕΛΒΟ, στο Διεθνές Σαλόνι Αυτοκινήτου της Φρανκφούρτης, αλλά δεν κατασκευάστηκε ποτέ.

[5] Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Μ. Δρεττάκη, οι οποίες δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα Αυγή, στις 12 Απριλίου 1998.

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

επιστροφή στην κορυφή

Επικοινωνήστε με το Σχέδιο β'

Σολωμού 13, Εξάρχεια, 2ος όροφος (5μμ - 10μμ)

info@sxedio-b.gr

2108224344